Γιάννης Χαριτίδης "Ναι, υπάρχει ελληνικό underground"
Συνέντευξη στην Ευγενία Μίγδου
Share |

Ο   Γιάννης Χαριτίδης, μόλις τριάντα ετών και με ελάχιστο budget, καταπιάστηκε με μια δύσκολη και κοπιαστική καταγραφή: να φέρει στο φως για πρώτη φορά έργα και ημέρες μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας που έδρασε στον ελληνικό χώρο για τρεις περίπου δεκαετίες (1950-1980), περιθωριακά, ανορθόδοξα και υπογείως. Λογοτεχνία, ποίηση, εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος, εκδόσεις, ανέκδοτες και ενίοτε εξωφρενικές ιστορίες παρεών και προσώπων. Δύσκολο στοίχημα, που μάλλον το κέρδισε, κρίνοντας από τις αντιδράσεις του κοινού, τόσο κατά τη διάρκεια της προβολής, όπου η προσήλωση ήταν αμείωτη, όσο και στο τέλος της, όταν η ταινία χειροκροτήθηκε από όλους, γνώστες του αντικειμένου και μη.

 

Με τη λήξη της προβολής, απευθυνόμενος στο κοινό, είπες αυθόρμητα ότι θέλεις η ταινία να φτάσει στα πέρατα του κόσμου και ότι η Ελλάδα δεν βγάζει μόνο μαλάκες! Πώς σου ήρθε;

Το πιστεύω γι’ αυτό το είπα. Είναι πολύ σημαντικό να αναδειχτούν αυτά τα πρόσωπα, τα οποία με τη στάση ζωής και το έργο τους έδειξαν έναν άλλο δρόμο, θέλανε να αλλάξουν τον κόσμο, να ζήσουν με άλλους όρους. Στην Ελλάδα έχουν γίνει σε επίπεδο κουλτούρας εξαιρετικά πράγματα που είναι άγνωστα και τα οποία πρέπει να διαδοθούν.

Η ταινία ξεδιπλώνει στη διάρκεια μιάμισης ώρας ένα πολύπλοκο και εν πολλοίς αχαρτογράφητο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι που άνθισε στη σκιά της επίσημης κουλτούρας στην Ελλάδα. Από τη δεκαετία του ’50 και την Παράγκα του Σίμου του Υπαρξιστή μέχρι τους beat και το Rock n’ Roll, τους κύκλους των σουρεαλιστών, την ψυχεδέλεια και το underground των  ’70s. Τεράστιος όγκος δουλειάς αφενός και μεγάλο στοίχημα αφετέρου, να βγει προς τα έξω ένα επαρκές και τεκμηριωμένο όσο γίνεται αποτέλεσμα. Πώς ξεκίνησαν όλα;

Η ταινία αυτή είναι η διπλωματική μου εργασία στο μεταπτυχιακό της Σχολής Καλών Τεχνών. Είχα την επιλογή να κάνω fiction και είχα αρκετά σενάρια. Εντωμεταξύ, στηνόταν και η έκθεση στο Camp της Πλατείας Κοτζιά για το Αθηναϊκό Underground (σημ.: η εν λόγω έκθεση πραγματοποιήθηκε Ιούνιο – Σεπτ. 2012). Τότε ακόμα δεν ήμουν σίγουρος, δεν το είχα αποφασίσει. Αναρωτιόμουν αν μπορώ να καταπιαστώ με το συγκεκριμένο θέμα γιατί ήμουν εκτός αντικειμένου και ούτε καν 30 ετών. Σε όσους το έλεγα, όμως, θεωρούσαν ότι αυτό τελικά μπορεί να είναι πλεονέκτημα, με την έννοια ότι μπορεί να αποδοθεί καλύτερα από κάποιον που θα δει την όλη υπόθεση απ’έξω.  Κάπως έτσι ξεκίνησα.

Ξεκινάς λοιπόν να συγκεντρώνεις το υλικό και να καταγράφεις σε συνεντεύξεις μαρτυρίες από τα πρόσωπα-πρωταγωνιστές. Πόσο καιρό σου πήρε αυτή η έρευνα μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας;

Η όλη διαδικασία μου πήρε δύο χρόνια. Το υλικό που συγκέντρωσα είναι τεράστιο. Κάθισα μήνες να το επεξεργαστώ, ώστε να γίνει η τελική επιλογή. Για να πει κάποιος, όμως, ότι ξέρει καλά και σε βάθος αυτή τη σκηνή και τη δράση της, θα πρέπει να αφιερώσει τουλάχιστον μια πενταετία. Έχω αυτή τη στιγμή ένα πολύ μεγάλο αρχείο, με το οποίο μπορώ να δουλεύω για χρόνια. Αυτή η δουλειά, δεν είναι μια αισθητική ανάλυση, είναι μια μικρή εισαγωγή, μια πρώτη καταγραφή. Ουσιαστικά, από δω και πέρα ξεκινάει το θέμα.

