Ich bin ein Berliner! *
Του Βαγγέλη Δαβιτίδη
Share |

Δέκα μέρες στάθηκαν αρκετές για να καταλάβω ότι ανακάλυψα την πόλη που θα μπορούσα να μείνω για πάντα! 


Όταν μου έθεταν το δίλημμα «Πού γουστάρεις να ταξιδεύεις, σε μεγαλουπόλεις ή σε εξωτικά μέρη» φανέρωνα χωρίς δισταγμό την προτίμησή μου στις ζούγκλες του Μεξικού και στις παραλίες της Κούβας από το Μανχάταν ας πούμε. Ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Leonard Cohen «κατέλαβα» το Μανχάταν πέρισυ και το Βερολίνο φέτος τις γιορτές.

Πατώντας το πόδι μου στο Βερολίνο, ξεκίνησε να χιονίζει και δε σταμάτησε παρά μόνο μετά από 3 ή 4 μέρες. Και παρά τη δυσκολία μου να το πιστέψω, οι βερολινέζοι φίλοι μου με διαβεβαίωναν ότι όχι απλά δε χιονίζει ντε και καλά κάθε χρόνο αλλά και ότι είχε αρκετά χρόνια να χιονίσει τόσο πολύ στο Βερολίνο. Λίγες μέρες αργότερα βολτάροντας με δυσκολία πάνω, ή μάλλον μέσα, από 40 πόντους χιόνι, δέχτηκα μαζί με έναν συμπατριώτη το κράξιμο από τον ένστολο που οδηγούσε το περιπολικό. «Είστε τρελοί, μην περπατάτε στη μέση του δρόμου, θα σας πατήσουν!»
Μέσα στο πάλευκο τοπίο μόνο μερικά από τα σχεδόν μισό εκατομμύριο δέντρα του Βερολίνου ξεχώριζαν. Ήταν απολύτως λογικό δύο Αθηναίοι να νομίζουν ότι βρίσκονται περισσότερο σε λιβάδι παρά σε αστικό τοπίο αν και βρισκόμασταν στο Mitte, την καρδιά της πόλης. Για μια στιγμή σκέφτηκα να του φωνάξω «Ιν Γκρις γουί ντοντ γκόου του γορκ γουίθ φόρτυ σαντιμίτερς σνόου.» ωστόσο επικράτησε η φωνή της σύνεσης. Ο Αλογοσκούφης είχε ήδη κάνει αρκετά καλή δουλειά στο συγκεκριμένο τομέα, γιατί να επιβαρύνω κι άλλο τη δημοσιονομική μας εικόνα στους Εταίρους; 
Ένα μήνα αργότερα θα δικαιωνόμουν αφού με το πρώτο χαλαρό χιονάκι στην Αθήνα, οι περισσότεροι βρήκαν ευκαρία να μην πάνε στη δουλειά. Δεν τους αδικώ, για να λέμε και του στραβού το δίκαιο παίρνουν τα μισά από αυτά που θα έπαιρναν στο Βερολίνο και μάλλον δουλεύουν περισσότερες ώρες.
Λίγες ομοιότητες του Βερολίνου θα βρει κανείς με τις υπόλοιπες γερμανικές πόλεις.
Η πρωτεύουσα της ενωμένης Γερμανίας με συνολικό πληθυσμό 3,4 εκ., ενσωματώνει όχι απλά μια υπολογίσιμη κοινότητα μουσουλμάνων, κυρίως Τούρκων, αλλά και πολλούς Βαλκάνιους ?κυρίως από τα έθνη της πρώην Γιουγκοσλαβίας και την Ελλάδα-, Βιετναμέζους, Ιταλούς κλπ. Η γερμανική προτεσταντική παράδοση δεν αποτρέπει το 80% των Βερολινέζων να δηλώνουν άθεοι. Και ο δήμαρχος της πόλης είναι ένας περήφανα δηλωμένος gay σε μια πόλη η οποία αριθμεί πάνω από μισό εκατομμύριο gay/lesbian κατοίκους. Μέσα σ? όλα αυτά, λάβετε υπόψη ότι οι μισοί Βερολινέζοι είναι κάτω των 35 χρονών έχοντας από τους μικρότερους μ.ο. ηλικίας στην Ευρώπη. Αυτές είναι μερικές μόνο αιτίες που το Βερολίνο αποπνέει αυτή την τόσο μοναδική πρωτοποριακή αύρα. Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του πολύχρωμου νεανικού μωσαϊκού είναι η «ανεκτικότητα» και το ανοιχτό μυαλό που χαρακτηρίζει τους κατοίκους του.
Στο μετρό ή πιο σωστά U-Bahn, οι γιάπηδες συνυπάρχουν με τους πανκ χωρίς ο ένας να στραβοκοιτάει τον άλλο. Έχουν μάθει όχι απλά να αποδέχονται τη διαφορετικότητα του διπλανού τους αλλά και να τη σέβονται. Ο 20ος αιώνας ήταν γι? αυτούς ένα μάθημα σε αντίθεση με τους αλαζόνες νικητές.
Οι Βερολινέζοι με τη συμπεριφορά τους, σε πείθουν ότι οι επιλογές τους είναι συνειδητές και όχι επιφανειακές. Δεν είναι ένα κενό lifestyle, έχουν άποψη συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη. Μου έκανε εντύπωση το casual, άνετο, χωρίς πολλά πολλά ντύσιμό τους. Οι Βερολινέζοι, άντρες και γυναίκες, σου δίνουν την εντύπωση ότι ντύνονται με τέτοιον τρόπο ώστε να περνάνε απαρατήρητοι. Κανείς δεν προσπαθεί να «φανεί», να ξεχωρίσει με τεχνητό τρόπο. Οι Βερολινέζες μόλις και μετά βίας βάφονται. Το να ακούσεις συζήτηση για το «νέο γαμάτο trendy κινητό που αγόρασα» είναι επιστημονική φαντασία. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο μέσος Βερολινέζος δύσκολα θα απέφευγε το πολιτισμικό σοκ στο Κολωνάκι και το εγκεφαλικό στο Μπουρνάζι..

