Η τελετή μύησης
Αποστολή: Βαγγέλης Δαβιτίδης
Share |

«Τζουλιιί» είναι η λέξη που ακούς πιο συχνά στο Leh. Σημαίνει «Γειά», -είτε όταν έρχεσαι είτε όταν φεύγεις- και επίσης «ευχαριστώ» και «παρακαλώ» ταυτόχρονα. Μπορείς να καταλάβεις πολλά για το σκεπτικό των ανθρώπων από τη γλώσσα τους. Αυτή η λέξη ήταν η πρώτη επαφή ενός άσχετου όπως εγώ με την κουλτούρα και τον τρόπο σκέψης του θιβετιανού βουδισμού.

 

27 Ιουλίου 2013, μοναστήρι Thiksey, Λαντάκ, Κασμίρ, Ινδία

Μετά από δύο μέρες προσαρμογής στο υψόμετρο του Λαντάκ επισκέφθηκα το μοναστήρι Thiksey, καμιά ώρα από το Leh. Στο γρανιτένιο λόφο με την υπέροχη θέα σε όλη την κοιλάδα του Λαντάκ δεσπόζει το θιβετιανής αρχιτεκτονικής δημιούργημα του 15ου αιώνα με φόντο τις βουνοκορφές των Ιμαλαιων. Στα κάτασπρα σπιτάκια που απλώνονται στα πόδια του μοναστηριού και κατακλύζουν το λόφο μένουν οι εκατοντάδες βουδιστές μοναχοί του. Μόλις είχε χαράξει όταν ξεκίνησα για να προλάβω μια από τις πιο μυσταγωγικές τελετές που έχω παρευρεθεί στη ζωή μου. Γιατί μια τελετή δεν την παρακολουθείς ποτέ. Στην πραγματικότητα είτε είσαι μυημένος είτε όχι, από την στιγμή που παρευρίσκεσαι, συμμετέχεις.


Ανεβαίνοντας το λόφο λαχανιασμένος ήταν ήδη επτά το πρωί –δηλαδή αργά- όταν πέρασα την πύλη του Thiksey. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε βουδιστικό μοναστήρι και όλα ήταν πέρα για πέρα άγνωστα. Άρχισα να ανεβαίνω το φιδωτό μονοπάτι ακολουθώντας όπως η κόμπρα τη φλογέρα του φακίρι το απόκοσμο μουρμούρισμα των μοναχών που ερχόταν σαν από άλλο κόσμο. Η πρωινή προσευχή, puja –η κυριολεκτική μετάφραση είναι σεβασμός- είχε μόλις ξεκινήσει και στο μοναστήρι δεν φαινόταν ψυχή. Ούτε καν στην είσοδο όπου υποτίθεται ότι οι ξένοι πλήρωναν είκοσι ρούπιες, δεκαπέντε λεπτά του ευρώ δηλαδή. Όσο πλησίαζα το ναό διασχίζοντας τα δαιδαλώδη περάσματα του μοναστηριού, οι ψαλμωδίες από τα sutras –τα βουδιστικά βιβλία-  δημιουργούσαν ένα αλλόκοτο ηχοτοπίο το οποίο ενισχυόταν από το βαθύ ήχο τυμπάνων και άλλων μουσικών οργάνων τα οποία δεν είχα ιδέα πως μπορεί να μοιάζουν.

