Βούδα...πέστη!
Του Δημήτρη Τζιμέα
Share |

«Γεια χαρά, το συνέδριο που μελετούσα του είναι σε 5 μέρες στην Βουδαπέστη. Μήπως γίνεται να με στείλεις;»


Κατά τις 8 το πήξιμο είχε φτάσει σε απίστευτα επίπεδα με δυο τόμους πρακτικών συνεδρίων τεχνητής νοημοσύνης στο κεφάλι μου για να μη πω πουθενά αλλού! Ωστόσο, η επόμενη μιάμιση ώρα άλλαξε τελείως την τροπή των γεγονότων. Εκεί που μελετούσα, αντελήφθην ότι ένα συνέδριο είναι ακριβώς πάνω σε αυτό που μελετάω και καλό θα ήταν να κοιτάξω μπας και στείλω κανένα δισέλιδο για δημοσίευση γιατί αλλιώς με βλέπω να δημοσιεύω στο περιοδικό της ένωσης ελλήνων φυσικών. Για κακή μου τύχη οι ημερομηνίες για το συνέδριο είχαν περάσει για τα καλά και μάλιστα θ? άρχιζε μόλις σε πέντε ημέρες στη Βουδαπέστη. Κρίμα σκέφτηκα, αλλά έστειλα στη
supervisor μου, ένα email με το εξής περιεχόμενο,

«Γεια χαρά, μόλις έπεσε στην αντίληψη μου ότι αυτό το συνέδριο που μελετούσα τα πρακτικά του είναι σε 5 μέρες στην Βουδαπέστη. Μήπως γίνεται να με στείλεις;» Δεν έδωσα περαιτέρω σημασία και ξανάβαλα το κεφάλι μου σε κάτι παρανοϊκές συνδεσμολογίες τεχνητών νευρονίων. Δεν πέρασαν όμως πάνω από 20 λεπτά και έλαβα το εξής mail, «Κλείσε και πήγαινε το γρηγορότερο, μεθαύριο πέρνα να ζητήσουμε προκαταβολικά τα χρήματα για τα έξοδα».

Καλωσήρθατε στον εικοσάμετρο μπουφές του coffeebreak

Από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος απογειώθηκε και κατά τις 10.30 το πρωί της Δευτέρας ήμουν στο σούπερ-σπέσιαλ-έξτρα ξενοδοχείο ακούγοντας τις σοφές παροτρύνσεις του εναρκτήριου λόγου του συνεδρίου. Κάπου στο μισάωρο χάθηκε κάποιο κομμάτι του ενθουσιασμού μου, αλλά ο εικοσάμετρος μπουφές του coffeebreakμε έκανε να τα ξεχάσω όλα. Εκεί, γύρω από τα καναπεδάκια και τα κέικ με σοκολάτα κι αμύγδαλα έγιναν και οι πρώτες επαφές. Ομολογώ, λόγω της διαφορετικότητάς μου στην εμφάνιση, ότι ένιωθα σα δωδεκάχρονο πιτσιρίκι που του την πέφτουν άγριοι παιδεραστές. «Από που είσαι εσύ;», «σε ποια σχολή είσαι;», «τι θα παρουσιάσεις;».Κατάλαβα ότι θα έπρεπε να κινηθώ σε άλλο μήκος κύματος, κάτι σαν την έκτη δημοτικού, γαλαρία, τελευταίο θρανίο και γεια σας, αλλιώς δε θα την έβγαζα καθαρή.