* "Είμαι Βερολινέζος" ήθελε να πει ο Κέννεντυ στην ιστορική ομιλία του στο Δυτικό Βερολίνο τον Ιουνίο του 1963, διατρανώνοντας τη στήριξη των Η.Π.Α. στο ελεύθερο Βερολίνο ενάντια στην κομμουνιστική απειλή που έχασκε λίγα μέτρα πιο πέρα, πίσω από το Τείχος. Δε γνώριζε ότι στα γερμανικά ?όπως και στα ελληνικά- δε χρησιμοποιούμε άρθρο, δε λέμε για παράδειγμα «είμαι ένας άρρωστος ή είμαι ένας γιατρός». Αυτό που δε γνώριζε επίσης, είναι ότι ευτυχώς κάτι εννοούσε όταν έβαζε αυτό το περιττό ein στο στόμα του κι αυτό δεν ήταν άλλο από το «Είμαι ένας λουκουμάς!» Το BerlinerPfannkuchen ή στην καθομιλουμένη σκέτο Berliner ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή ντόνατ εκείνη την περίοδο στη διχασμένη πόλη. Και ο αστικός μύθος αναρωτιέται: Μήπως καλύτερα να είχε βάλει στο στόμα του ένα ?λουκουμά; 

Γερ(μ)ανός
Αυτή η πόλη η οποία στην κυριολεξία ισοπεδώθηκε στον πόλεμο και στη συνέχεια χωρίστηκε στη μέση, δε σταματά να αλλάζει πρόσωπο καθημερινά. Εκατοντάδες γερανοί και άλλα τόσα εργοτάξια παλεύουν νυχθημερόν να οικοδομήσουν τις τεράστιες ?no man lands?του Τείχους ή να κάνουν λίφτιγκ στη γκρίζα όψη του πρώην ανατολικού τομέα. Από το Sony Center και τα υπόλοιπα εντυπωσιακά κτίρια από ατσάλι και γυαλί τα οποία ορθώθηκαν στην Postdamer Platz εκεί που κάποτε περνούσε το Τείχος, μέχρι την εκ νέου ανέγερση του Reichstag ?νο1 αξιοθέατου πλεόν- δίπλα στην  πύλη του Βρανδεμβούργου, η πόλη βρίσκεται σε οργασμό.

