

Μούγκα στη στρούγκα
Και όμως ένας άλλος κώδικας επικοινωνίας είναι εφικτός. Χωρίς την πολυτέλεια των εκλεκτών λέξεων, άκρως συνωμοτικά, για να μην καταλαβαίνει ο όχλος τι λεν τα καρντάσια. Για τους αδερφούς μιλάω. Γι? αυτούς που από ανάγκη αναμόρφωσαν τον υπάρχων λεκτικό πλούτο, για να δημιουργήσουν μια γλώσσα αφασική. Για να μπορεί ο μη μυημένος να εισχωρήσει εκεί.
Σύμφωνα με το περιτύλιγμα που πλαισιώνει όλους μας, η ανάγκη του να κοινωνείς με το λόγο, σε αναγκάζει, να βαράς στην ελιά και να ρίχνεις ξυλοκαϊνη στο συναίσθημα. Και τότε τραβάς φρίκες. Αλλά οι ανάγκες της έκφρασης παραμένουν και όσο αυτές δεν εκτονώνονται, διογκώνονται. Εκεί που δε βρίσκεται το ορατό και εκεί που παίζει το ανέκφραστο.
Ο άγραφος νόμος των μειονοτήτων που έχει μπέσα. Όλα όσα από γονίδιο κουβάλα ο άνθρωπος. Και έρχεται η κάθε μορφή, καθώς πρέπει, κοινωνικοποίησης να βάλει στεγανά. Να τ' ανυψώσει όπως αυτή ξέρει: σε μονάδα με εκθέτη το άπειρο. Μια πατρίδα, ένας θεός, ένας ηγέτης και τα ρέστα.
Αλλά η ζωή ως έννοια και ως κατάσταση δε σηκώνει παθητικότητες. Ή είσαι μάχιμος ή αυτοκτονείς. Και το παιχνίδι με τις λέξεις είναι γοητευτικό. Το να γίνεις γλωσσοπλάστης αναγκαίο. Λέξεις μαχαίρια. Ανάλογα με τις ανάγκες και το είδος. Άλλοτε αιχμηρές με υπόγειο συναισθηματικό και άλλοτε το ανάποδο. Προκαλούν έλξη στους υποψιασμένους, απώθηση στους ευπρεπής, νοσταλγία στα λαμόγια.
Ανάλογα με τις ομάδες, μια λέξη μπορεί να έχει διαφορετική ερμηνεία. Εξαρτάται κάθε φορά από το χρήστη και τη δυναμική που εκπροσωπεί. Τα αντιδάνεια αεροπλάνο. Εξ αυτών πολλές θ' αλλάξουν πριν πολυμαθευτούν. Ειδικά αυτές που εφάπτονται στην παρανομία. Βουέλω χτύπα κατάσταση εκ των έσω.
Με τηράς πως σε τηράω κι εγώ κοιτάζω στα μοιχεία της ψυχής. Για να βρω τις απαντήσεις που θα μου χρησιμεύσουν στο να μην παραμείνω στραβάδι απέναντι στα πράγματα που πάντα με έλκουν. Η αναζήτηση. Από πού πηγάζει το κάθε τι. Από πού κρατά αυτό του διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως επιστήμη: η γλωσσολογία.
Εθνοποίηση της γλώσσας. «Αστυφιλία» γύρω από το αναφερθέν νταλαβέρι. Έλξη γύρω από το δυνατό της εκάστοτε κουβέντας. Συνένοχος η εποχή. Στην παθογένεια της και στα κουράγια της. Άλλος η ακουστική ανοχή ανά τους καιρούς. Φάλτσα από εκείνους που θα έπρεπε.
Αργκώ? ντοπιολαλιά με διεθνικιστικές προεκτάσεις. Για εκείνους που νιώθουν. Για εκείνους που έχουν τα κότσια. Για εκείνους που μπορούν. Κυρίως γι? αυτούς που αντέχουν.
Χασικλίδικα, πρεζάκικα, καλιαρντά, μάγκικα, γιαννιώτικα, ηπειρώτικα, αρβανίτικα, είναι μόνο μερικές από τις διαλέκτους που μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Ανάλογα με τις καταβολές του εκάστοτε ενταγμένου και σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Διάλεκτοι που δεν αρέσκονται στο γλείψιμο.
