Ποδόσφαιρο
Του Κωστή Αλεξανδρόπουλου
Share |

"Μόρτιμερ, βάζε πολλά γκολ. Πίσω από κάθε γκολ βρίσκεται ο πόθος της νίκης ενός ολόκληρου λαού."


Ο Μ. Β. Μονταλμπάν ήταν κάτι περισσότερο από συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο Πέπε Καρβάλιο, ως το κυνικό alter egoτου, δεν κινιόταν στους τόπους της νουάρ ναφθαλίνης φορώντας σκοροφαγωμένες καμπαρντίνες αλλά ζούσε, θυμόταν, υπέφερε, σπανίως ήλπιζε, στο σήμερα, στη Βαρκελώνη, την στιγματισμένη από τον εμφύλιο Ισπανία και παρατηρούσε τους καθημερινούς μετασχηματισμούς του κόσμου του. Στον κόσμο αυτόν όπου το ποδόσφαιρο πλέον είναι κάτι περισσότερο από ένα άθλημα. Καθώς οι διαχωριστικές εκείνες γραμμές που κάποτε όριζαν με σαφήνεια τις σφαίρες δραστηριότητας τώρα διαχέονται, πολιτική, διαπλεκόμενα συμφέροντα, μάρκετινγκ μπλέκονται σ? ένα γόρδιο δεσμό. Μόνο με καθαρή ματιά, αλλά και απαραιτήτως αγάπη για τη μπάλα, είναι δυνατή η αποκωδικοποίηση του φαινομένου αυτού που αποτελεί απαραίτητο συστατικό για το συναισθηματικό οικοσύστημα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτή τη καθαρή ματιά ανακαλύπτουμε στα αποσπάσματα από το βιβλίο του Μονταλμπάν «Ποδόσφαιρο, Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού, Μια θρησκεία σε χέρια πολυεθνικών» που ακολουθούν.

Κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

"Ο σέντερ φορ δολοφονήθηκε το σούρουπο"

Μονταλμπάν Μανουέλ Βάθκεθ,

Στα γραφεία του πλουσιότερου ποδοσφαιρικού συλλόγου όλου του κόσμου φτάνει μια ανώνυμη επιστολή. Κάποιοι απειλούν ότι θα δολοφονηθεί ο σέντερ φορ Τζακ Μόρτιμερ που υπέγραψε πρόσφατα συμβόλαιο με την ομάδα. Οι επικεφαλής του συλλόγου αναθέτουν στον ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο τις έρευνες, αλλά τον παρουσιάζουν ως ψυχολόγο της ομάδας ώστε να μπορεί να κινείται άνετα μέσα στον κόσμο του αθλητισμού δίχως να προκαλεί υποψίες.

Ποδόσφαιρο
Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού, Μια θρησκεία σε χέρια πολυεθνικών

Μονταλμπάν Μανουέλ Βάθκεθ

Γιατί το ποδόσφαιρο αποτελεί πλέον το υπέρτατο θέαμα; Αποτελεί το δημοφιλές αυτό σπορ τη νέα θρησκεία του 21ου αιώνα; Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, ορκισμένος οπαδός ο ίδιος της Μπαρτσελόνα, αναλαμβάνει να μας εξηγήσει με τη γνωστή ειρωνεία του πώς τα γήπεδα έγιναν καθεδρικοί ναοί, όπου οι οπαδοί «λατρεύουν» τα χρώματα της αγαπημένης τους ομάδας, πώς οι ομάδες έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά μας αποθέματα.