Βολτάροντας
Περισσότερο από το 1/3 του Βερολίνου καλύπτεται από πράσινο ενώ δεν υπάρχει περιοχή που να μην έχει το δικό της τεράστιο πάρκο. Με το που μπει η άνοιξη, οι Βερολινέζοι παθαίνουν παράκρουση, ξεχύνονται στα πάρκα και τα πετάνε όλα για να κάνουν ηλιοθεραπεία. Άλλωστε ελάχιστοι είναι αυτοί που περνάνε το χρόνο τους μπροστά στην τηλεόραση κάνοντας ζάπινγκ. Μόνο για να δουν κάποια ταινία της επιλογής τους ή συγκεκριμένο πρόγραμμα θα μπουν στον κόπο να ανοίξουν το χαζοκούτι. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σπίτι που με φιλοξένησαν, κανείς από τους 3 συγκατοίκους δεν είχε τηλεόραση! Τυπικές είναι και οι βόλτες στα τεράστια και καταπράσινα νεκροταφεία. Κάθε σύγκριση με τον κόκκινο Μύλο ατυχής. Το δίκτυο των πλωτών ποταμών εντυπωσιακό. Παίρνεις το πλοιάριο και φτάνεις στη γειτονική Πολωνία!

«η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται»
δεν είναι μόνο η Νέα Υόρκη αλλά και το Βερολίνο. Και πραγματικά το goin? out εκεί δεν είναι υπέροχο μόνο το βράδι αλλά καθ? όλη τη διάρκεια της μέρας. Στο αγαπημένο μου μέρος, το Friedrichshain, και την Karl Marx Allee.
Η πτώση του Τείχους είχε σαν αποτέλεσμα να γεννηθεί ένας απίστευτος αριθμός από μπαρ, pub και καφετέριες στα αναρίθμητα αναξιοποίητα κτήρια του ανατολικού τομέα. Πολλοί απλά μαζέψανε παλιούς καναπέδες και πολυθρόνες, τα πετάξανε σε όποιον χώρο βρήκανε διαθέσιμο και άνοιξαν μια καφετέρια. Το αποτέλεσμα θυμίζει έντονα το σαλονάκι της μαμάς του πρωταγωνιστή στο Goodbye Lenin! Πώς να μη νοιώσεις άνετα μέσα σε ένα τέτοιο χώρο; Το να βγάλεις τα παπούτσια σου ή να ξαπλώσεις αναπαυτικά δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Το όλο concept φέρει το όνομα Ostalgie. Ost ίσον Ανατολή και Nostalgie ξέρετε τι. Και πώς να μην την αράζεις όλη μέρα εκεί όταν το κρασί κοστίζει 3 Ε και η μπύρα 2;

Ostalgie 
Είναι το πρώτο μου βράδυ στο Βερολίνο. «Έλα, θα πάμε στο αγαπημένο μου μπαρ, κοντά στην Oranienburger Strasse.», μου λέει η Άντια. «Πώς το λένε;». «Άσε, αποκλείεται να μπορέσεις να το προφέρεις.» είναι η απάντηση που παίρνω.
Κατεβαίνοντας από τον υπέργειο σιδηρόδρομο (S-Bahn), που είναι άλλωστε και ο καλύτερος τρόπος για να δεις την πόλη από ψηλά, κατευθυνόμαστε προς τα «Τέρατα». «Μα γιατί το λες έτσι το μαγαζί;» «Όταν μπούμε θα καταλάβεις.»
Ενώ είμαστε σε κεντρικό δρόμο, στρίβουμε ξαφνικά σε ένα σκοτεινό δρομάκι. Το χιόνι συνεχίζει να πέφτει. Μόνο κάδους σκουπιδιών διακρίνω, γάτες και μεγάλες ατσάλινες πόρτες εκατέρωθεν στους τούβλινους τοίχους. Πέντε μέτρα απομακρυνόμαστε από τον κεντρικό και έχουμε μπει σ? άλλο κόσμο. Από κάπου ψηλά έρχεται ένα αδιόρατο φως, πάντως όχι από κει που κατευθυνόμαστε. «Φτάσαμε.» Ανεβαίνουμε μερικά εξωτερικά σκαλιά και ανοίγουμε τη σιδερένια πόρτα. Αν οι δημιουργοί του Alien έφτιαχναν ένα μπαρ, σίγουρα θα το έκαναν έτσι. Σκοτεινό, με σκουριασμένους σωλήνες ψηλά στις γωνίες, ενυδρεία με άγνωστα αμφίβια και τέρατα σε προθήκες. Η μουσική; Ένα απίστευτο απόκοσμο ambient. Ο τύπος βάζει τις μουσικές που θα έβαζε σπίτι του. Ξαφνικά το σκοτεινό alien στη δίμετρη προθήκη απέναντί μου φωτίζεται, αρχίζει να βγάζει καπνούς και να κουνιέται ρυθμικά! «Ήμαρτον» φωνάζω. «Α, πήγε κιόλας δώδεκα;» ρωτάει ατάραχη η Άντια. Ο κούκος του μαγαζιού λοιπόν έχει σημάνει μεσάνυχτα.
Μπαίνει στο μπαρ ο πρώτος κλασικός Γερμανός που βλέπω στο Βερολίνο. Πυρόξανθος με μουστάκα, ίδιος ο Ρούντι Φέλερ. Μοιάζει τελείως αταίριαστος με το περιβάλλον γύρω. Αράζει μόνος του σε ένα πάσο, στρίβει ένα τρίφυλλο και το πίνει επίσης μόνος του! Ποιό Άμστερνταμ, σκέφτομαι. Εδώ είμαστε.

