

ΜΙΑ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΗΡΑΚΛΗ Δ. ΛΟΓΟΘΕΤΗ
Συνήθως, σε περιόδους πολύπλευρων κρίσεων, οι τηλεορασάνθρωποι αλλά και οι πολιτικοί, αναρωτιούνται που είναι επιτέλους αυτοί οι διανοούμενοι, τώρα που τους χρειαζόμαστε να αρθρώσουν λόγο, να εξηγήσουν τα φαινόμενα, να πάρουν θέσεις, να προτείνουν λύσεις. Αλήθεια που είναι, που βρίσκονται, γιατί δεν εμφανίζονται;
Υπάρχει κάτι εξοργιστικά γελοίο στην υποκριτική αναζήτηση του διανοούμενου, αφού οι καθεστωτικοί φύλακες ελπίζουν να παραμείνει εσαεί αγνοούμενος, να κηρυχθεί σε αφάνεια ως το πανηγυρικό του μνημόσυνο. Είναι σίγουρο ότι τον διανοούμενο δεν θα τον βρει κανείς στα θερμοκήπια της ακαδημαϊκής διανόησης ή στα κομματικά πάρτι. Ως ελεύθερος σκοπευτής δεν αποκαλύπτει τη θέση του, η οποία άλλωστε αλλάζει διαρκώς. «Είμαι ένας λαθροκυνηγός της γνώσης», λέει ο Έντγκαρ Μορέν, «γι? αυτό και με πυροβολούν οι δασοφύλακες». Είναι στη φύση του λοιπόν να διαφεύγει, όπως ο Δημήτρης Αρμάος, να αρνείται να παραδώσει δακτυλικά αποτυπώματα, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, να μιλάει από το καταφύγιο των κλασικών γραμμάτων, σαν τον Νίκο Σκουταρόπουλο, να επιδίδεται σε ασκήσεις ποιητικής εγγαστριμυθίας, όπως ο Γιώργος Κοροπούλης, να ευδοκιμεί σε απόμερα περιβόλια σα τον Θανάση Χριστοδούλου. Να φοράει μάσκες εν τέλει, όχι για να κρυφτεί, αλλά για να τονίσει τις ρωγμές του προσώπου του. Παρόλα αυτά, το στίγμα του είναι ισχυρό και όποιος ενδιαφέρεται πράγματι να λάβει το νωπό αποτύπωμα της φωνής του, θα τον εντοπίσει αρκεί να μην ψάχνει στις τρέχουσες συχνότητες. Εφόσον ο αυθεντικός διανοούμενος θεωρεί ως κέντρο της εκπομπής του μία περιφέρεια άπειρων σημείων, είναι αφελές να τον περιμένουμε στη μεγάλη πόρτα. Αυτός γλιστράει από το παραπόρτι της πίσω αυλής, αρέσκεται στους αιφνιδιασμούς και είναι λάτρης του απρόοπτου. Όλα όσα ξεφεύγουν από τον κοινό λόγο, η ακριτική περιοχή θανάτου και οργασμού, ονείρου και τρέλας, την οποία επιχειρεί να χαρτογραφήσει, του επιβάλλουν μια ανορθόδοξη στάση. Χορεύει πάνω σε σπασμένες αιχμές, και τις φιγούρες αυτού του χορού, δεν μπορεί να τις πιάσει κανείς παρά με μια εξίσου ανορθόδοξη λαβή.