Χιμπαμάχ, ένας απίστευτος Βραζιλιάνος

Στο ακριβώς δίπλα θρανίο καθόταν και ο Χιμπαμάχ, ένας απίστευτος Βραζιλιάνος με πολύ αστεία εμφάνιση που απ? ότι μου εξιστόρησε μετά, εκτός απ? το ότι  έπρεπε να δουλέψει κανένα εξάμηνο για να βγάλει τα έξοδα του συνεδρίου, είχε να αντιμετωπίσει κι ένα θηρίο γραφειοκρατίας για να καταφέρει να βγάλει το μαγικό χαρτάκι. Αυτό μου θύμισε μια παρόμοια περίπτωση από το πανεπιστήμιο Αθηνών, που κάποιος φιλόδοξος φοιτητής ήθελε να δείξει τη δουλειά του σ' ένα συνέδριο στη Δανία και ο καθηγητής του, του είπε «κοίτα, είναι πολύ θετικό ότι δέχτηκαν τη δουλειά σου, τώρα....είναι ακόμα Μάιος, μέχρι το Νοέμβρη έχεις χρόνο. Ξεκίνα και όταν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη ρίξε ένα τηλέφωνο να ξέρουμε τουλάχιστον ότι είσαι καλά!». Οι παρουσιάσεις είχαν πάρει φωτιά για τα καλά και σιγά, σιγά το τελευταίο θρανίο είχε μπουκώσει στον κόσμο. Το teamσυμπλήρωναν δυο ανδαλουσιάνες κι ένας που το διαβατήριό του ήταν ο ίδιος ο ΟΗΕ, αλλά κατά τη δική του μαρτυρία πρέπει να έφερνε πιο πολύ σε ινδοπορτογάλο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε στην έδρα και ένας Έλληνας από Αγγλία ο οποίος πρέπει να είχε κάποιο πρόβλημα γιατί με το που του είπα ένα «γεια χαρά» σε κάποιο από τα διαλείμματα, ο τύπος άλλαξε εφτά γωνίες και κρύφτηκε πίσω από ένα γιγαντιαίο ισπανό προφέσορα. Δοκίμασα να του μιλήσω και κάποια άλλη στιγμή αλλά μάλλον προτιμούσε να μιλάει με κάτι υπεραιωνόβιους συνέδρους που πιθανότατα να φτιάξανε το πρώτο τους πρόγραμμα σε ΑΤΑRI  παίζοντας το βατραχάκι που περνά τη λεωφόρο.

Συνέδριο Β' ημίχρονο

Όλ' αυτά βέβαια δεν είχαν και τόση σημασία γιατί κάπου στα μισά έφτασε η ώρα του διαστημικού μπουφέ και τα στόματα σώπασαν. Το τελευταίο θρανίο έκανε μια πολυεθνική αλυσίδα σωτηρίας κι έτσι με ελάχιστο κόπο τα κοψίδια έφτασαν στο τελευταίο τραπέζι. Φύγανε κουμπιά, φερμουάρ, πουκάμισα, γραβάτες...Τι τεχνητά δίκτυα νευρονίων και τηλεγραφόξυλα, σαν το κοψίδι δεν είναι τίποτα! Και να σκεφτεί κανείς, από την εποχή του χαλκού, (φωτιά + ακόντιο= κοψίδι, απίστευτα απλή μα θαυματουργή εξίσωση), οι τύποι τα είχαν πει όλα!
