

Το καταφύγιο των Groovy και Fusion ήχων
C.T.I
Η Jazz στην .... πρίζα
Έχω αναφερθεί παλαιότερα σε όλο εκείνο το σκηνικό της έκρηξης του soul-jazz ήχου που παρατηρήθηκε στα 60'ς κυρίως και λίγο στην αρχή των 70'ς, με κυρίαρχο στοιχείο τον ήχο του hammond organ. Τότε ήταν οι εταιρίες της «Blue Note» και της «Prestige» που κατά κύριο λόγο κάλυψαν και κατέγραψαν αυτό το μουσικό κίνημα. Με την είσοδο όμως της δεκαετίας του '70 η όλη ιστορία άρχισε σιγά, σιγά να ξεφουσκώνει. Η jazz στο μεγαλύτερο κομμάτι της αναζητούσε εκείνη την εποχή κάτι διαφορετικό, έψαχνε ν' ανοίξει τους αυτοσχεδιαστικούς της ορίζοντες και να εκφραστεί μέσα απ' αυτούς ενισχύοντας τους δεσμούς της με τα ηχοχρώματα της Αφρικής και του υπόλοιπου κόσμου, ενώ το ιδεολογικό της υπόβαθρο ανίχνευε φιλοσοφικές σχολές της ανατολής. Κάπου εκεί, μέσα σε αυτό το συχνά δύσκαμπτο και δυσνόητο μουσικό περιβάλλον μια μερίδα μουσικών της jazz αναζητά έναν άλλο δρόμο έκφρασης μέσα από τον οποίο θα κρατηθεί ζωντανό το μοντέλο του soul-jazz ήχου εμπλουτισμένο όμως με πιο popular στοιχεία και με αρκετές πινελιές ηλεκτρισμού. Κάπου όμως όλη αυτή η κίνηση έπρεπε να βρει στέγη και αυτή ιδρύθηκε από τον παραγωγό Creed Taylor, έναν τύπο πού ήδη είχε συσσωρεύσει εμπειρίες ασχολούμενος με ηχογραφήσεις στα studio μεγάλων εταιριών του χώρου.
Ο Taylor έστησε λοιπόν την εταιρεία του έχοντας μια απολύτως
συγκεκριμένη εικόνα ήχου στο μυαλό του, αλλά ταυτόχρονα είχε την διορατικότητα
να αφήνει τους καλλιτέχνες του να αναπτύξουν τις προσωπικές τους ιδέες χωρίς να
τους καθορίζει όρια (κάτι που στο παρελθόν γινόταν κατά κόρον από άλλους
παραγωγούς). Έτσι, στις ηχογραφήσεις της C.T.I.
ανακαλύπτεις από την πρώτη κιόλας στιγμή μια νέα αίσθηση για τον ήχο. Οτιδήποτε
καλό και πολύτιμο από την ιστορία της soul-jazz κρατιέται κι αναπτύσσεται,
δίπλα του όμως έρχονται κι ακουμπούν καινούργια πράγματα.
