Fiasko
Tου Αλέξη Γαγλία
Share |

- Πως γίνεσαι αστροναύτης; (1.140 mw)*


Ο Τζο Παπαδόπουλος είναι 16 χρονών. Ζει στη Χώρα του Άϊβλάχο, νότια του Αιντάχο και τέσσερις οργιές κάτω από το παρκέ του Κολωνακίου, δίπλα σ' αρχαίες στοές και αριστουργήματα της σκέψης που έχουν σκεπαστεί από βρώμικα, μολυσμένα χώματα και άπλετο - σαν φως - τσιμέντο εγκιβωτισμένο σε σχήματα σπιτιών. Το ίδιο το σπίτι του Τζο είναι μια mini έπαυλη, με ένα μαύρο κήπο και μια ζελατίνα γύρω του σαν κέλυφος και αετώματα σε κάθε γωνία της τοιχοδομής. Τα πουλιά είναι μαρμάρινα και έχουν εμποτιστεί με κάμερες στα μάτια τους. Ο Τζο, απ' το μπροστά μπαλκόνι βλέπει το πάρκινγκ του Κοινοβουλίου της Χώρας του - από ένα μικρό παράθυρο στο τελευταίο δωμάτιο έχει θέα τον ουρανοξύστη της Κεντρικής Ασφάλειας. Πριν ήταν ένα άδειο οικόπεδο και εμπρός του η θάλασσα, αλλά η έκταση ανήκε στη Μητρόπολη, που για να δοξάζει αποτελεσματικότερα τον Θεό - που είναι το παν, άρα κυρίως χρήμα - την πούλησε στους μπάτσους για να αναγείρουν τον οίκο τους.
Παρότι σχετικά πλούσιος, ο Τζο διάγει βίο λιτό. Οι γονείς του, που δουλεύουν όλη μέρα για να κοιμούνται βαριά σ' ένα όμορφο σπίτι και να μη γαμιούνται ποτέ, τον έχουν ξεκόψει από περιττές πολυτέλειες κι επικίνδυνες παρέες. Ταξίδια, μουσική, βιβλία, κοπήκανε όλα με το μαχαίρι από γεννησιμιού. Ομφάλιος λώρος. Δεν τα άγγιξε ποτέ του. Λίγοι φίλοι - επιτρεπτοί απ? το γονικό καθεστώς - που όμως μένουν μακριά κι έτσι τους συναντά μόνο το Σ/Κ. «Ευτυχώς κιόλας», έλεγε η μαμά του, που λόγω του ότι ο σύζυγος της και μπαμπάς του Τζο, στο σπίτι μόνο έτρωγε κατεψυγμένα κι έβλεπε αθλητικά, αυτή παλούκωνε το Τζο δίπλα της στον καναπέ και απομνημόνευαν μαζί διαλόγους από σήριαλ και τακτικές για πεντοχίλιαρα σε τηλεοπτικά παιχνίδια. «Ο Τζο είναι η παρέα μου», έλεγε συγκινημένη όπου κι αν βρίσκονταν, σε χασαποταβέρνες, σε γκαλά και άλλες νεκρικές ομήγυρες. Αλήθεια, τον αγαπούσε πολύ. Και γι' αυτό δεν του είπε παραμύθια ποτέ της.
Ο Τζο αγαπούσε επίσης τη μητέρα του. Δεν ήξερε μόνο πόσο πολύ. Σίγουρα αγαπούσε πολύ την Ντόροθι, μια ξανθιά συμμαθήτρια του, μυαλό ξυράφι, γλυκιά φωνή και τουρλωμένα οπίσθια μέσα στο τζιν. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ - αλλά αν καταλάβαινε κανά μαλάκα, ανώμαλο, να την πειράζει, αν ένιωθε κάποιον να θέλει να της κάνει κακό, το ορκιζόταν στον κολλητό του, δε θα λογάριαζε τίποτα για τον εαυτό του, θα τον σκότωνε. Για τη μάνα του, τόσο υψηλά αισθήματα δεν ήταν σίγουρος πως τρέφει. Μια φορά πήγε να της ανοίξει κουβέντα, έφερε το θέμα κάπως στη Ντόροθι, κι αυτή τον αποπήρε, «καλή, χρυσή κοπέλα, είναι όμως ξένη, μικρέ μου, αγαπημένε Τζο, μονάκριβε υιέ μου».