Το δεύτερο μέρος συνοδεύτηκε με απίστευτα ρεψίδια σε διάφορες τονικότητες. Βέβαια κάποια στιγμή έπαιξε ένα χαμηλό βαρομετρικό με διαφορικές εξισώσεις, το οποίο σε συνδυασμό με μια τυρβοειδή κίνηση γενετικού-εξελικτικού προγραμματισμού έφεραν τυφώνες χασμουρητώνπου ούτε ντους με καφεΐνη δε θα έκαναν το φαινόμενο να κοπάσει. Το επόμενο θέμα σχετιζόταν με μουσική και πραγματικά δεν άντεξα και πήγα στην τουαλέτα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου μπας και συνέλθω. Σε κάποια φάση ο παρουσιαστής είπε «...για να εκτελέσουμε τα πειράματά μας χρησιμοποιήσαμε δύο κλασσικά τζαζ θέματα, το «bodyandsoul» και το «gypsyeyes»» και πραγματικά μόνο και μόνο οι τίτλοι των τραγουδιών ακούστηκαν σαν ποίηση του Πρεβέρ μέσα σ' αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο... bodyandsoul και gypsyeyes, τι ποίηση, τι μελωδία. Πιο μετά έτυχε να μιλήσω με αυτόν που το παρουσίαζε και με ρώτησε τι γνώμη μου...Δε θα έπρεπε γιατί ήμουν σε μια στιγμή που η μια ανδαλουσιανή μου εξηγούσε πως φτιάχνουν την paella στο νότο, χωρίς να ψιλοκόβουν την πατάτα. Προσπάθησα να τον αποφύγω αλλά πραγματικά ο τύπος επέμενε τόσο πολύ που μάλλον ήθελε να μου κάνει χαλάστρα. Έπιασε να λέει για κάτι projects, κάτι researchgroups και κάτι κονδύλια που ανάγκασε την μαΐτρ της ανδαλουσιανής μαγειρικής σε άτακτη φυγή για τουαλέτα. Τα πήρα και εγώ στο κρανίο και του λέω «αφού ρε φίλε δε βλέπεις ότι όλα είναι καραμάταια, τι προσπαθείς εδώ και μια δεκαετία να φτιάξεις ένα πρόγραμμα που να παίζει το gypsyeyes σαν κλανιά. Κάνε ένα χρόνο κλαρίνο, θα το παίζεις και καλύτερα, θα ξεδώσεις κιόλας να γουστάρεις». Μάλλον δε θα έπρεπε να τονίσω τη λέξη δεκαετία, αλλά ο τύπος αντί να γυρίσει και να μου σκάσει μπουκέτο, μου κάνει «πολύ ενδιαφέρουσα η άποψή σου, δεν την έχω ξανακούσει, πες μου για αυτή». Τότε έσκασε ο Χιμπαμάρ και με σπαστά ισπανικά άρχισε να λέει ότι αύριο το πρόγραμμα έχει για τους συνέδρους σούπερ σπέσιαλ κρουαζιέρα στο Δούναβη και δε θα πρέπει να τη χάσουμε με τίποτα. Τον άφησα εκεί να τα ξαναπεί και την έκανα μ? ελαφρά πηδηματάκια για την πανσιόν μπας και ξελαμπικάρει το αυτί μου.