Είμαστε πια στην εποχή όπου ο ηλεκτρισμός κυριαρχεί στη
μουσική, έτσι στα studio της C.T.I. δίπλα στα σαξόφωνα, τα φλάουτα και τις
τρομπέτες ακούγονται πια ηλεκτρικά μπάσα και κιθάρες, αλλά και στίχοι και
τραγούδια. Ο Creed Taylor βλέπει έγκαιρα την ανάγκη του κοινού για ανάπτυξη του
jazz ήχου προς μια πιο pop κατεύθυνση και με το ιδιαίτερο ταλέντο του ως
παραγωγού καταφέρνει κι εμπνέει τους καλλιτέχνες της εταιρίας του προς αυτή την
κατεύθυνση. Με αυτόν τον τρόπο, ο κατάλογος της C.T.I. αρχίζει ν'
αναπτύσσεται περιλαμβάνοντας ονόματα που έχουν ήδη ιστορία πίσω τους, τόσο στο
χώρο της straight jazz και του Be-bop αλλά και σε αυτόν της soul-jazz. Το πιο
τρανταχτό παράδειγμα είναι αυτό του George Benson, ο οποίος έχοντας πίσω
του κάποια ομολογουμένως καλά δείγματα δουλειάς στην Prestige και την
Coloumbia, με έντονη την σφραγίδα του soul-jazz ιδιώματος, εισέρχεται στο
δυναμικό της C.T.I. κι απελευθερώνεται έχοντας τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει
φωνητικά στις ηχογραφήσεις του αλλά και τον απαραίτητο χώρο ώστε ν' αναπτύξει
όλη τη δυναμική του ταλέντου του και της κιθαριστικής του δεξιοτεχνίας. Έτσι, ο Benson προχωρά σε μια σειρά ηχογραφήσεων όπου
στάνταρντ jazz δρόμοι ενώνονται με funky στοιχεία, αυθεντική groovy διάθεση
αλλά και μια τάση για εξερεύνηση άλλων μουσικών χώρων και πολιτισμών. Το
αποτέλεσμα ήταν κλασικοί πια δίσκοι σαν τα «Bad Benson», «White
Rabbit», «Beyond the blue horizon», «Body Talk» και μερικά
ακόμη πού αποτυπώνουν αυτό το μουσικό φαινόμενο που ονομάζεται George Benson.
Παράλληλα όμως η C.T.I. ακριβώς γι' αυτό το πνεύμα
ελευθερίας που τη διέπει, γίνεται πόλος έλξης και για άλλους φτασμένους μουσικούς
της jazz. Συναντάμε λοιπόν την τρομπέτα του Freddie Hubbard που με
δίσκους σαν το «First Light» σπάει τα δεσμά της με το be-bop ήχο, ο Chet
Baker και ο Gerry Mulligan καταγράφονται από τα μικρόφωνα της
εταιρείας σ' ένα ιστορικό reunion στο Garnegie Hall τη χρονιά του '74, ο
περίφημος μπασίστας Ron Carter εξερευνά κι αυτός ιδιαίτερα ηχοτοπία μέσα
από εκείνα τα απολαυστικά «Blues Farm» και «Spanish Blue», στην
ομάδα και ο κλασικιστής βιμπραφωνίστας Milt Jackson που στην C.T.I.
ανακαλύπτει και μας προσφέρει την groovy πλευρά της μουσικής του
προσωπικότητας. Ακόμη δύο κορυφαίοι κιθαρίστες της jazz προσχωρούν στο δυναμικό
της εταιρείας ο Kenny Burrell και ο Jim Hall. Ο πρώτος με το «God
bless the child» και ο δεύτερος με το «Concerto». Όσο για τον κόσμο του
σαξόφωνου αυτός εκπροσωπείται επάξια από τέσσερα σπουδαία πρόσωπα, τους Stanley
Turrentine, Hank Craford, Joe Farrell και Paul Desmond. Όλοι
τους με προϊστορία κι εύσημα έρχονται να βάλουν κι αυτοί τη δική τους σφραγίδα
στο μουσικό δημιούργημα του Creed Taylor.
Έτσι, μέσα σε
μερικά χρόνια φτιάχτηκε ένας κατάλογος δεκάδων τίτλων που όχι μόνο όρισε μεγάλο
κομμάτι της μουσικής ταυτότητας της δεκαετίας του '70, αλλά λειτούργησε κι ως
προθάλαμος μέσα στον οποίο ζυμώθηκαν κι αναπτύχθηκαν εκείνα τα στοιχεία που
οδήγησαν λίγο αργότερα στη δημιουργία του fusion ιδιώματος, ενώ εκεί βρήκε
ιδέες και πάτησε για να δουλέψει όλη η γενιά της acid jazz των 90'ς. Και όλ'
αυτά ακριβώς γιατί η ανήσυχη φύση και το διορατικό πνεύμα του παραγωγού Creed
Taylor έβλεπε μπροστά εξασφαλίζοντας έτσι στους καλλιτέχνες και τις
ηχογραφήσεις τους το στοιχείο της διαχρονικότητας.






