Το Κομπολόγι
fiasko.info@gmail.com


του Αλέξη Γαγλία
Share |

"Οι απλοί άνθρωποι, φτωχοί και καταπιεσμένοι, το κράτησαν στα χέρια τους, παρηγοριά και οδηγό στα νοερά ταξίδια νόστου και ελπίδας."



Όποτε παίζω κομπολόι, θυμάμαι τον πάππου μου καθισμένοσε μια βελούδινη πολυθρόνα, με ένα κομπολογάκι στα χέρια του και μια αρμάθα από κάμποσα άλλα αφημένη στο τραπέζι μπροστά του, σε απόσταση βολής. Όσο ήμουν σπόρος ακόμα, το να παίξω με τα κομπολόγια του, να πάρω ας πούμε ένα στο χέρι μου και να το κάνω γύρες, όπως αυτός κι άλλοι «μεγάλοι», στα καφενεία, στο «Θέατρο της Δευτέρας», ή όπως ο Χάρυ Κλυν…  αυτό ήταν το μοναδικό χατίρι που ποτέ δε μου πέρναγε, ίσως η μόνη περίσταση που σήκωνε αυστηρό ύφος εκ μέρους του. Η στάση του στο θέμα μαλάκωνε αργά, με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό που εγώ μεγάλωνα- ή «άντρευα» όπως έλεγε ο πάππους. Στα δεκάξι μου μπορούσα να παίζω με τα κομπολόγια του λίγο, γρήγορα μου το ζητούσε πίσω. Στα δεκαεννιά με χαίρονταν, με μάθαινε κιόλας κάπως να μη χτυπάω τις χάντρες, να τις χαιδεύω και να παίζω μαζί τους σα να τις μετρώ απαλά. Με έβλεπε (να προσπαθώ) να  κάνω κόλπα και «μαγκιές» και αγανακτούσε, «φίλε δεν παίζεται έτσι το κομπολογάκι», μου ‘λεγε. Δεν αποδείχτηκα καλός «μαθητής» του- πρέπει να με θυμάται και ίσως ακόμα γελάει μαζί μου ένας τύπος που κάποτε αγόρασα ένα κομπολόι από το μαγαζί του, την τρίτη φορά που τον ζάλισα να μου βάλει νέο κορδόνι, γιατί το παλιό σκιζότανε από την ένταση που το έφερνα γύρες και εκσφενδονίζονταν χάντρες παντού, μου πρότεινε να βάλω σύρμα. Γελάσαμε, συμφώνησα και ησυχάσαμε και οι δυο…

                       
Στην Αθήνα, δεν υπάρχει πιο «ορθόδοξος» τρόπος για να μάθεις την ιστορία του κομπολογιού και μαζί πολλές άλλες απίθανες λεπτομέρειες για τη ζωή και το φέρσιμο του στα ανθρώπινα δάχτυλα, απ’ το να μιλήσεις με τον Τάσο Θωμαΐδη, συλλέκτη, κατασκευαστή, συγγραφέα, ταξιδιώτη στις «πατρίδες» του κομπολογιού, ιδρυτή της «Λέσχης Φίλων Κομπολογιού» και περισσότερο από κάθε άλλη γνωσιακή ιδιότητα… αυθεντικό, «παλιό» εραστή του. Το ρεπορτάζ είναι μια συρραφή, «αναίμακτη» και ουσιαστική ελπίζω, της κουβέντας που κάναμε με τον κύριο Θωμαΐδη. Λόγια δικά του είναι, αποσπάσματα βιβλίων του, που επανέλαβε στο κασσετοφωνάκι. Αλλά ας μου επιτρέψει ο κύριος Θωμαΐδης, να «αφιερώσω» αυτό το κείμενο στον πάππου μου τον Αποστόλη. Όχι σαν τίποτα σπουδαίο, ένα «καλό ταξίδι Καπετάνιε» μόνο, σε έναν (πρώην) «εραστή» του θέματος…

Η ιστορία του κομπολογιού ξεκινά στη βόρεια Ινδία, γύρω στο 500 π.Χ.- κάποιος πνευματικός δάσκαλος έχει ένα μαθητή που δεν ξέρει να μετρά τις 108 προσευχές του… Ο δάσκαλος παίρνει τότε 108 κουκούτσια, τα τρυπά, τα περνά σ’ ένα σπάγκο και δένει τις δύο άκρες του, συναρμολογώντας μια πρόχειρη γιρλάντα- για κάθε κουκούτσι που ακουμπούσε ο μαθητής, έλεγε και μια προσευχή. Αυτός είναι ο πρόδρομος του ελληνικού κομπολογιού.

