

«Το μοντέλο της Στεάουα που με 24
Ρουμάνους έφτασε πέρσι στα ημιτελικά του U.E.F.A. και αν
κατέβαινε στο ελληνικό πρωτάθλημα θα το 'χε πάρει μαρς, δε μπορεί να γίνει
αντιληπτό στην Ελλάδα.»
Παρακολουθώντας τον Καρπετόπουλο από την τηλεόραση, τον Sport-fm ή τα κείμενα του στην SportDay βλέπεις, ακούς και
διαβάζεις έναν άνθρωπο, παρουσιαστή ή γραφιά που έχει ιδία άποψη και έναν
έξυπνο, πρωτότυπο προβληματισμό. Σε έναν χώρο όπως η σημερινή, αθλητική (και μη
δημοσιογραφία) όπου ανακυκλώνονται υπεραπλουστεύσεις, γηπεδικές κραυγές,
προεδρικά γλειψίματα και πληρωμένα οπαδιλίκια, ο Καρπετόπουλος μαζί με λίγους
συναδέλφους του, κάνουν «μπαμ» σαν τη μύγα μες στο γάλα. Όταν στις πρώτες 'γραμμές' της κουβέντας μας τον ρώτησα «τι ομάδα είστε;», μου απάντησε
(ανερυθρίαστα) «Ολυμπιακός είμαι, αλλά μετά από τόσα χρόνια σ' αυτήν τη δουλειά
βλέπω και τον Ολυμπιακό, όπως ο γυναικολόγος τη γυναίκα». Και
πράγματι, άνθρωποι σαν τον Καρπετόπουλο, που αγαπούν τη δουλειά τους
περισσότερο από την ομάδα τους, αποτελούν το καλύτερο «αντισυλληπτικό» της
οπαδικής μας καφρίλας και στενομυαλιάς. Γιατί δεν ξέρω πόσοι γάβροι θα λάτρευαν
το Τζιοβάνι, αν γνώριζαν την απορία του, για το αν μια κόκκινη κάρτα στο Champion's League, προσμετράται και στο
ελληνικό πρωτάθλημα ή πόσοι βάζελοι θα πλακωνόντουσαν για τη φανέλα του
πολυτραυματία Σόουζα, αν ήξεραν για τις βόλτες του στην Ακρόπολη, συν γυναιξί
και τέκνοις, την ώρα που η ομάδα έπαιζε μπάλα.
Στο κείμενο της συνέντευξης που ακολουθεί, δεν υπάρχουν ερωτήσεις με τον Αντώνη Καρπετόπουλο μιλήσαμε ελεύθερα και δεν έχω καμία διάθεση, χάριν όποιου στυλιζαρίσματος και συμβατικότητας στη γραπτή απόδοση της κουβέντας μας, να τις κατασκευάσω τώρα, πρόχειρα και «θεατρικά». Προέκυψαν όμως πολλά θέματα, σαν μικροί αθλητικοί φάκελοι το «Υποβρύχιο» σας τους «κάνει πάσα», εσείς απλά ανοίξτε τους.
Μπάκε
Ο Μπάκε είναι 54 χρονών, έχει πολλά χρόνια σ'
αυτήν τη δουλειά. Όταν τον πρότειναν στον Παναθηναϊκό, η διοίκηση θα έπρεπε να
ξέρει τι τύπος είναι, δηλαδή ένας πράος άνθρωπος, κατά των εντάσεων κι ένας
προπονητής που δε θέλει μια ομάδα «ηλεκτρισμένη», ούτε ιδιαίτερο πάθος, αλλά
παίκτες που σκέφτονται και παίρνουν πρωτοβουλίες μέσα στον αγωνιστικό χώρο,
χωρίς να περιμένουν αυτόν από τον πάγκο για να τους καθοδηγήσει. Μια
επιχείρηση που αναζητά τον κατάλληλο μάνατζερ, πρέπει να γνωρίζει τέτοια βασικά
πράγματα για τον τρόπο δουλειάς του. Και μαζί, να έχει την ικανότητα να γαλουχεί τα στελέχη της, να τα εκπαιδεύει
κάπως στην κάθε πραγματικότητα. Πέρα από τα λάθη που σίγουρα έκανε ο Μπάκε, ο Παναθηναϊκός
δεν έδειξε καμία τέτοια επιδεξιότητα.