 

BARCA VS REAL

"Η Ρεάλ ανέτρεψε τη λογική της αγοράς με τη μεταγραφή του Μπέκαμ, πολύτιμος παίκτης στις στημένες φάσεις και εμπνευσμένος εκτελεστής κόρνερ, αλλά κυρίως φορέας επικοινωνιακών αξιών, που δεν είναι ίδιες με τις αιώνιες αξίες. Σταρ των Μ.Μ.Ε. από την πλευρά της γυναίκας του, σταρ των Μ.Μ.Ε. εξαιτίας κάποιων συνηθειών που τον μετατρέπουν σε εμπόρευμα που είναι δύσκολο να επαναληφθεί, ο Μπέκαμ μετατρέπει σε εμπόρευμα ό,τι αγγίζει και αποτελεί από μόνος του μια υπεραξία στην ομάδα της Ρεάλ. Δεν είναι καν απαραίτητο να παίζει ποδόσφαιρο ή είναι ανάγκη να παίζει όσο χρειάζεται για να δικαιολογεί ότι είναι ποδοσφαιριστής-σταρ... Με το που τελειώνει η αγωνιστική περίοδος, μαζί με τη βαθμολογία του πρωταθλήματος θα ήταν καλό να έχουμε υπόψη μας την επικοινωνιακή, δηλαδή, την κατάταξη των ποδοσφαιριστών σύμφωνα με έσοδα που είχαν υπό την ιδιότητα του ανθρώπου-διαφήμιση. Ο Ροναλντίνιο επίσης έχει χαρακτηριστεί ως ποδοσφαιριστής-σταρ, αλλά τα 4 χρόνια της Μπαρτσελόνα μακριά από τους τίτλους απαιτούν επιπλέον να παίξει ποδόσφαιρο ώστε να κάνει τη διαφορά στον αγωνιστικό χώρο."

"Επί Φράνκο, όταν η Ρεάλ ήταν το μοναδικό νικηφόρο εξαγώγιμο προϊόν και παρουσιαζόταν ως ο μοναδικός εκπρόσωπος του ισπανικού έθνους, ο δικτάτορας ενδιαφερόταν για τη σύνθεση της ομάδας και το σύστημα παιχνιδιού που ακολουθούσε. Ο Φράνκο έφτασε μέχρι του σημείου να προτείνει στους φίλους του, που ευτυχώς ήταν λίγοι, έναν καινούργιο κανονισμό για την ανάδειξη νικητή σε περίπτωση ισοπαλίας: αντί να εκτελούνται πέναλτι, να εκτελούνται απευθείας κόρνερ."

"Μπάρτσα, κάτι περισσότερο από μία ποδοσφαιρική ομάδα: Για να το καταλάβει κάποιος ξένος θα πρέπει να πάει πίσω στην εποχή του Αδάμ και της Εύας, στις ιστορικές κακοτυχίες της Καταλονίας που από τον 17οαιώνα βρίσκεται σε διαρκή εμφύλιο πόλεμο, ένοπλο ή μεταφορικό, με το ισπανικό κράτος. Τη δεκαετία του ΄20, το πρώτο γήπεδο της Μπάρτσα, Λες Κορτς, έκλεισε από το δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα γιατί οι θεατές σφύριξαν το βασιλικό εμβατήριο και στις πρώτες μέρες του εμφυλίου εκτελέστηκε ο πρόεδρός της Σουνιόλ από ένα φρανκικό απόσπασμα. Με το που τελείωσε ο εμφύλιος οι φρανκικές δυνάμεις κατοχής θέλησαν να μετατρέψουν το Λες Κορτς σε αποθήκη για άρματα μάχης, μετά θέλησαν να αλλάξουν το όνομα σε "Ισπανία" και τέλος έλεγχαν ποιος γινόταν πρόεδρος. Έπρεπε να είναι είτε δηλωμένος φρανκικός, είτε αποδεκτός από το καθεστώς. Μπροστά στην ολοκληρωτική απαγόρευση της συμμετοχής σε πολιτικές οργανώσεις, πολλοί καταλανοί έγιναν μέλη της Μπάρτσα και στο γήπεδο ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται οι καταλανικές σημαίες και να ακούγονται ύμνοι που ήταν απαγορευμένοι. Η σημερινή διοίκηση της Μπαρτσελόνα, υπό την προεδρία ενός κατασκευαστή έργων που πλούτισε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, βάλθηκε να πολεμήσει την ιδέα ότι η Μπάρτσα είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρική ομάδα, αλλά δεν μπόρεσε να ξεριζώσει από το λαό αυτή την πεποίθηση." 