Το κομπολόι φτάνει στην Ελλάδα σαν γιρλάντα προσευχής στα χέρια των πρώτων χριστιανών. Οι θρησκευόμενοι ονόμασαν αυτή τη γιρλάντα «δεητικό στεφάνι της Παναγίας», στην Κύπρο την είπαν «Πατερημί». Ο λαός της έβγαλε το παρατσούκλι κομποσκοίνι. Ένα σκοινί με κόμπους ήταν άλλωστε, όπου ο θρησκευόμενος σε κάθε «κόμπο λέγει» και μια προσευχή. Από το «κόμπο λέγει» προήλθε το όνομα κομπολόγι- κομπολόι. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το όνομα προέκυψε από τις αρχαιοελληνικές λέξεις «κόμπος» και «όι». Αλλά η ετυμολογία αυτή της λέξης «κομπολόι» είναι εκείνων που πιστεύουν ότι όλα σ’ αυτόν τον κόσμο ξεκίνησαν από την αρχαία Ελλάδα, όπου όμως δυστυχώς γι’ αυτούς τους ακραιφνείς θεωρητικούς, δεν υπήρχαν κομπολόγια…. Η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με τους θεούς τους ήταν πολύ διαφορετική από τη βουδιστική ή χριστιανική μας προσέγγιση. Εξευμένιζαν τους «ανθρώπινους» θεούς τους με πολλούς τρόπους, αλλά όχι με δεητικές γιρλάντες όπου μετράς προσευχές.
Η γιρλάντα προσευχής με τα… κουκούτσια με το πέρασμα των αιώνων ταξιδεύει από την Ινδία και την Κίνα, όπου την χρησιμοποίησαν σαν πρωτόλεια αριθμομηχανή, φτάνοντας στις Αραβικές χώρες. Εκεί, ο Μωάμεθ, που ίσως γνώριζε τις χαλαρωτικές για το νευρικό μας σύστημα ιδιότητες του κεχριμπαριού προέτρεψε τους πιστούς να κρατούν προσευχητάρια με κεχριμπαρένιες χάντρες. Έτσι, σιγά σιγά η φτωχική γιρλάντα προσευχής γίνεται αξιοθαύμαστο κόσμημα, σύμβολο πλούτου, εξουσίας και κύρους. Μετατρέπεται σε διακριτό σκήπτρο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας. Μ’ αυτή του την «ιδιότητα» το κράτησαν στα χέρια τους Δαλάι Λάμα, Κινέζοι αυτοκράτορες, μαχαραγιάδες, εμίρηδες, σουλτάνοι και πασάδες. Σαν τέτοιο «σκήπτρο» το (επανα)εισάγουν στην Ελλάδα, οι Τούρκοι αξιωματούχοι που το χρησιμοποιούσαν για χαλάρωση μαζί με τα σερμπέτια και τα χανουμάκια τους. Νομοτελειακά κάπως, οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες και προεστοί, το παίρνουν στα χέρια τους, μιμούμενοι τους αφέντες τους και το κομπολόι πια «παίζει» τον δικό του ρόλο- ο σοϊλής (άρχοντας) της Μάνης αρκούσε να στείλει την «κομπολόγα» του στις οικογένειες που διατηρούσαν βεντέτα και οι σκοτωμοί σταματούσαν.  

Οι απλοί άνθρωποι, φτωχοί και καταπιεσμένοι, το κράτησαν στα χέρια τους, παρηγοριά και οδηγό στα νοερά ταξίδια νόστου και ελπίδας. Μ’ αυτό αναπολούσαν καλές μέρες ή απλώς «σκότωναν» το βασανιστικό καιρό τους. Στα χέρια των ανεξάρτητων, των μπεσαλήδων, των ανυπάκουων στις εξουσίες και των ενταγμένων στη «μάγκα» (ένοπλη ανεξάρτητη ομάδα που πολέμησε τους Τούρκους, με αντεξουσιαστική φιλοσοφία και ουσιαστική ανεξαρτησία), κρατήθηκε σαν σύμβολο δύναμης, αυτονομίας, ηρωισμού, μπέσας και ελευθερίας- πραγματικής «μαγκιάς» δηλαδή. Οι ψευτόμαγκες το κράτησαν για φιγούρα και προβολή.