Σόλιντ
Ο Σόλιντ είναι ένας πανέξυπνος τύπος που κατάλαβε γρήγορα με ποιους έχει
να κάνει. Δεν έχει όμως «μετρήσει» σωστά, πόσο πρόβλημα μπορεί να είναι για τον
Κόκκαλη, ένας προπονητής σαν κι αυτόν- που μπορεί να παίξει επικοινωνιακά. Η
σκέψη του Σόλιντ κυκλοφορεί στις αθλητικές εφημερίδες μετά από κάθε στραβό
αποτέλεσμα σε χρόνο ρεκόρ. Τον τελευταίο χρόνο η «συμπεριφορά» του, δηλαδή η
προπόνηση και η αξιολόγηση, τόσο των δικών του παικτών όσο και των αντιπάλων,
ήταν πάρα πολύ «ελληνική». Έφτιαξε μια ομάδα αλαλούμ, που παίζει ένα αναρχικό
ποδόσφαιρο, εντός πολλών εισαγωγικών «««επιθετικό» και πήρε το νταμπλ,
έναντι υποδεέστερων αντιπάλων. Αυτό δεν είναι κάποιο μεγάλο κατόρθωμα. Όταν
ξαναβρέθηκε στο Champion's League,
ξαναείδαμε τον περσινό Ο.Σ.Φ.Π. Η ομάδα δεν είναι για πέταμα απλώς στην πρώτη
της αναμέτρηση με ένα «άλλου τύπου» ποδόσφαιρο, απέτυχε πάλι. Γιατί, στον Ο.Σ.Φ.Π.,
αρκούνται να πείσουν τον προπονητή τους, ότι πρέπει να κερδίσει τον Παναθηναϊκό.
Αν αυτός είναι ο μόνος λόγος που αναπνέεις και κινείσαι σαν εταιρεία, τότε
μπράβο- «Τον Παναθηναϊκό να κερδίζουμε, κι ας χάνουμε απ? το Βούδα», το έλεγε
το 1965 κι ο Θανάσης Μπέμπης.
Φράγκα
Τα εισιτήρια έχουν ακριβύνει
σχεδόν 400% τα τελευταία χρόνια, επομένως τα έσοδα μιας ομάδας μόνο από αυτά
είναι ήδη πολλά λεφτά. Με ένα μέσο όρο τιμής 20ευρώ το κομμάτι, μια μικρομεσαία
ομάδα που κόβει 120.000 εισιτήρια το χρόνο, κερδίζει σχεδόν 2.5 εκατομμύρια
ευρώ. Το φετινό μπάτζετ της δευτεραθλήτριας ΑΕΚ, είναι 7.5 εκατομμύρια. Αν
συνυπολογίσεις τα ποσά των τηλεοπτικών συμβολαίων, ΟΠΑΠ και χορηγούς, τότε δεν
πρέπει να υπάρχει ελληνική ομάδα που να μην τζιράρει 5 εκατομμύρια. Όμως οι Έλληνες
επιχειρηματίες δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Όταν οι
επιχειρήσεις του Μπερλουσκόνι έχουν μεγάλη κερδοφορία, τα χρήματα που «περισσεύουν»
τα δίνει στη Μίλαν και όχι στο Κανάλι 5. Θεωρεί ότι μέσω αυτής, διαφημίζεται
καλύτερα. Ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος έχει τη σιγουριά ότι το ελληνικό
ποδόσφαιρο ανήκει στις οικογένειες Κόκκαλη και Βαρδινογιάννη, με τον ίδιο τρόπο
που η «Χαλυβουργική» ανήκει στον Αγγελόπουλο. Από τη στιγμή που ένας σωστός
επιχειρηματίας κατανοήσει αυτόν τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, το βάζει
στα πόδια.