Βουδαπέστη, το Παρίσι του ανατολικού μπλοκ

Έριξα ένα δίωρο ύπνο και μετά βγήκα να δω λίγο Βουδαπέστη. Αυτή η πόλη είναι το κάτι άλλο. Θυμάμαι πολύ παλιά κάποιος μεγαλύτερος που είχε έρθει εράσμους εδώ, να λέει «Βουδαπέστη, το Παρίσι του ανατολικού μπλοκ, αλλά και τώρα είναι ακόμα καλύτερα». Μπήκα σ' ένα εστιατόριο και πήρα τη γνωστή συνταγή «τα έως άνω με σαντιγί», του testing, κατεβάζεις τον κατάλογο μια ευθεία και μια ανάποδα (τα ανάποδα με σαντιγί, τα ευθεία χωρίς) μιας και άλλος κερνάει και άλλος πίνει. Το τελευταίο προφιτερόλ ήταν εξαιρετικά αφιερωμένο στο Μπέρτυ, τον πρωθυπουργό αυτής της υπέροχης χώρας που ξέρει να περιποιείται τους φοιτητές της.
Βγήκα για ένα άκρως αργό και χωνευτικό περίπατο μετρώντας τα πλακάκια του πεζοδρόμου χρησιμοποιώντας μόνο πρώτους αριθμούς. Όλα ήταν ΟΚ, αλλά κάτι ήταν διαφορετικό σε αυτό το ταξίδι. Ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη φορά που πήγαινα σε κάποιο μέρος εντελώς μόνος, χωρίς να ξέρω κανένα και πραγματικά η αίσθηση ήταν τελείως διαφορετική. Κάθε δραστηριότητα γίνεται απόλυτα λειτουργική χάνοντας κάθε κοινωνιολογικό χαρακτήρα. Τρως για να χορτάσεις, πίνεις καφέ για να ξυπνήσεις, βγαίνεις σε μπαρ για να πιεις, μπαίνεις σε μουσεία για να επισκευτείς, κοκ. Όταν πας με κάποιον κόσμο διακοπές, έστω και με έναν άνθρωπο, όλ' αυτά αλλάζουν τελείως. Τρως για να τα πεις, πίνεις καφέ για να κοζάρεις-κριτικάρεις, βγαίνεις σε μπαρ για να κοινωνικοποιηθείς. Εκεί θυμήθηκα ένα σωρό κόσμο που πάει στα πιο κουφά μέρη εντελώς μόνος του. Ήθελα να ήξερα πώς τι βγάζουνε. Αυτό μάλλον δεν πρόκειται να το κάνω ποτέ.
Είχε κάπως περάσει η ώρα, το αρνάκι είχε πάψει να τα λέει με το μοσχάρι μέσα μου και είχα βάλει τα ακουστικά στα αυτιά μου παίρνοντας το δρόμο για την πανσιόν. Εκεί κάπου στον τουριστικό πεζόδρομο περνάνε δυο...κοπέλες με ομπρέλες και με σταματάνε. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι ακριβώς λέγανε γιατί οι φωνές τους μπλεκόντουσαν με κάτι τσίτα βιολιά Βάγκνερ. Μετά αρχίσανε να μου λένε ότι με είδανε χτες με ένα φίλο μου μαυριδερό στο «juicycactus», ένα γνωστό μπαρ. Το μυαλό μου πήγε στο Χιμπαμάχ, αλλά είχα ξεχάσει τον εξωτερικό σκληρό μου σπίτι και δε θυμόμουνα ούτε τι έτρωγα πριν από μια ώρα. Πιάσαμε λίγο την κουβέντα και καθώς μάζευα τα καλώδια από τα ακουστικά μάζεψα και τα μυαλά μου και συνειδητοποίησα ότι οι γκόμενες μου την πέφτανε άγρια. Μήπως είναι τελικά καλή φάση να πηγαίνεις διακοπές μόνος σου; Με τα πολλά έπεσε η πρόταση να πάμε σε μια παμπ. Κάπως έτσι όμως μαζεύτηκαν πολλά τα περίεργα σημεία γιατί από τη μια σήμερα δεν είχε βρέξει καθόλου και από την άλλη χτες το βράδυ ήμουνα κάτι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και έπινα τις μπύρες μου κάτω από κέλτικους ρυθμούς, ενώ ο Χιμπαμάχ τάιζε καρύδες κάτι μαϊμούδες στον Αμαζόνιο!
Η είσοδος στην παμπ ήταν αποκάλυψη. Το μέρος ήταν σαν ρεστωράν ακριβού ξενοδοχείου με κάτι ενυδρεία και τεράστια φυτά για διακόσμηση. Στο βάθος έπαιζε μια απίστευτα παρακμιακή μπάντα, για την ακρίβεια ντουέτο. Ένας τύπος με πέντε, έξι CASIOφαρφίζες έπαιζε όλα τα όργανα και μια τραγουδίστρια ερμήνευε με απίστευτο τρόπο το «LastchristmasIgaveyoumyheart....». Ήθελα πάρα πολύ να κάτσω για να βιώσω όσο πάει τον απίστευτο σουρεαλισμό της φάσης, άλλα βγήκε σε παράθυρο πάνω δεξιά η φάτσα του φίλου μου του Τσέχου που σε εντελώς ανάλογη περίπτωση στη Βουλγαρία, οι κοπέλες με τις ομπρέλες θέλανε να πιουν ΜΟΝΟ ουίσκι και ενώ τα ποτά ήταν πάνω κάτω νορμάλ, το ουίσκι είχε διαπλανητική τιμή. Έτσι δυστυχώς μετά το «LastChristmasIgaveyoumyheart...» έπαιξε το «φέτος θα πάρεις τ' αρχίδια μου...» και την έκανα με πλάγια πηδηματάκια, χάνοντας το υπόλοιπο του κονσέρτου. Κρίμα!