Όσο το νεοελληνικό κράτος ισχυροποιούσε τις δομές του και έπαιρνε την απόλυτη εξουσία στα χέρια του- όπου πια τους «μάγκες τους πάτησε το τραίνο» και κάναν «τουμπεκί ψιλοκομμένο»- τόσο το κομπολόι περιθωριοποιούνταν και αποτραβιότανε στα συρτάρια της λήθης. Στα χρόνια που ακολούθησαν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, όπου οι περισσότεροι έτρεχαν για την ανοικοδόμηση, το στήσιμο της επιχείρησης και τη θεσούλα στο δημόσιο, το κομπολόι σχεδόν ξεχνιέται. Πολλοί το θεωρούν το «αξεσουάρ» του ψευτόμαγκα- που παίζει δυνατά το κομπολόι του για να προκαλέσει, αλλά κάποιος του λέει, «μη βροντοχτυπάς τις χάνδρες, η δουλειά κάνει τους άνδρες». Κι άλλοι, κουρασμένοι απ’ τη δουλειά και τη ρουτίνα λεν, «θα πουλήσω και πάρω κομπολόι…»

Η προκατάληψη και η απαξία αυτή προς το κομπολόι συντηρείται έως σήμερα.Κάποτε ήμουν καλεσμένος σε μια εκπομπή του Φώτη (Σεργουλόπουλου) και της Μαρίας (Μπακοδήμου). Ο σκηνοθέτης, για να κερδίσει χρόνο, με τοποθέτησε στο στούντιο, δίπλα στη γνωστή δημοσιογράφο κ.Παναγιωταρέα, ώστε η κουβέντα μας να εξελιχθεί παράλληλα. Όταν η Παναγιωταρέα με είδε δίπλα της αντέδρασε, ρώτησε «ποιος είναι αυτός;»- και μόλις της εξήγησαν ότι θα μιλήσω για το κομπολόι, με οργή και ασυναίσθητα με έσπρωξε (απαλά) και φώναξε, «αν αυτός σταθεί δίπλα μου εγώ φεύγω τώρα αμέσως! Ακούς εκεί… για το κομπολόι…»     Μόνο όταν η χώρα μας αναδεικνύεται σαν «τουριστικός προορισμός», το κομπολόι επανέρχεται δυναμικά σαν στοιχείο της παράδοσης και της λαϊκής μας τέχνης. Τότε καταπιάστηκαν μ’ αυτό αδαείς, καιροσκόποι και άσχετοι- που το κατάντησαν ένα αισθητικό έκτρωμα, φτιαγμένο από πλαστικές χάνδρες και ευτελή μέταλλα. Και το κομπολόι έχασε το χρώμα του, τον ήχο, τη ζεστασιά, το άρωμα του, τη θετική ενέργεια, την καλλιτεχνία- την Ψυχή του.

Οι παλιοί «εραστές» του κομπολογιού, όταν ασχολούνταν με το κομπολόι τους, έλεγαν «ρωγομετρώ» το κομπολόι… Αυτό μετά από κάποια χρόνια έγινε «κρατώ» το κομπολόι, για να λέμε σήμερα «παίζω» το κομπολόι… Αυτοί που έλεγαν «ρωγομετρώ», είχαν κομπολόι με χάνδρες από κεχριμπάρι, με μεταξένια φούντα, φιλοτεχνημένο σαν εξαιρετικό, ακριβό κόσμημα. Όταν το ρωγομετρούσαν ένιωθαν την ενέργεια, τον ηλεκτρισμό του κεχριμπαριού. Το νευρικό τους σύστημα χαλάρωνε και η φαντασία τους αφυπνίζονταν – το χάδι στη μεταξένια φούντα του κομπολογιού είχε το ίδιο, «διεγερτικό» αποτέλεσμα. Γι’ αυτό δεν έλεγαν απλά «χαντρομετρώ»- η σχέση τους με το κομπολόι γίνονταν ερωτική και ένιωθαν τη χάντρα σαν γυναικεία θηλή…



fashion addiction