"Όταν ένας γεροντάκος που πλησιάζει τα ογδόντα, με επιδερμίδα αγρότη, μάτια χωρίς τσίνορα, με σημάδια από την αβιταμίνωση, στόμα ξεδοντιάρικο, καφέ κασκέτο και κασκόλ που του έχει πλέξει η συνομήλικη του σύντροφος που έχει άσπρα μαλλιά μαζεμένα κότσο και μαύρο σάλι, σηκώνεται όρθιος κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μεταξύ της Μπαρτσελόνα και της Ρεάλ και αρχίζει να προσβάλει τους παίκτες της Ρεάλ φωνάζοντας: "Αυτή δεν είναι ομάδα, είναι εκστρατευτικό σώμα", θα τολμούσαμε να πούμε ότι πρέπει να τον απαλλάξουμε από οποιαδήποτε ευθύνη, μίας και αυτή την έχουν κάποιοι άλλοι, πιο ισχυροί, όπως ο κόμης-δούκας του Ολιβάρες (1587-1645 που με την πολιτική του προκάλεσε εξεγέρσεις σε Καταλονία και Πορτογαλία) ή, αν ψάξουμε πιο παλιά, ο βασιλικός εκλέκτορας άγιος Βιθέντε Φερέρ (1350-1419 του οποίου η πολιτική επίσης προκάλεσε μια μακρά περίοδο κρίσης στη μεσαιωνική Καταλονία)."

 
"Πλάι στο μεγάλο στάδιο υψώνονταν οι υπόλοιπες αθλητικές εγκαταστάσεις του ισχυρού συλλόγου, αν και κανείς δεν είχε μπορέσει να απομακρύνει αποκεί το νεκροταφείο μιας άλλοτε σημαντικής πολιτειούλας, που σήμερα την είχε καταπιεί η μεγάλη Βαρκελώνη. Στο μυαλό του Καρβάλιο στριφογύρισε η θύμηση ότι σ? εκείνο το νεκροταφείο ήταν θαμμένη μια παλιά δόξα της ίδιας ομάδας... Ο ποδοσφαιριστής είχε ζητήσει να τον θάψουν εκεί, γιατί έτσι, όταν πια δεν θα μπορούσε να βλέπει τα γκολ στο γήπεδο, θα μπορούσε τουλάχιστον να τα μαντεύει από το μνήμα, ακούγοντας τις κραυγές του πλήθους. Πιθανώς να μπορείς ν? ακούς τα γκολ, αλλά πώς ξέρεις ποιος τα βάζει; Ο Καρβάλιο στεκόταν εκεί, μπροστά στην καγκελόπορτα του νεκροταφείου, σ? έναν βουβό διάλογο με την παλιά δόξα, κομμάτι κολάζ των παιδικών του χρόνων, όταν η εικόνα του αναπαραγόταν σαν διαφήμιση στις αφίσες που ανάγγελλαν το ματς της Κυριακής και ήταν κολλημένες πίσω από τις τζαμαρίες των πιο πολυσύχναστων καταστημάτων του δρόμου...

""Τα σημερινά γκολ τα έβαλε ο Μόρτιμερ" είπε ο Καρβάλιο με δυνατή φωνή μπροστά στη καγκελόπορτα και στάθηκε προσμένοντας μια πιθανή απάντηση. Άδικα."

Aπό το βιβλίο του Μ.Β. Μονταλμπάν «Ο σέντερ φορ δολοφονήθηκε το σούρουπο».