Είναι όμως ο σύγχρονος κόσμος ασκημένος σε τέτοιου τύπου ανορθόδοξες λαβές; Ήταν άλλωστε και ποτέ; Μήπως η αφάνεια στην οποία αναφερθήκατε δεν είναι απλώς καθεστωτική επιλογή, αλλά η ίδια η κοινωνία δεν αντέχει την εξαίρεση που φαίνεται πάντα κάπως αλλόκοτη;
Η άσκηση εγκολπόσεως μίας φαινομενικά αλλόκοτης κλήσης, η υποδοχή ενός ταραχοποιού ανέμου, προϋποθέτει ανοιχτή παιδεία και καλλιέργεια απροκατάληπτης κρίσης. Επίκληση της δυνατότητας να συλλάβουμε μία λοξή ματιά πάνω στα πράγματα, ακόμα κι αν δεν την αποδεχόμαστε πλήρως: όσα δηλαδή αποστέργει με φρίκη το σημερινό σχολείο και απονεκρώνει το πανεπιστήμιο. Αφημένος στην αδρανή του βαρύτητα ο κοινωνικός μηχανισμός, ενεργεί απέναντι στον διανοούμενο με μια διπλή κίνηση εξορκιστικής αποστροφής και θεσμικής καθιέρωσης. Στην πρώτη φάση ο διανοούμενος αντιμετωπίζεται ως βέβηλος. Επικίνδυνο και αντικοινωνικό στοιχείο που κραυγάζει όσες τρομερές αλήθειες κανένας δεν θέλει να ακούσει. Η τιμωρία είναι ο αποκλεισμός, η ώθηση προς τον ορίζοντα της τρέλας. Στη δεύτερη φάση ο εξορκισμός γυρίζει σε ιεροποίηση και η θυσιαστήρια αποπομπή παίρνει το χαρακτήρα ευχαριστήριας υπόσχεσης. Κάθε τι το εξορκισμένο, όταν επιτέλους πεθαίνει, μετατρέπεται σε χρυσοφόρο εμπόρευμα απ? όσους ασχολούνται με τη διακίνηση της φήμης του. Οι οπιοφάγοι ρομαντικοί ποιητές, ο Καραβάτζιο και ο Βιγιόν, ο Ρεμπώ και ο Καρυωτάκης, ο Μπωντλαίρ και ο Βιζυηνός, στοιχειώνουν εμπορικές φίρμες, και στηρίζουν εκδοτικούς οίκους. Εμπνέουν άμουσες διδακτορικές διατριβές, χρηματοδοτούν βιογραφίες και αποτελούν κοινωνικό ανελκυστήρα για τους διαχειριστές της μεταθανάτιας αιρετικής τους υπόστασης. Γιατί οι νεκροί σωπαίνουν, οι νεκροί δεν μιλούν, οι νεκροί ανήκουν στην εξουσία.
Σύμφωνα με το πνεύμα μιας παράδοξης πλην αυστηρής νομοτέλειας βλέπετε, οι ταραξίες, είναι απολύτως απαραίτητοι για τη διατήρηση της πολιτικής συνοχής. Υποχρεώνουν αργά ή γρήγορα στην ορθόδοξη ανασύνταξη των κοινωνιών, απέναντι στα αιρετικά τους κηρύγματα. Ενεργοποιούν τη σειρήνα εκτάκτου ανάγκης και συνασπίζουν την οργανωμένη μετριότητα. Όπως κάθε αποπομπαίος τράγος, αποκηρυγμένος εν ζωή, ο διανοούμενος προσφέρει το θανατηφόρο εχέγγυο για την αναδιαμόρφωση του ισχύοντος κοινωνικού συμβολαίου. Όντας η εξαίρεση, οπλίζει τον κανόνα. Το δικό του σκάνδαλο γίνεται η σκανδάλη των πολλών ? στο όπλο της εκτελέσής του.
Ποια είναι τελικά η εικόνα του διανοούμενου που κυκλοφορεί;
Εικόνες υπάρχουν πολλές. Ο Νίτσε μας κληροδότησε τον τύπο της εκστατικής απομόνωσης, ο Φλωμπέρ τον μανιακό που λιμάρει τα νύχια του με λέξεις, ο Χέμινγουεϊ ύμνησε την αγχώδη εξωστρέφεια. Για τον μέσο έλληνα πάντως ο διανοούμενος είναι ένα παράδοξο τσίρκου, μεταξύ θλιμμένου γελωτοποιού και ζογκλέρ που επιδίδεται σε άχρηστες ταχυδακτυλουργίες, κάτι το πολυτελώς ανωφελές ή το προκλητικά ύποπτο. Πολλοί έχουν στο νου τους έναν γυαλάκια που διαβάζει χοντρά λεξικά, με τα γόνατα τυλιγμένα σε καρώ κουβέρτα. Άλλοι φαντάζονται κοσμικές μπαλαρίνες του δημόσιου λόγου, άλλοι κάποια μοναχική αρκούδα. Όποιο και αν είναι το στερεότυπο, η εικόνα του διανοούμενου περνάει από ένα στεγνοκαθαριστήριο συνειδήσεων ώσπου να παραδοθεί σιδερωμένη στις πλέον κοινόχρηστες διατυπώσεις της. Τα σπασμωδικά του τινάγματα ενορχηστρώνονται σύμφωνα με το κυρίαρχο γούστο. Η άγρια χαίτη του πρέπει να περάσει υποχρεωτικά από ένα κομμωτήριο μόδας, προκειμένου να επιδοθεί ως κουπ σε όλα τα κεφάλια.
Έχω την εντύπωση ότι μιλάτε για τον ανένταχτο διανοούμενο. Υπάρχουν όμως και οι ακαδημαϊκοί, όσοι επέλεξαν κάποια θεσμική στέγη.