Τον τελευταίο μήνα ο Τζο δεν έχει πει λέξη στη μάνα του. Ο μπαμπάς Παπαδόπουλος αναρωτιέται μήπως το παιδί θέλει βοήθεια κάποιου ειδικού, ψυχολόγου, ψυχίατρου, μια κοκτέλα, κάποια ντόπα τελοσπάντων, «απλά είναι τα πράγματα». Ο Τζο φέρεται πράγματι περίεργα, ύποπτα σχεδόν. Παρακολουθεί ακόμα πολύ τηλεόραση τα βράδια, αλλά από τη βόλτα του γυρνά όλο και πιο νωρίς. Απασχολείται με τη διακόσμηση του δωματίου του και απ? όλα τα επαγγέλματα, αυτός θέλει να γίνει αστροναύτης. Μόνο που δεν ξέρει πως. Και ούτε το αισθάνεται να ρωτήσει. Χθες, επισκέφτηκαν την τάξη του πεζοναύτες αξιωματικοί, με χρυσά αστέρια στον ώμο τους και μια ρητορική για τα ιδανικά του στρατού, πουτουακούστηκε πολύπιο στέρεα και δυνατή από τις ασυναρτησίες των δικών του και της τηλεόρασης. Αύριο θα έρθουν από τη Γ.Α.Δ.Α., ειδικοί παιδοασφαλίτες.
Τα παιδιά θα τους ρωτήσουν πολλά πράγματα, περισσότερα απ? όσα έχουν ρωτήσει ποτέ τους δασκάλους κι αυτοί θα συζητήσουν μειλίχια μαζί τους, θα φορούν παλαιστινιακό σακάκι αντί εξάρτησης και δε θα φέρουν σιδηρογροθιές αλλά μολύβια. Ο Τζο το ξέρει αυτό - έτσι έγινε και με τους στρατιωτικούς, όταν στις 17 Νοέμβρη επισκέφτηκαν το σχολείο τους. Παλιότερα, τη μέρα αυτή γιόρταζαν μια εξέγερση. Αλλά ακόμα και η γιορτή μιας εξέγερσης έχει συνέπειες, ίσως σαν αποχρώσες μνήμες της φωτιάς της. Μετά τα πρώτα χρόνια, οπότε όλοι πέφτουν σαν τα κοράκια πάνω στο μεδούλι της, από ένα σημείο του χρόνου και μετά, κανένα νέο προσωπικό κέρδος δε μπορεί να καρπωθεί. Όσοι πρόφτασαν? Καμιά πολιτική εκμετάλλευση της ιστορίας δεν αποτυπώνεται στις τρεχάμενες δημοσκοπήσεις. Κι αυτό κάνει τη μνήμη της εξέγερσης πιο αληθινή, η αναμόχλευση δεν έχει πια λόγο να 'ναι επιτηδευμένη. Υπάρχουν όμως κάποια πρακτικά προβλήματα.
Οι άνθρωποι τη μέρα της γιορτής δεν εργάζονται αλλά κάνουν πορείες, φωνάζουν συνθήματα, τραγουδάνε. Άλλοι πολιτικοποιούνται, άλλοι παπαγαλίζουν, μερικοί πιθηκίζοντας τους ριζοσπάστες σπάνε βιτρίνες, αυτοκίνητα, οπότε και  την κίνηση στα μαγαζιά. Το μπαμπά του Τζο, νεαρό τότε τον είχαν συλλάβει, φαπώσει και φακελώσει προληπτικά. Στις 17 Νοέμβρη 2006, γιατί φορούσε μπλούζα NIKE με κουκούλα και κράταγε ασορτί σακουβαγιάζ. Δεν του απήγγειλαν κατηγορίες. Μόνο με ένα λάκτισμα τον κύλησαν σα μπάλα στο δρόμο και του χρέωσαν στην πιστωτική μια ζαρντινιέρα κι ένα μοτοποδήλατο που κατέστρεψε με τα μούτρα του.