Μια στρατιά κοριτσιών με ομπρέλες

Την άλλη μέρα το συνέδριο κύλησε με ομαλούς ρυθμούς και κινήθηκε κάτω από τη σκιά της κρουαζιέρας στο Δούναβη. Το παράξενο είναι ότι πάρα το σοκ της πρώτης μέρας, τη δεύτερη είχα αρχίσει να καταλαβαίνω λίγο τους ομιλητές. Μπας και είχα αρχίσει να γίνομαι διάνοια; Η απάντηση ήρθε σύντομα από το συντονιστή όταν είπε «αυτά με τις παρουσιάσεις του projectτων πρωτοετών του πανεπιστημίου του κουλουμουζουτού universitycity, τώρα ας περάσουμε στα κυρίως θέματα....». Ε, στα κυρίως θέματα αποφάσισα να καταλάβω πεισματικά και άρχισα να ρωτώ, αλλά ο Χιμπαμάχ μου είπε με σπαστά ΑγγλοΙσπανοΠορτογαλλικά, «αφού δεν τα πιάνεις τι το ψάχνεις;». Το άτομο ήταν τρομερό. Είχε έρθει από τις ζούγκλες του Αμαζόνιου και τις φαβέλες με αυτοδίδακτα αγγλικά και δανεικό κουστούμι συνεδρίου. Τι να πω; Απίστευτη θέληση, μήπως θα έπρεπε να μπω σε σκέψεις;
Στο υπόλοιπο με έπιασε το σύνδρομο του άριστου μαθητή στο γυμνάσιο και άρχισα να κρατώ σημειώσεις. Κάπως τα πήγα καλύτερα, αλλά όλες οι ενοχές μου περάσανε καθώς περνούσα στη γέφυρα του κρουαζιερόπλοιου-διαστημόπλοιου του ξενοδοχείου. Το απίστευτο αυτό όχημα ήταν ιδιοκτησία του ίδιου του ξενοδοχείου και το χρησιμοποιούσε για τις δεξιώσεις του. Το όλο σκηνικό ήταν μοναδικό. Τα βιολιά βαράγανε το «Γαλάζιο Δούναβη» στο autorepeat και το πενηνταμελές προσωπικό μάζευε τα ρούχα για την γκαρνταρόμπα, ενώ άλλοι πρόσφεραν απεριτίφ για ν' ανοίξει η όρεξη. Κάπου στο βάθος ήταν και μια πισίνα η οποία κατά μήκος και στις δυο πλευρές είχε μπουφέ...σε σχηματισμό τείχους! Σιγά, σιγά το κλίμα ζεστάθηκε και όταν άνοιξε ο μπουφές, το πλοίο μπάταρε από τη μια αφού καμιά τρακοσαριά σύνεδροι άφησαν κατά μέρους τις διαφορικές εξισώσεις και τις αποστολές τις N.A.S.A.  στην Αφροδίτη και την πέσανε χωρίς οίκτο. Τα γκαρσόνια είχαν γκαζώσει και οι πιατέλες πηγαινοερχόντουσαν με τα κύματα του Δούναβη. Μια απίστευτα δεμένη ομάδα, αυτή του τελευταίου θρανίου, γεμάτη τόλμη και νιάτα δείχνοντας συντονισμό και πειθαρχεία προκρίθηκε στα τελικά του 4Χ100μ. (όπου μ.-μπουφές). Όταν δε τα βιολιά άρχισαν να συντονίζουν τις κινήσεις των πιρουνιών, η εικόνα ήταν κάτι σαν από μιούζικαλ του '60.
Μετά την αναστροφή του διαστημοπλοίου έπαιξαν και κάποιοι επικοί λόγοι κλείνοντας έτσι και επίσημα το συνέδριο, γεγονός που σύμφωνα με τα λεγόμενα των συνέδρων θα έδινε μια άλλη ώθηση στην έρευνα του συγκεκριμένου πεδίου. Κάπου προς το τέλος γινόντουσαν και οι διακανονισμοί για μια ομαδική έξοδο στο κέντρο της Βουδαπέστης bynight, αλλά δεν ξέρω κάπου είχε κάπου παραπάει η όλη φάση και είχα πάψει να το διασκεδάζω. Δε μπορούσα να με φανταστώ ν' ακούω για τεχνητά συστήματα νοημοσύνης στο διάστημα υπό μπιτ ρυθμούς και σφηνάκια τεκίλας. Νομίζω σε αυτό το χωροχρονικό σημείο η φαυλότητα και η ματαιότητα της επιστημονικής κοινότητας είχαν βαρέσει κόκκινο, δημιουργώντας έτσι ένα τοπικό μέγιστο σχεδόν κβαντομηχανικά και αυτό είχε σαν συνέπεια μια απίστευτη τάση φυγής. Έτσι, μέσα στην αναμπουμπούλα της γκαρνταρόμπας την έκανα με πλάγια πηδηματάκια κι έτρεξα για την αποβάθρα.
Πηγαίνοντας προς την πανσιόν, διέσχισα ξανά τον πεζόδρομο αλλά ερχόμενος από την αντίθετη πλευρά. Είχε πέσει πολύ κρύο και ο ηπειρωτικός αέρας ξύριζε. Σε κάποια γωνία δύο κοπέλες είχαν πιάσει κάτι τουρίστες με ένα χάρτη και τους εξηγούσαν που να πάνε. Πιο πέρα με σταματήσανε κάποιες άλλες κοπέλες που κρατούσαν και αυτές ομπρέλες. Την τέταρτη φορά δε σταμάτησα, σήκωσα το κεφάλι μου και χαμογέλασα, δεν θα μπορούσα να διασχίσω ποτέ αυτόν τον πεζόδρομο. Μια στρατιά κοριτσιών με ομπρέλες με περίμενε, είχε κάτι να με ρωτήσει και εγώ είχα πάλι ξεχάσει τον εξωτερικό μου σκληρό σπίτι. Βγήκα στον παράλληλο και προχώρησα με γοργά βήματα.

Δυνάμωσα τη μουσική στα ακουστικά.

«Roxanne, you don' t have to put on the red light tonight...»



fashion addiction