Έχοντας να διαλέξει ανάμεσα στη Σκύλλα του πανεπιστημίου και την Χάρυβδη της αγοράς, ο διανοούμενος είναι χαμένος εκ των προτέρων. Το πανεπιστήμιο είναι ένα ενυδρείο της διανόησης. Λειτουργεί υπό όρους ελεγχόμενης θερμοκρασίας και πίεσης. Ο Έζρα Πάουντ το ορίζει ως θεσμικό ίδρυμα για την παρεμπόδιση της γνώσης. Στην αποστειρωμένη του περίμετρο, η διαχείριση της προεπιλεγμένης πληροφορίας σφετερίζεται το πνευματικό κατόρθωμα, οι δρακόντειοι ταξικοί έλεγχοι, δεν επιτρέπουν παρά την αρχειακή επιβίωση μίας ταριχευμένης γνώσης. Οι λιγοστοί διανοούμενοι που απόμειναν στο πανεπιστήμιο, πληρώνουν αδρότατα λύτρα. Υποφέρουν από τον ασφυκτικό διαγκωνισμό των ημετέρων κάθε εξουσίας για τις θέσεις περιωπής. Οι χειρονομίες οστρακισμού κάθε άξιας φωνής και το εν γένει απογοητευτικό κλίμα που εισπνέουν οι λεπταίσθητοι και οξυδερκείς άνθρωποι, όσοι δεν επιθυμούν να γίνουν απλώς αχθοφόροι παραπομπών και λαθρεπιβάτες υποσημειώσεων, αποδεκατίζουν τις θεωρητικές ιδιαίτερα σχολές. Ο χώρος της ακαδημαϊκής ελευθερίας στενεύει διαρκώς, και αρκετοί προτιμούν πλέον μια δύσκολη ελευθερία από το δεσποζόμενο περιβάλλον της ψυχρής γνώσης που γυρίζει σε απόγνωση. Ό,τι δοκιμάζεται στην κόψη των καιρών, η ζωντανή σκέψη που ακμάζει στο όριο της αυτοκαταστροφής της, αποτελεί κινδυνώδες προνόμιο των διανοουμένων που επέλεξαν να παραμείνουν χωρίς καμία κάλυψη, όσων δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα ή ίδρυμα, εκκλησία ή πανεπιστήμιο.
Στην κοινή γνώμη ωστόσο, υπάρχει μία θολούρα που δεν αναγνωρίζει αυτές τις διαφορές και συμψηφίζει τους διανοούμενους εν γένει, θεσμικούς και μη, στον απαξιωτικό όρο «κουλτουριάρης».
Πάντα θα υπάρχει ένας κινηματογράφος, όπως ο λεγόμενος «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος», που θα υποβιβάζει σε ψωνισμένο Φανφάρα και τον αυθεντικό ποιητή, ένας Ψαθάς που θα λοιδορεί τον Μπέκετ. Συντηρείται έτσι μια τεράστια παρεξήγηση μεταξύ του κουλτουριάρη και του ανθρώπου της κουλτούρας. Ενώ ο πρώτος τρέφεται απλώς με τα ψίχουλα που πέφτουν από το μεγάλο τραπέζι της διανόησης, συγχέεται τεχνηέντως με τον άρχοντα του τραπεζιού. Σε αυτή τη σύγχυση κολακεύονται οι απογοητευμένοι από τη ζωή που κυνηγούν μόνο το χρήμα, οι μικροαστοί, θεωρώντας τους εαυτούς τους πρακτικά μυαλά, όσοι αφελείς καταναλώνουν τις μασημένες τροφές ως «σταράτες κουβέντες», και οι ξεβράκωτοι από κάθε αξία φοβισμένοι απ? ό,τι τους ξεπερνάει. Με δυο λόγια οι αλεπούδες που χαρακτηρίζουν κρεμαστάρια τους καρπούς των υψηλών κλάδων.
Το παζάρι όμως έχει γεμίσει αλεπούδες, οι απογοητευμένοι και με κυνική διάθεση νεοέλληνες φαίνεται να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα, και ηδονίζονται με τα «κατορθώματα» των διασημοτήτων που τους μοιάζουν.