Tacheles
Μια από τις πολυάριθμες πρώην καταλήψεις που πλέον λειτουργούν με τη μορφή πολιτιστικών κέντρων είναι το Tacheles επίσης στην Oranienburger Strasse. Στο ισόγειο υπάρχει συναυλιακός χώρος ενώ σε κάθε όροφο του πενταόροφου οικοδομήματος λειτουργεί διαφορετικό stage. Στον τρίτο ωστόσο προσέχω μια μεταλλική πόρτα που δεν ανοίγει απ? έξω. Χτυπάω, τίποτα. Μετά από δύο λεπτά βγαίνει κάποιος και βρίσκω την ευκαιρία να τρυπώσω. Ο τύπος δεν προσπαθεί να με αποτρέψει. Κι αυτό γιατί η πόρτα χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος ανοίγει μόνο από μέσα. Έτσι απλά.
Είναι το μπαρ. Η μια του πλευρά είναι ένας γυάλινος τοίχος που χαζεύεις την πόλη. Παίζει Miles Davis. Καλύτερα δε γίνεται. Παρατηρώ δύο πόρτες μέσα στο χώρο του μπαρ με τοιχοκολλημένα πάνω τους προγράμματα. Είναι καμπίνες προβολών για είκοσι άτομα και οι ταινίες είναι οι περισσότερες πρώτης προβολής.
Την πρωτοχρονιά έχει τριήμερο techno πάρτυ στο Tacheles. Είναι η πρώτη μου επαφή με το βερολινέζικο minimal techno, συνειδητοποιώ πόσο εγκεφαλική μουσική είναι. Χορεύουμε ασταμάτητα ανεβοκατεβαίνοντας τα stage και κάνοντας στάσεις στο εκπληκτικό chill out roum του τελευταίου ορόφου. Η θέα από κει σου κόβει την ανάσα. Το Βερολίνο ντυμένο στα λευκά, μπρούτζινοι θόλοι καθεδρικών στο βάθος και ακόμα παραπέρα η γνώριμη εικόνα των γερανών. Είναι 7 π.μ., το πρώτο πρωινό του 2006. Η dj του chill out, καθισμένη χαλαρά σε ένα καναπέ πίσω από τα decks, παίζει το Set the controls for the heart of the sun, από την πρώτη περίοδο των Pink Floyd, την καλύτερη, εκείνη με τον Syd Barrett. Στην αυτοσχέδια καντίνα δίπλα της, σαραντάρηδες πρώην χίπηδες φτιάχνουν σαντουιτσάκια, σερβίρουν γάλα, τσάι και κακάο και στρίβουν μπάφους. Παρ? όλα αυτά δεν μπορώ να διακρίνω κανένα σημείο παρακμής και αποδιοργάνωσης. Ό,τι κάνουν, το κάνουν συνειδητά, ξέρουν γιατί. Θα μπορούσε άραγε να υπάρχει τέτοια φάση στην Ελλάδα;
Έχει πάει πλέον 11 το πρωί. Ο ήλιος είναι κρυμμένος πίσω από το λευκό ουρανό και καλά κάνει γιατί δε θα τον άντεχα τώρα. Πάω στο αεροδρόμιο να φέρω τον Γιαννάκη ο οποίος ξεκίνησε από Αθήνα λίγες ώρες αφότου άλλαξε ο χρόνος. Καταφέρνουμε να συναντηθούμε γύρω στις 1 το μεσημέρι. «Έχεις κοιμηθεί καθόλου;», τον ρωτάω. «Όχι», «Ε, τότε φύγαμε για το Tacheles.? ?Περί τίνος πρόκειται;» «Θα δεις.»

Και για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρη, το ein, αν και δε συνηθίζεται, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αν θες να δώσεις έμφαση. Οκ, J.F.K?



fashion addiction