Πόσο εύκολο ήταν να προσεγγίσεις τα πρόσωπα της ταινίας ώστε να σου εμπιστευθούν τις ιστορίες τους και να ανοιχτούν;

Στην αρχή ήταν όλοι πολύ διστακτικοί. Δεν τους ενδιέφερε. Η Μήτσορα, ας πούμε, μου έλεγε: «Ήρθε η ώρα να γίνουμε ντοκιμαντέρ;» και γέλαγε. Και είναι λογικό. Μετά από μια τέτοια πορεία και ζωή, όταν έρχεται ένας τύπος και σου λέει έλα να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ, σου φαίνεται αστείο. Γιατί κανείς από αυτούς δεν πιστεύει ότι έκανε κάτι τόσο ενδιαφέρον, ώστε να αποτελέσει αιτία για ντοκιμαντέρ. Χρειάστηκαν αρκετές επαφές ώστε να δεχθούν τελικά να μιλήσουν. Αλλά αφού βρεθήκαμε όλα πήγαν μια χαρά. Ήταν όλοι πολύ γενναιόδωροι και ανοιχτοί μαζί μου. Μου εμπιστεύτηκαν τρομερές ιστορίες που δεν τις έχει ακούσει κανένας και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό. Ο Βαλαωρίτης π.χ. μου είπε όλη την ιστορία της ποίησης στην Ελλάδα. Από ένα σημείο και μετά, οι ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει δεν με ενδιέφεραν.

Τι εντυπώσεις αποκόμισες από την επαφή με αυτούς τους ανθρώπους; Σας χωρίζει ηλικιακά και μόνο ένας ολόκληρος κόσμος.

Ήταν μια αποκάλυψη. Η ζωή και η τέχνη τους ήταν ένα πράγμα. Επιζητούσαν την απόλυτη ελευθερία πνεύματος και έκφρασης και παραμένουν ανυποχώρητοι, με συνέπεια λόγων και έργων. Άνθρωποι υπέρ-ενεργητικοί, ανήσυχοι και ταλαντούχοι, με τεράστιο εύρος γνώσεων. Σα να έχουν ζήσει από δέκα ζωές ο καθένας. Δεν πήγαν για τα φράγκα ούτε για τη δόξα, δεν εξαγοράστηκαν. Επίσης, πιστεύω ότι η στάση ζωής που ακολούθησαν δικαιώνεται σήμερα. Μπορεί η κοινωνία να τους περιθωριοποίησε, αλλά αποδεικνύεται ότι κράτησαν σωστή θέση στα πράγματα και δεν γελοιοποιήθηκαν όπως τόσοι άλλοι. Τους  βλέπω σαν αιώνιους εφήβους. Αυτό είναι ένα στοίχημα που λίγοι το κερδίζουν.

Η ταινία ξεκινάει με τον πολυσχιδή και αμφιλεγόμενο Λεωνίδα Χρηστάκη (σημ.: Λ. Χρηστάκης [1928-2010], ζωγράφος, συγγραφέας και εκδότης. Εξέδωσε τα περιοδικά Κούρος, Panderma και Ιδεοδρόμιο, μέσα από τα οποία αναδείχθηκαν συγγραφείς, ποιητές και εικαστικοί της εν λόγω underground Σκηνής), μέσα από ένα footage που είχε τραβήξει ο Τέο Ρόμβος το 2001. Βίος και πολιτεία. Τον είχες γνωρίσει;

Όχι. Είχα δει μόνο διάφορα τεύχη από τα περιοδικά του. Είναι εντυπωσιακό πόσα πράγματα μπορεί να κάνει κανείς στη ζωή του. Αν σκεφτείς τη δράση του από τότε που ήταν πιτσιρικάς με τη μουσική μέχρι και το θάνατό του, είναι κάτι απίστευτο. Αν δεν υπήρχε αυτό το ντοκουμέντο για τον Χρηστάκη, η ταινία θα χώλαινε σε μεγάλο βαθμό. Εντυπωσιακή προσωπικότητα η οποία δεν είναι ευρέως γνωστή. Σήμερα δεν βγαίνουν τέτοιες φυσιογνωμίες.