Δυο χρόνια μετά, κατήργησαν το άσυλο. Ξεκίνησαν με το να τοποθετούν διμοιρίες στις εισόδους του. Ποιητική αδεία κάπως, έφτιαχναν έτσι έναν ελεύθερο χώρο, όπου απαγορεύονταν η είσοδος. Ήταν ένας πολιτικός υπερρεαλισμός. Ο υπουργός Poliτιceμού, άνθρωπος- κένταυρος* καθ' όλα σεβαστός, γιατί σε μια δύσκολη καμπή της καριέρας του ξέχασε ανοιχτά τα γκαζάκια του καφέ, έφτιαξε το προφίλ του κι έζησε στο πετσί του τον κίνδυνο, υπέρμαχος της πρόληψης δια του video(art), σ' ένα δείπνο με μπριζόλες και τον πρωθυπουργό, έθιξε το παράλογο της υπόθεσης. Ο πρωθυπουργός, δίπλα σ? ένα μεγάλο τζάκι, συμφώνησε. Ως γνήσιος φιλελεύθερος πρόταξε το συμφέρον απ? την ελευθερία και βαρυστομαχιασμένος ανέκραξε, «μα επιτέλους, σε τι πλουτοκρατία ζούμε;» Κάλεσε στο τραπέζι τους τον αρχηγό του αντίπαλου δέοντος, τον κέρασαν ένα μπουκάλι κρασί κι αυτός, άνθρωπος βλέπετε μαλακός περί των προθέσεων, δέχτηκε εύκολα, υπό τον όρο να γίνουν νόμιμα τα «ντραγκς». Όταν κιόλας οι τότε υπουργοί Δημόσιας Τάξης και Παιδείας αντάλλαξαν τις καρέκλες τους, όλα πήραν τη σημερινή, φυσική τους μορφή. Η γιορτή καταργήθηκε δια νόμου, το πανεπιστημιακό άσυλο επίσης. Οι δάσκαλοι πήραν τις αυξήσεις που ζητούσαν χρόνια και το «ακροδεξιό» συνδικαλιστικό κίνημα των αστυνομικών, υπερβατικό σαν μια ακόμα μορφή εφήμερης "τέχνης", συντρίφτηκε με μια δυνατή αγκαλιά  από τη νέα τους πολιτική προϊσταμένη.
Η ιστορία ήταν γνωστή. Είτε την άκουγε από τους μπάτσους στο σχολείο, είτε από τον πατέρα του, ο Τζο καταλάβαινε ότι ήταν αληθινή, έτσι συνέβησαν τα πράγματα. Μοναδικό σημείο όπου διαφέρει η διήγηση, είναι ο τρόπος. Οι αξιωματικοί κοιτούν κατάματα, ο πατέρας του αποστρέφει το βλέμμα του και σε τέτοιες συζητήσεις πια, όπως σε κάθε φρενήρη χαρά, σε κάθε υπέρτατη θλίψη του. Και ο Τζο Παπαδόπουλος, ένα παιδί 16 χρονών, νιώθει - μια μέρα πριν οι μάρκετινγκ μάνατζερς της αστυνομίας επισκεφτούν το σχολείο τους, για να προσελκύσουν καλούς μαθητές στην μη κρατική ακαδημία τους - μόνο ότι πρέπει να ξεκολλήσει απ' το ίντερνετ πορνό και την mms μαλακία και να πει καλημέρα στη Ντόροθι. Να μη ρωτήσει τίποτα τους μπάτσους, κυρίως «πως γίνεσαι αστροναύτης;» Κύριε, ο τρόπος είναι όλα τα λεφτά, όλη η αίσθηση που έχουμε να απολαύσουμε από την κάθε πράξη. Προσωπική ευθύνη και τιμιότητα λοιπόν. Ο καθένας σ' αυτόν το δρόμο είναι μόνος του. Παιδιόθεν αστροναύτης.

* mw= milliwords, μονάδα μέτρησης κειμένου

** Κένταυροι: «μαχητική πτέρυγα» κομματικής νεολαίας. Ψηλά, γεροδεμένα

νιάτα της πατρίδος .



fashion addiction