Συνταγή
Τα
λεφτά τους οι ελληνικές ομάδες τα καίνε, δεν παράγουν νέους παίκτες, ώστε να
δημιουργήσουν σύνολα από 7-8 καλούς Έλληνες και 3-4 πραγματικά ποιοτικούς,
ακριβοπληρωμένους ξένους. Ξοδεύουν τα λεφτά τους σε δευτεροκλασάτους,
«κομμένους» από τα μεγάλα πρωταθλήματα. Το μοντέλο της Στεάουα που με 24
Ρουμάνους στη σύνθεση της έφτασε πέρσι στα ημιτελικά του Κυπέλλου U.E.F.A. και
αν κατέβαινε στο ελληνικό πρωτάθλημα θα το 'χε πάρει μαρς, δε μπορεί να γίνει
αντιληπτό. Είναι όμως ο μόνος τρόπος που έχει μια ελληνική ομάδα για να
«προχωρήσει». Ο Παναθηναϊκός του '96 ή ο Ο.Σ.Φ.Π. με Γεωργάτο, Γιαννακόπουλο,
Τζόρτζεβιτς περίπου αυτό έκαναν νέοι Έλληνες, πεινασμένοι για διάκριση και
μεταγραφή στο εξωτερικό, πλαισιωμένοι από 2, 3 πολύ καλούς ξένους. Ο
Καραγκούνης πέταγε τη σκούφια του, όταν ψηφίστηκε "man of the match" στο
Μάντσεστερ, για τον Μπίσκαν, αυτό δε θα σήμαινε τίποτα. Πολλοί μας
κοιτάνε και σαν ούφο μας λένε, «γιατί ρε 'συ θέλεις να κάνεις αποτέλεσμα με τη
Μπαρτσελόνα;». Και αν εσύ του απαντήσεις, μα ο Παναθηναϊκός έχει ευρωπαϊκή
παράδοση, σου λέει «συγνώμη, δεν το 'ξερα αυτό.» ή «ρε Ολυμπιακέ, έχεις 26
αγώνες να κερδίσεις εκτός έδρας στο Champion's League,
γιατί ζητάς από μένα να κερδίσω τη Βαλένθια;»
Κι όμως απέναντι στον κόσμο, που είναι ένας κανονικός καταναλωτής τη
στιγμή του αγώνα, πρέπει να έχεις ένα όραμα και να θες να κερδίσεις τη
Βαλένθια.
Μεγάλα Μαγαζιά
Πολλοί θεωρούν τις μεγάλες ελληνικές ομάδες και «μεγάλα μαγαζιά» γιατί
έχουν μεγάλους «λαούς», σύγχρονα γήπεδα και ιδιόκτητα προπονητικά κέντρα. Όμως αυτό
είναι το μίνιμουμ των προϋποθέσεων που ντε φάκτο έχει μια σοβαρή ευρωπαϊκή ομάδα.
Η Ρόμα πληρεί όλα τα παραπάνω, όπως και η Νιούκαστλ με soldout για τα επόμενα δέκα
χρόνια και το δεύτερο μεγαλύτερο merchandise στην Αγγλία -καμιά τους δεν είναι όμως ανάμεσα στις
μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες. Ο Αμπράμοβιτς για να μεταμορφώσει την Τσέλσι, ποντάρει
στο Λονδίνο και στη γκλαμουριά του αγγλικού πρωταθλήματος. Αν υποθετικά, ο Αμπράμοβιτς έπαιρνε τον
Ο.Σ.Φ.Π., δε θα μπορούσε να αγοράσει αυτούς τους παίχτες και αν
έρχονταν, θα το έκαναν για την αρπαχτή. Θα έλεγαν, «πάμε να τους τα πάρουμε».
Στην Τσέλσι ο παίχτης δεν πάει για τα φράγκα μόνο, θέλει και το Champion's League. Το μέγεθος του
πρωταθλήματος, το μέγεθος της χώρας και της αγοράς, ακόμα και η παράδοση του το
επιτρέπουν. Ελληνικός δρόμος για την επιτυχία δεν υπάρχει στο ποδόσφαιρο.