Η ταινία σε μεγάλο βαθμό επικεντρώνεται στη λογοτεχνία, την ποίηση και τα εικαστικά, για τα οποία μέχρι σήμερα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Το περιοδικό ΠΑΛΙ, τα κείμενα ή τα ποιήματα του Γιώργου Μακρή παλιότερα, τα κείμενα του Πάνου Κουτρουμπούση, του Δημήτρη Πουλικάκου και της Μαρίας Μήτσορα, η ποίηση του Σπύρου Μεϊμάρη και του Τάσου Δενέγρη, τα κόμιξ και τα σχέδια των Λυμπερόπουλου, Ταμπουρά, Πολίτη. Αναφέρω όσα θυμάμαι. Έχουν γίνει εξαιρετικά πράγματα και πρέπει να γίνουν γνωστά και να διαδοθούν, να μεταφραστούν, να μελετηθούν σε βάθος. Οι παλιότεροι ας πούμε έδειχναν ενδιαφέρον για όσα είχαν προηγηθεί. Ο Κουτρουμπούσης, ο Φέρρης κ.α. έψαξαν το ρεμπέτικο, κατέγραψαν μαρτυρίες οι οποίες διασώζονται σήμερα εξαιτίας τους. Έχω μια ανησυχία ότι πολύ σημαντικά πράγματα κινδυνεύουν να χαθούν ανεπιστρεπτί αν οι νεότερες γενιές δεν δείξουν ενδιαφέρον. Ελπίζω να υπάρξουν και πάλι πνευματικοί πυρήνες, συσπείρωση ανθρώπων που θα ασχοληθoύν σοβαρά. Με αφορμή την ταινία γνώρισα παιδιά, που το παλεύουν με μεγάλη ζέση. Υπάρχει ένα έμπρακτο ενδιαφέρον από κάποιους νεότερους οι οποίοι αναζητούν πλέον μια ταυτότητα.

Μιας και το θέτεις και έχοντας από την ταινία ένα μέτρο σύγκρισης, πώς βλέπεις τη δική σου γενιά;

Έζησα ως νέος την απόλυτη βλακεία. Μιλάμε για άλλο κόσμο. Πολλοί από τους παιδικούς μου φίλους δεν θα μπορούσαν να δουν αυτή την ταινία, γιατί δεν τους αφορά καθόλου. Όχι μόνον η συγκεκριμένη ταινία, αλλά καμιά ταινία για ποιητές. Το χρήμα και η κατανάλωση είναι οι δεδομένες και αναμφισβήτητες αξίες με τις οποίες μεγαλώσαμε. Δεν έχω δει τίποτε διαφορετικό. Πολλοί από εμάς τους νέους, από τη γενιά μας είμαστε γέροι. Δηλαδή, ήδη, τα μυαλά από τα 25 είναι συντηρητικά.

Πόσο σε επηρέασε αυτό το ντοκιμαντέρ;

Με άλλαξε ως άτομο. Τελείως. Αναθεώρησα οτιδήποτε σκεφτόμουν πριν. Είναι τελείως διαφορετικό να βλέπεις τη ζωή με μια ματιά, όπου έννοιες όπως ωφελιμισμός και ιδιοτέλεια δεν υπεισέρχονται σε κανένα σημείο. Το ελεύθερο, ανυποχώρητο και ζωντανό πνεύμα είναι το ζητούμενο όπου κι αν εκφράζεται. Είχα ήδη αρχίσει να κάνω τέτοιες σκέψεις όταν παράτησα την πρώτη μου δουλειά (προγράμματα για εταιρείες του χρηματιστηρίου), τώρα όμως είμαι σίγουρος ότι είναι σωστός ο δρόμος που επέλεξα.

Γιατί παραλείφθηκε το κομμάτι που έχει να κάνει με τα ναρκωτικά που, ως γνωστόν, έπαιζαν στην εν λόγω σκηνή;

Αν βάζαμε τα drugs θα έπρεπε να πετάξουμε κάποια άλλα πράγματα που υπήρχαν ήδη. Το είχαμε πιάσει το θέμα και είχαμε κάνει σχετικό κομμάτι. Δεν αυτολογοκριθήκαμε σε καμία περίπτωση, αλλά πλέον δεν χώραγε στο μοντάζ. Μου μίλησαν όλοι για αυτό. Κανείς δεν κρύφτηκε. Ωστόσο, η ταινία θα έχανε τον ρυθμό της. Επέλεξα στο ντοκιμαντέρ να μιλήσω για το έργο τους, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα από ένα ποίημα λ.χ., αποκαλύπτει την επιρροή του LSD.