"Οι κοινωνιολόγοι παρατηρούν καθημερινά ότι το μοναδικό είδος αυθόρμητης βίας που δεν ασκούν μονοπωλιακά το Κράτος ή οι δυνάμεις καταστολής των Η.Π.Α. ανά τον πλανήτη είναι η βία που προκύπτει από τα αθλητικά πάθη. Στην πλειοψηφία τους οι κοινωνικοί επιστήμονες, σε αυτούς τους καιρούς του ενός και μόνο δόγματος, παρατηρούν αυτή τη μη νομιμοποιημένη βία ως μια ανυπόφορη παραφωνία που έχει διεισδύσει στα κανάλια επικοινωνίας. Αλλά υπάρχουν και κάποιοι άλλοι επιστήμονες που παρατηρούν αυτό το φαινόμενο με περιέργεια ή ακόμα και μ? ενθουσιασμό, γιατί θεωρούν ότι διακρίνουν μια απρόβλεπτη ρωγμή στη Θεολογία της Ασφάλειας. Ίσως τα πλήθη, με έναν σχετικό αυθορμητισμό, να έχουν ανακαλύψει έναν τρόπο να συμμετέχουν στα κοινά και να επικοινωνούν ακολουθώντας ένα τελετουργικό παρόμοιο ή ακόμα πιο ελκυστικό από εκείνο των θρησκειών ή των πραγματικών πολιτικών σχηματισμών, τελετουργικό που έχει να κάνει αποκλειστικά με την καθημερινότητα, αφού οριστικά πλέον έχει τεθεί εκτός ιστορίας η ελπίδα. Εγκατεστημένοι στην ιεροεξεταστική δικτατορία του παρόντος ίσως τα μόνα μέρη που μπορεί κάποιος να βρει παρηγοριά να είναι το γήπεδο-καθεδρικός ναός και η ομάδα-πολιτικό κόμμα, σίγουροι πλέον ότι όλοι οι οπαδοί μιας ομάδας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, αποτελούν μια ιδιαίτερη εθνότητα."

 
"Το ποδόσφαιρο-επιχείρηση έχει ευνοήσει την εμφάνιση σουρεαλιστικών διοικήσεων, όπου στην ιδιότητα του "αλεξιπτωτιστή" προστίθεται εκείνη του νεόπλουτου που σπαταλά αλόγιστα τα χρήματα που αποφέρει η τηλεόραση κι η διαφήμιση. Μερικοί πρόεδροι ομάδων λες και ήταν ο Καλιγούλας ονόμαζαν ανθυπάτους τα άλογά τους και υπέτασσαν στην υπεροψία τους και στο φόβο της αποτυχίας την κοινή συναισθηματική λογική παικτών, προπονητών, ακόμα και των ίδιων των οπαδών. Το ποδόσφαιρο είναι μία κοσμική θρησκεία στη μεταμοντέρνα Ευρώπη και οι πιστοί είναι κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια κάποιων διοικούντων που δεν έχουν ξεπεράσει αυτό που οι ψυχολόγοι ονόμαζαν ?προεννοιολογική περίοδος"."


"Ο νόμος Μπόσμαν σήμανε την οριστική κατάργηση της μη ελεύθερης διακίνησης των ποδοσφαιριστών, αλλά επίσης τη σχετικοποίηση του ρόλου που θα έχουν στη συνέχεια τα φυτώρια, δηλαδή η παραγωγή νεαρών ντόπιων ποδοσφαιριστών. Οι ομάδες είναι πλέον επιχειρήσεις και οι διοικούντες δεν μπορούν να επενδύσουν σε παίκτες από τα σπλάχνα της ομάδας, αφού απαιτούν άμεσα αποτελέσματα που να τους ενισχύουν τη θέση ? γι? αυτό το λόγο παίρνουν έτοιμους ποδοσφαιριστές που συνήθως προέρχονται από φτηνές αγορές και χώρες όχι και τόσο ανεπτυγμένες, χώρες στις οποίες το ποδόσφαιρο είναι ένας χώρος έκφρασης και χειραφέτησης της νεολαίας. Αν ο Νίτσε είπε ότι υπάρχουν χώρες που γεννήθηκαν για να γράψουν Ιστορία και χώρες που γεννήθηκαν για να την υποστούν, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο θα μπορούσε κανείς να τον παραφράσει και να φτάσει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν χώρες που έχουν γεννηθεί για να εξάγουν ποδοσφαιριστές και άλλες που γεννήθηκαν για να τους αγοράζουν.