Παράγκα (τα παρατσούκλια αληθινά)
Η
«παράγκα» ήταν ένα «κεντρικό σύστημα διαιτησίας», σα να εμφανίστηκε ο Μέγας
Αλέξανδρος και να ενοποίησε όλα τα βασίλεια της Δαλμαρκίας. Η
διάρθρωση της «παράγκας» ήταν απλούστατη- στην κορυφή, ο «θείος» (εντολέας των
πάντων), μετά ο «κοκκαλιάρης» ή «φωνή του θείου» (άνθρωπος τύπου γκάγκστερ,
πρόθυμος να λερώσει τα χέρια του), ακολουθούσε το «γουρούνι» (παλιός διαιτητής,
έκανε τα τηλεφωνήματα) και τέλος οι "killers", συμφωνημένοι δηλαδή διαιτητές. Ο «θείος» έβαζε τα
λεφτά. Με τα κεφάλαια του «θείου», ο «κοκκαλιάρης» αγόραζε ψήφους στις
αρχαιρεσίες της Ε.Π.Ο. Με το χρήμα παρακάμφθηκαν παλιές μέθοδοι για τον έλεγχο
της διαιτησίας, όπως πολιτικά ρουσφέτια και ρομαντικοί οπαδισμοί. Στους "killers" παρέχονταν βαλίτσες με χαρτονομίσματα, άνοδος στους
πίνακες και καριέρα στην Ευρώπη. Τα κονέ μαζί τους έκανε το «γουρούνι» που
τυπικά δε ζητούσε ευνοϊκή μεταχείριση του εντολέα του, παρά ένα δίκαιο 50-50. Η
ιστορία έγραψε μια ανολοκλήρωτη δικαστική έρευνα και η Ε.Π.Ο. ξέγραψε απ' τις
λίστες δέκα διαιτητές που τα ονόματα τους ακούστηκαν στα κλιπάκια. Κανείς δεν
τιμωρήθηκε ποτέ, πρόσωπο ή αθλητικό σωματείο κάποιοι από τους πρωταγωνιστές
της υπόθεσης, προσκαλούνται σήμερα σα συμβουλάτορες και συνομιλητές της
Σούπερλίγκα. Με δικαστικές αποφάσεις να εκκρεμούν εις βάρος τους, αλλά
ξεπλυμένοι απ? τα απόνερα του "Euro".
Ιταλία
Αυτό που έγινε στην Ιταλία, ήταν
μια επίδειξη δύναμης της Γιουβέντους στο χώρο της ιταλικής Ομοσπονδίας. Ήταν
μια συμφωνία ανάμεσα στη Γιουβέντους και στη Μίλαν. Ουσιαστικά οι μάνατζερ διαχειριστές της Γιουβέντους συμφώνησαν με τον Μπερλουσκόνι, αυτοί να πάρουν
τον έλεγχο της διαιτησίας και ο πρωθυπουργός το τιμόνι της λίγκας, δηλαδή το
χρυσάφι των τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Κάποια στιγμή αυτό το «μοντέλο»
διαχείρισης πέρασε τα όρια του ανεκτού και δίκαια κάποιοι τιμωρήθηκαν. Στην
Ιταλία, με την υπόθεση ασχολήθηκε η αστυνομία, το τμήμα δίωξης των μαφιόζων,
που 'ναι κάτι σαν τη δική μας αντιτρομοκρατική. Εδώ ασχολήθηκε ο
Τριανταφυλλόπουλος και αυτοί που του έδωσαν τις κασέτες.
Σουπερλίγκα
"Superleague" είναι η προσπάθεια των ομάδων της Α` Εθνικής, να πάρουν
περισσότερα φράγκα από τον Ο.Π.Α.Π. και να ξεμπερδέψουν με το κομφούζιο της ΕΠΑΕ,
που θύμιζε από την «αγορά» της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας έως το πανηγύρι
του τρελού. Στην Ε.Π.Α.Ε. συμμετείχαν οι πρόεδροι όλων των ομάδων, Α`, Β` και Γ`
κατηγορίας ο
Τζίμης ο Ζήσης από την Κρύα Βρύση, βρισκόταν ξαφνικά «ισότιμος» συνομιλητής του
Σωκράτη Κόκκαλη. Αυτό ήταν το μόνο που παρήγαγε η Ε.Π.Α.Ε.,
παράγοντες «αστέρια», «παιχταράδες». Η Superleague θέλει να απλοποιήσει το σκηνικό -οι σύλλογοι της Α`
Εθνικής ενωμένοι σε μια «λίγκα»,
παζαρεύουν και διαχειρίζονται οι ίδιοι τα «οικονομικά» τους. Ακούγεται
πολύ σωστό, αλλά στην πρώτη της χρονιά, η Superlegue δε μπόρεσε να αποφύγει τον καιροσκοπισμό. Στην
τελευταία χρονιά της Ε.Π.Α.Ε., ο Ο.Π.Α.Π. έδινε στις ομάδες 5 εκατομμύρια ευρώ.