Στην ημιφωτισμένη από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου αίθουσα όπου επτά σειρές βουδιστών μοναχών κάθονταν οκλαδόν ψέλνοντας, μόλις που μπορούσες να διακρίνεις τις περίτεχνες τοιχογραφίες. Η ενέργεια που πήγαζε από το βουητό τους ήταν καθηλωτική. ‘Εκατσα αποσβολωμένος, μισός ξύπνιος μισός κοιμισμένος ακόμα στη γωνία της αίθουσας προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω που είμαι. Στην άκρη ή για να ακριβολογώ στην κορυφή του κόσμου βιώνοντας κάτι που ούτε σε ταινία δεν είχα δει ποτέ. Τα παράξενα όργανα ήταν τελικά κάτι σαν μπουρού τις οποίες φυσούσαν μερικοί μοναχοί καθισμένοι στην άλλη γωνία της αίθουσας. Τα παλαιοκαιρισμένα ξύλινα δοκάρια που κρατούσαν αυτό το οικοδόμημα όρθιο σου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν έτοιμα να σωριαστούν θάβοντας όλη αυτή τη γαλήνια ατμόσφαιρα. Ήταν τόσο παράξενο. Για πρώτη φορά σε εκείνη την κατανυχτική ατμόσφαιρα βίωνα ένταση και ηρεμία μαζί σα να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Έκλεισα τα μάτια και αναρωτιόμουν ποια ναρκωτικά των δυτικών μεγαλουπόλεων μπορούν να σου προσφέρουν την αίσθηση που είχα εγώ τώρα…


Τρία πιτσιρίκια βγαλμένα από τον «τελευταίο αυτοκράτορα» του Μπερτολούτσι σηκώθηκαν και ήρθαν προς το μέρος μου. Έπιασαν τις τεράστιες συγκριτικά με το δικό τους μέγεθος στάμνες ενώ οι υπόλοιποι μοναχοί ξετρύπωσαν κάτω από τις πορφυρές και πορτοκαλί ρόμπες τους μικρά ξύλινα μπολ.

Μερικές ημέρες αργότερα σε αυτό το ταξίδι, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Δαλάι Λάμα με τίτλο «Freedom in Exile» θα καταλάβαινα τι ήταν αυτό που έβλεπα. Το πιο σύνηθες γεύμα των Θιβετιανών είναι το περίφημο tsampa. Οι μοναχοί έριξαν μια λευκή πούδρα, σκόνη από κριθάρι όπως θα μάθαινα αργότερα, στα μπολ τους ενώ τα πιτσιρίκια περνούσαν και ασθμαίνοντας να σηκώσουν τις τεράστιες κανάτες, έριχναν σε άλλα τσάι και σε άλλα ζεστό γάλα. Στη συνέχεια οι μοναχοί άρχισαν να τρίβουν κυκλικά και στωικά με τα δάχτυλα τους το μπολ μέχρι η σκόνη και το υγρό να σχηματίσει σβολάκια τα οποία έτρωγαν με ευλάβεια. Μου πρόσφεραν και εμένα. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ δεν είναι η γεύση που ήταν κάπως ουδέτερη αλλά το συναίσθημα ότι μοιραζόμουν κάτι μαζί τους. Όπως και στις τελετές με πεγιότ στη Λατινική Αμερική, έτσι και εδώ η τελετή τελείωνε με γεύμα.


Βγαίνοντας από την αίθουσα του ναού μένω να κοιτάω από το μπαλκόνι του τα Ιμαλάια στο βάθος. Σε μια άλλη αίθουσα δίπλα, νεαροί μοναχοί μαθαίνουν πως φτιάχνουν mandalas από χρωματιστή άμμο. Για βδομάδες καρτερικά δημιουργούν στο δάπεδο περίτεχνες γεωμετρικές κατασκευές εκπληκτικής ακρίβειας, πραγματικά έργα τέχνης. Και μόλις τα τελειώσουν, μετά από όλο αυτό τον κόπο, εξίσου τελετουργικά το διαλύουν και μεταφέρουν την άμμο σε ένα ποτάμι όπου τη διασκορπίζουν. Αυτό ίσως είναι το αγαπημένο τους χόμπυ. Να εμπεδώνουν την παροδικότητα της ζωής καθημερινά αποδομώντας τη ματαιοδοξία της . 



< Προηγούμενο Κεφάλαιο εδώ       Η συνέχεια εδώ >




fashion addiction