 

?Ο νόμος Μπόσμαν μας αποδεικνύει ότι γινόμαστε όλο και πιο διεθνιστές και την ίδια στιγμή όλο και πιο τοπικιστές. Καθώς παγκοσμιοποιούνται η οικονομία και τα τηλεοπτικά σίριαλ, μας πιάνει φόβος μην τυχόν και χάσουμε την ταυτότητα μας και τείνουμε να πιανόμαστε από τους πατριωτικούς φανατισμούς που μας απομένουν. Το να είσαι οπαδός μίας ομάδας σου προσφέρει μια συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να συγκριθεί με τη φόρτιση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής ένταξης, με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικές ομάδες: αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά αποθέματα σ? έναν κόσμο που όλο και πιο πολύ έχουν λιγότερη σημασία οι πατρίδες και οι σημαίες.?
 

"Είναι δύσκολο να εξηγήσεις στον αμερικάνο θεατή ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ευχαρίστησης που προκαλεί η επαφή μέσω του ποδοσφαίρου εξαρτάται από τη σαδομαζοχιστική σχέση ανάμεσα σε θεατές και παίκτες, διαιτητές, παράγοντες.Ίσως να είναι ακόμα πρόωρο να τους μυήσεις στη θεϊκή χαρά που νιώθουν κάποιοι οπαδοί και παίκτες όταν κάποιος σπάει το πόδι ενός αντιπάλου, γεγονός που τους επιτρέπει ύστερα να λυπηθούν, να έχουν τύψεις συνείδησης και να συμπαθήσουν πολύ περισσότερο το θύμα από όταν είχε και τα δύο του πόδια σε εξαιρετική κατάσταση. Βέβαια, σε καμία περίπτωση το ποδόσφαιρο δεν είναι μια σχολή αποτυχημένων δολοφόνων όπως το χόκεϊ επί πάγου, σύμφωνα με την αντίληψη Αμερικάνων και Καναδών. Οι αμερικάνοι θεατές είδαν μόνο την πολιτισμένη και ευγενή πλευρά ενός τόσο πανούργου αθλήματος και, παρ? όλα αυτά, εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί. Δεν το βλέπουν ακόμη ως μια προσφορά θεάματος που μπορεί να τους συγκινήσει. Αν καμιά φορά μπουν και αυτοί στην παγκόσμια επιχείρηση του ποδοσφαίρου, θα φτάσει η στιγμή να τους αποκαλύψουμε την αλήθεια: ότι ο Μαραντόνα είχε σχεδόν το ελεύθερο για να παίρνει ναρκωτικά, ότι η επιθυμία να σκοτώσεις κάποιο ποδοσφαιριστή δεν είναι αποκλειστικά κολομβιανή, ότι στο ποδόσφαιρο οι αγκώνες έχουν την ίδια σπουδαιότητα με το κεφάλι ή τα πόδια και ότι πρώτο πράγμα που μαθαίνει ένας ξένος παίκτης σε οποιαδήποτε χώρα είναι να φωνάζει στη γλώσσα της το διαιτητή ?μαλάκα?. Αλλά έτσι και ενσωματωθούν κάποια μέρα, την ίδια στιγμή που θα ανακαλύπτουν το διπλό πρόσωπο αυτού του αθλήματος, οι Αμερικάνοι θα αποφέρουν τόσα χρήματα σε αυτή την επιχείρηση, που θα είναι σε θέση να αλλάξουν τους κανόνες του σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Άρα οι εραστές του ποδοσφαίρου θα έπρεπε μάλλον να προσεύχονται στους μικρούς θεούς τους ώστε το ποδόσφαιρο να παραμείνει ένα άθλημα για όχι και τόσο ανεπτυγμένους λαούς όπως οι Αμερικάνοι."



fashion addiction