Άλλες χάθηκαν στο χρόνο και άλλες ιδρυματοποιήθηκαν νοσηρά σε φυλακές και ψυχιατρεία, χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να σπάσουν το φράγμα τους και να «δημοσιοποιηθούν», έτσι ώστε να γίνουν παράδειγμα προς μίμηση και μπούσουλας για τη δημιουργία των επόμενων συνθηματικών διαλέκτων.
Στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, που η κρίση μαστίζει και η ειδίκευση κυριαρχεί, μελέτες, όπως του Ηλία Πετρόπουλου γύρω από τη γλώσσα των ομοφυλόφιλων προηγούμενων δεκαετιών, του Λεωνίδα Χρηστάκη και του Μάρκου Επάρατου γύρω από την γλώσσα των εξαρτημένων και το αντί- λεξικό του εγκληματολόγου Πανούση έρχονται να καλύψουν ένα κενό και να γίνουν αρωγός γύρω από ένα θέμα που θα έπρεπε να κυριαρχεί. Τον πλούτο της γλώσσας.
Διαβάστε:
Βρασσίδας Καπετανάκης «Το Λεξικό της πιάτσας», εκδόσεις Αλφειός 1989
Λεωνίδα Χρηστάκη και του Μάρκου Επάρατου, «Το λεξικό της Ντάγκλας» εκδόσεις Όπερα 1995
Ηλίας Πετρόπουλος, «Καλιαρντά» εκδόσεις Νεφέλη 1993
Αναψυκτικό: Η κοκαΐνη
Άλφα - Κάπα: το μίγμα ηρωίνης και κοκαΐνης. Λεκτικό κληροδότημα απ΄ τους λαϊκούς πρωτοπρεζάκηδες.
Αεροπλάνο: πακετάκι, μικρό δέμα που πετιέται από το δρόμο στα καγκιελένια παράθυρα φυλακών
Γαζί: συνεχόμενα στίγματα από την ενδοφλέβια χρήση.Δάγκα: η κατακράτηση του ναρκωτικού χωρίς να πληρωθεί το αντίτιμο.
Δράκος: η ηρωίνη στο αλουμινόχαρτο για κάπνισμα.
Εκάντιο: υπόθεση μπερδεμένη με δικαστήρια.
Ζελατίνα: Είδος και μορφή παραισθησιογόνου.Καριόλια: βαρβιτουρικά
Καϊνάρι: πολύ καλή ποιότητα.
Καραβαρία: αποχαύνωση μετά το κάπνισμα κακής ποιότητας χασισιού.
Κατσιρματζής: αυτός που ακουσία εισάγει λαθραία διάφορα ναρκωτικά σε μια χώρα.
Λουφές: αυτός που εμπορεύεται ναρκωτικά και παίρνει το ποσοστό του.
Μαρμουλής: αυτός που θέλει να καπνίσει χασίς και δε βρίσκει.
Μπουμπάρι: φούντα κοσκινισμένη και τριμμένη σε σκόνη.
Νεφέσι: η ευχαρίστηση που δημιουργεί η ρουφηξιά τσιγάρου με χασίς.
Ντούμα: ο καπνός από φουμάρισμα χασίς ή φούντας που καταπίνεται με τη ρουφηξιά
Ορθοπεταλιές: οι βαθιές ρουφηξιές με όλη τη δύναμη των πνευμονιών.
Πουλί: αυτός που ξέρει πολλά αλλά δεν ομολογεί τίποτα.
Ρέφα: ποσοστό
Ρεφούζι: κακής ποιότητας χασίσι με φύλλα άψητα και κότσια του φυτού
Σιλελές: η κάθε πιάτσα όπου βρίσκεις άκρες για ψώνισμα
Σουσανές: τσιγαριλίκι.
Στρούγκα: η θεραπευτική κοινότητα.
Τρομπόνι: το μεγάλο προσωπικό τσιγάρο με χασίς
Τάκος: μεγάλο κομμάτι χασίς, οπωσδήποτε πάνω από διακόσια γραμμάρια.
Πηγή: «Το λεξικό της Ντάγκλας» των Λεωνίδα Χρηστάκη και Μάρκου Επάρατου, εκδόσεις Όπερα 1995