Ένα από τα βασικά συστατικά της ταινίας ήταν και η μουσική επένδυση με πρωτότυπη μουσική του Τέρρυ Παπαντίνα.

Η μουσική του Παπαντίνα βοήθησε πάρα πολύ. Έχει μια μελαγχολία, μια ατελείωτη δύναμη και ένταση, η οποία συνυπάρχει με το θέμα της ταινίας. Νομίζω ότι αυτό το ένιωσαν όλοι

Παρόλο διατρέχει μια μεγάλη περίοδο στην οποία συνυπάρχουν πολλά ετερόκλητα στοιχεία, η ταινία κατορθώνει να παρουσιάσει τα καλλιτεχνικά φαινόμενα με συνοχή και ειρμό. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η δουλειά;

Δουλέψαμε πάνω σε ένα υλικό 200 ωρών συν τα ατελείωτα έντυπα και φωτογραφικά ντοκουμέντα, μαζί με τον Θανάση τον Μουτσόπουλο και τον Νεκτάριο Παπαδημητρίου, οι οποίοι χρόνια τώρα ερευνούν όλη αυτή τη σκηνή. Η βοήθειά τους ήταν πολύτιμη. Μου δώσανε τις κατευθύνσεις και τη σιγουριά ότι κινούμαστε σε σταθερό έδαφος για να προχωρήσουμε. Από κει και μετά ξαναείδαμε το υλικό 2-3 φορές και γράψαμε το σενάριο. Στη συνέχεια χρειάστηκε το μάτι του μοντέρ, του Γιώργου Ζαφείρη. Αφού είδαμε μαζί πολλές φορές το υλικό, κάναμε την τελική επιλογή.

Από ποιόν χρηματοδοτήθηκε; Υπήρχε παραγωγή;

Όχι με την κλασική έννοια του όρου. Χρηματοδοτήθηκε από μένα και το Νίκο Δαλέζιο που έβαλε και προσωπική εργασία και λεφτά από την τσέπη του. Κόστισε συνολικά 5.000 ευρώ, τα οποία ήταν πολλά για την τσέπη μας. Ό,τι χρήματα είχα αυτό το διάστημα τα έβαλα σ’αυτή την ταινία. Ουσιαστικά, αυτοχρηματοδοτήθηκα να ζήσω μια εμπειρία τρομερά πολύτιμη.

Πώς είδες την ανταπόκριση του κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας;

Συνομήλικοι και άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη είδαν την ταινία και τους άρεσε πολύ, πράγμα που μου έκανε εντύπωση. Αυτό ήταν για μένα το ζητούμενο: να ερεθίσει την περιέργεια για τους ανθρώπους αυτούς που τόσο ήθελα να αναδειχθούν μέσα από το ντοκιμαντέρ. Από αυτή την άποψη είμαι ευχαριστημένος.

Πιστεύεις ότι η χρονική συγκυρία, εν μέσω κρίσης, ευνοεί την ταινία;

Ναι. Αν η ταινία έβγαινε το 2004 δεν ξέρω αν θα είχε ιδιαίτερο νόημα. Υπάρχει ένα παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις underground σκηνές. Όλοι βλέπουν την παρακμή, την πλήρη κατάρρευση, τον ολοκληρωτισμό που απειλεί την ανθρωπότητα και γυρίζουν πίσω να δουν κάποια πράγματα, που αν και σημαντικά, πέρασαν απαρατήρητα.

 Ποια βλέπεις να είναι η πορεία της ταινίας; Θα φτάσει στα «πέρατα του κόσμου»;

Πιστεύω ότι θα βγει η ταινία στις αίθουσες. Είμαι θετικός. Υπάρχει ενδιαφέρον και νομίζω πως υπάρχει και κοινό. Εμείς θα προσπαθήσουμε να την πάμε παντού και παράλληλα να σταλεί στο εξωτερικό, σε φεστιβάλ. Είχαμε πει ότι θα το κάνουμε αυτό στην περίπτωση που η κόπια που έχουμε στα χέρια μας είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε.



fashion addiction