Η λατρεία ενός μεγιστοποιημένου αντιγράφου του κακού εαυτού μας, χαρακτηρίζει κάθε κοινωνία παρακμής, βάναυσα εκκοσμικευμένη, χωρίς αρμούς εσωτερικής αντίστασης και χωρίς ελπίδα πλήρους και παρούσας ζωής. Ένα είδος εκδικητικής μνησικακίας, στραγγαλισμένης οργής και βαθιάς απογοήτευσης, κάνει τον έλληνα ν? αναζητά με απελπισμένη χαρά τον καθρέφτη όπου εμφανίζεται η αποκρουστικότερη εικόνα του. Γι? αυτό και στην ατμόσφαιρα κυριαρχεί βαθιά νοσηρότητα, μια πικρή ικανοποίηση που εξαντλείται στον εξευτελισμό του άλλου και στην έκπτωσή του: την ποινή δηλαδή, που έχουμε ήδη επιφυλάξει στον εαυτό μας. Έτσι εξηγείται, άλλωστε, το γιατί ψηφίζονται και προβάλλονται σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου οι μουντζούρες που μας εκπροσωπούν (και, δυστυχώς, όντως μας εκπροσωπούν), ως εκλεγμένοι δια βοής παραχαράκτες του προσώπου μας. Υπάρχει κάτι το ανελέητο, νεκροφιλικό σχεδόν, σε αυτή τη διαρκή πρόβα της γύμνιας μας, στην ανηδονική διαστροφή των πρωινάδικων. Σε αυτή την πασαρέλα των χλωμών προσώπων του τίποτα, οι αγαπημένοι των μέσων μαζικής επιρροής, κομπάρσοι της τηλεοπτικής καθημερινότητας και ντεκορατέρ της διανόησης, καταπείθουν τον πελαγωμένο άνθρωπο, με την συνδυαστική τεχνική κατραπακιάς και κολακείας, να αγοράζει προϊόντα της προτελευταίας μόδας από καλάθια ευκαιρίας, να φοράει το δανεικό πουκάμισο μιας αναυθεντικής ζωής. Αναλώσιμοι ήρωες του φευγαλέου, και με μέσο ανάστημα τέτοιο που εύκολα να το υπερβαίνει και το πιο χθαμαλό διανοητικό ύψος, δοξάζονται ως πτυελοδοχεία που μπορεί να φτύνει ο κάθε πικραμένος. Κακά τα ψέματα, είμαστε μια χώρα γονατισμένων συνειδήσεων.
Πώς μιλάτε τόσο απροκάλυπτα;
Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Όλοι όσοι σκέφτονται φωναχτά και αλογόκριτα υφίστανται κάτι απείρως επιθετικότερο από την εξύβριση ή την αποκήρυξη. Παλεύουν με το πέπλο της πείσμονος και μαγκωμένης σιωπής, που οι γάλλοι ονομάζουν silencearme (οπλισμένη σιωπή). Ίσως λοιπόν ο μόνος τρόπος να σπάσει κανείς το φράγμα της σιωπής, ν? ανοίξουν τα σφιγμένα της δόντια, είναι ένα ξαφνικό χτύπημα.
Αισιοδοξείτε λοιπόν;
Αντλώ την αισιοδοξία μου από τον πάτο του πηγαδιού, από τα σκυλάδικα όπου ο έλληνας αυτομαστιγώνεται ως «μικρός επίορκος προδότης», τα τραγουδάκια που ονομάζω αυτοπαθή. Η αυτοπάθεια όμως, κρύβει μια διπλή φόδρα αποκηρυγμένης περηφάνιας και ποθούμενης εξέγερσης. Ίσως, μια όχι και τόσο μακρινή μέρα, οι Έλληνες να συνειδητοποιήσουν ότι λέμε «χαίρετε» όταν συναντιόμαστε. Πρώτο ζητούμενο, έστω και καταποντισμένο στα αζήτητα, είναι ο χαρούμενος άνθρωπος. Μπορούμε να το αλλάξουμε σε «πειθάρχει», «σωφρώνει», «ευσέβει» ή «πλούτει». Όσο εξακολουθούμε όμως να λέμε «χαίρε», υπάρχει η σφοδρή πιθανότητα να αντιληφθούμε την εκρηκτική του σημασία ? και όλα θα αλλάξουν μονομιάς. Ως τότε, το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό, και οι όψεις του νομίσματος πάντοτε δύο. Από τις συμπληγάδες της διεθνούς συγκυρίας (τον κατακλυσμό της Νέας Ορλεάνης και τους εμπρηστές των Παρισίων, τους πεινασμένους των παραγκουπόλεων του Μεξικού, και τους διψασμένους της Αφρικής, τους ανέστιους της Βραζιλίας και τους πλάνητες της Ασίας), κάποιο πουλί θα ξεφύγει θυσιάζοντας μερικά από τα φτερά του. Μικρές πυρκαγιές απειλούν τη χωματερή των ηθικών αποβλήτων του πολιτισμού. Μια ρωγμή απλώνεται υπογείως κάτω από τα παλάτια των προνομιούχων του πλούτου και της πλήξης. Ένα σχίσμα που δεν χρειάζεται και πολύ για να πάρει τα χαρακτηριστικά μεταναστευτικού σεισμού. Όσοι μας καταδίκασαν στο ανυπόφορο, δεν συλλογίστηκαν καλά, πως είναι πράγματι ανυπόφορο. Οι μεσίτες της ουράνιας σωτηρίας θα εκπλαγούν από την ορμή της επίγειας ανταρσίας. Η ελπίδα, γράφει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, μας δωρίζεται χάρη στους απελπισμένους. Μα όλοι είμαστε απελπισμένοι πια, και ήρθε ο καιρός να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας.