Η Superleague, άμα τη
εμφάνιση της, απαίτησε 40 εκατομμύρια, ποσό μάλλον υπερβολικό για ένα
πρωτάθλημα που ξεκίνησε να παίζεται, χωρίς εσωτερικό κανονισμό και αθλητικούς
δικαστές (θα έκανε τόσο περήφανο τον Μπακούνιν), για μια διοργάνωση που έκανε
λάβαρο το αυτοδιοίκητο του ποδοσφαίρου αλλά χρηματοδοτείται από τον Ο.Π.Α.Π.,
που ανήκει κατά 50% στο κράτος. Προς το παρόν μοιάζει κακή απομίμηση του Champion'sLeague. Η 'TEAM', που είχε και την πρώτη ιδέα,
δείχνει να έχει επεξεργαστεί το πανέξυπνο αυτό «μοντέλο» πολύ καλύτερα.
Κόκκαλης
Ο Κόκκαλης είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να κερδίζει για όσα χρόνια
αυτός επιθυμεί το ελληνικό πρωτάθλημα. Δυστυχώς αυτό είναι το όριο. Γιατί έμαθε
να λέει, «τόσο μπορώ, αυτό κάνω» και εκτός από χαρισματικός είναι επίσης πολύ
συνηθισμένος στο γλείψιμο και περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που του λένε
πάντα, «έχεις δίκιο πρόεδρε». Είναι ο τύπος του "onemanshow" με πάρα
πολλά λεφτά -ο περυσινός ισολογισμός μόνο της 'intralot' έδειχνε έσοδα 120 εκατομμύρια
ευρώ. Επίσης, διαβλέπει το ταλέντο και την ικανότητα στους ανθρώπους -ο Σαλαλές
μετά τον Ο.Π.Α.Π., δούλεψε στον Ο.Σ.Φ.Π., δηλαδή τα προσόντα του εκτιμήθηκαν,
όπως και του προηγούμενου αστυνομικού διευθυντή Πειραιά, που προσελήφθη
υπεύθυνος ασφαλείας του Ο.Σ.Φ.Π..
Τζίγκερ
Τα καράβια του Ομίλου, πέρα από το
πράσινο, καλά αρμενίζουν -τα πετρέλαια πάνε καλά, οι υπόλοιπες επιχειρήσεις
κερδοφορούν επίσης. Δεν είμαστε στο 1996, με το Χ.Α.Α. στις 6.000 μονάδες, αλλά
οι δουλειές του Ομίλου πηγαίνουν πρίμα! Ο ίδιος ο Τζίγκερ είναι ένας sportsman που έχει ζήσει τον
πρωταθλητισμό στο πετσί του και έχει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για το πώς
πρέπει να είναι ο αθλητής - ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού. Το λάθος του
είναι πως συγκρίνει τη mentalite ενός
ποδοσφαιριστή με τη δική του αγωνιστική συμπεριφορά όταν ήταν ένας πολύ καλός
ραλίστας.
Νικολαίδης
Ο Νικολαίδης, ίσως είναι η πιο
ενδιαφέρουσα περίπτωση απ? τους τρεις?Γνωρίζει καλά τόσο το ποδόσφαιρο, όσο και
τον ποδοσφαιριστή. Δε μπορώ όμως να καταλάβω, αν η Α.Ε.Κ. του μέλλοντος
θα είναι μια Α.Ε.Κ. για το Νικολαίδη ή μια ΑΕΚ όπως την ξέραμε. Γιατί
η Α.Ε.Κ. ήταν μια ομάδα που έκανε πρωταθλητισμό, ενώ όπως μας την παρουσιάζει ο
Νικολαίδης, είναι μια ομάδα που πέρυσι έκανε φιέστα όταν βγήκε δεύτερη. Ο
Νικολαίδης είναι αεκτζής, πήρε τη διοίκηση της Α.Ε.Κ. σε μια πολύ δύσκολη
στιγμή και κατάφερε να τη σώσει. Λειτουργεί καλή τη πίστη και όχι με σκοπό να
γίνει πλούσιος απ? το προεδριλίκι, αλλά πρέπει να αντιληφθεί πως ήρθε η ώρα να
γίνουν κάποιες επενδύσεις και να μπουν στην ομάδα λεφτά. Άλλωστε, εκπροσωπεί κι
αυτός επιχειρηματίες με σημαντική δύναμη.






