

Αναζητώντας φοιτητική στέγη αντιμέτωπος με
το Μερφικό Τσουνάμι
"Two females seeking for a flatmate, male or female"
Είναι κάποιες φορές που αισθάνεσαι το φακό της κάμερας να σε κοιτάει κατάματα και όλο το κοινό να περιμένει άφωνο το επόμενο χτύπημα. Δε μιλάμε για κάποιο χαλαρό φιλμ νουάρ που τα χτυπήματα της τύχης έρχονται αργά, ανά ώρα, σαν υπονοούμενο. Εδώ μιλάμε για Χόλλυγουντ και μάλιστα του χειρίστου είδους. Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ και βάλε ή καλύτερα Ζαν Κλωντ Βαν Μέρφυ.
Αυτήν τη φορά δεν ήμουν στο περιθώριο κάποιας μερφικής υπερπαραγωγής, σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα, μια ασκησούλα ατυχίας (έτσι για να μην ξεχνιόμαστε). Ήμουν η ίδια η υπερπαραγωγή. Όλα ξεκίνησαν ένα ανύποπτο απογευματάκι όταν καβάλησα το αξιαγάπητο σκούτερ πηγαίνοντας να δω ένα σπίτι στο Mount Anville Park, που ήταν από τις πιο φτηνές περιοχές γύρω από το πανεπιστήμιο. Ήταν ότι έπρεπε. Η αγγελία έλεγε, "Two females seeking for a flat mate, male or female" και σκέφτηκα «πόσο άσχημα μπορεί να είναι; θα το κλείσω, να τελειώνει αυτός ο ντράβαλος». Δεν κατάπινα καλύτερα τη γλώσσα μου! Το σπίτι ήταν σκέτος τάφος, και μάλιστα θολωτός! Τα περισσότερα δωμάτια ήταν σε οριακό ημίφως και η μια κοπέλα, τρελή σαμπρέλα. Ψιθύριζε γιατί η άλλη ήταν κουρασμένη κι είχε πέσει από τις 20.30 για ύπνο. Στα highlightτου σπιτιού ήταν η απόλυτη τάξη, σα να είχε χρόνια από την τελευταία φορά που μετακινήθηκαν κάποια πράγματα και οι τρεις παπαγάλοι που κρατούσαν συντροφιά στην κοπέλα που ήταν ζωντανή ή τέλος πάντων έτσι νόμιζε πως ήταν. Έκανα 2-3 τυπικές ερωτήσεις κι έτρεξα προς την πόρτα πριν βγει σε κατάσταση μούμιας ο προηγούμενος συγκάτοικος. Με πανικό πήρα τα υπόλοιπα 5-6 τηλέφωνα που είχα βρει στις αγγελίες, αλλά απολύτως τίποτα. Τζίφος. Όλα είχαν πιαστεί προ πολλού. Μήπως θα έπρεπε να πανικοβληθώ; Το ίδιο όμως βράδυ έμελλε να πάρω την τελική απάντηση, καθώς πέρασα από ένα πάρτι σε κοντινή περιοχή. Ήταν ένα από τα πάρτι έκπληξη, όπου ο διοργανωτής δείχνει να έχει άπειρη οικειότητα μαζί σου, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το ποιος είναι. Την τελευταία φορά που πήγα σε τέτοιο πάρτι, μαζί με καμία εικοσαριά άλλα άτομα, διαπίστωσα ότι αυτός ο άγνωστος αλλά οικείος αριθμός ήταν της Mathilde που βγαίναμε ένα ολόκληρο χειμώνα μαζί, αλλά στο τέλος με εκνεύρισε τόσο πολύ κι έσβησα τον αριθμό της. Κακώς! Κάκιστα! Ήταν τα γενέθλιά της και είχε βάλει τα καλά της. Η προσπάθειά της να με επαναπροσεγγίσει, κατέρρευσε πάνω στη θεϊκή μου ερώτηση, «πως και είσαι στο πάρτι, ξέρεις ποιος το κάνει;».
Το πάρτι όμως αυτό
ήταν μια τελείως χαλαρή περίπτωση, καθώς ο Dan αποδείχτηκε πως ήταν ένας υπερχαλαρός
ιρλανδός που τζαμάραμε στο πρώτο έτος. Το σπίτι ήταν γαμώ κι εκεί που ήμασταν
στα «πως πάει, τι γίνεται;», μου ρίχνει και το τρομερό αν ξέρω κανέναν που να
ψάχνει για σπίτι!!! Εδώ είμαστε, σκέφτηκα κι εκεί που δίναμε τα χέρια, σκάει κι
ο Alberto, ένας ιταλός σεφ
που παίζει τρομερό μπάσο και μαζί με τον Dan έχουν κάνει το γκαράζ του σπιτιού στούντιο. Αυτό είναι, φαγητό
μετά μουσικής. Θα παίζουμε άσματα του στυλ «μπεσαμέλ μπλουζ», «φλαμπέ δωδεκάμετρα»
κλπ, κλπ. Οι επόμενες μέρες πέρασαν
ήσυχα, αλλά κατάλαβα ότι ο Μέρφυ είχε μόλις τελειώσει τα μπάνια του στη Νέα
Ορλεάνη κι ερχόταν να οργανώσει ένα τοπικό τσουνάμι ειδικά για μένα. Δέκα μέρες
πριν αδειάσουμε το σπίτι, με άδειασε στην κυριολεξία ο Dan με ένα μήνυμα που λίγο πολύ έλεγε ότι η
Ann, η άλλη συγκάτοικος του
σπιτιού δε με γούσταρε κι έβαλε στο δωμάτιο μια φίλη της. «Πάνε τα δωδεκάμετρα
παστίτσια», σκέφτηκα κι έπεσα με τα μούτρα να βρω σπίτι οπουδήποτε αλλού. Έκανα αλλεπάλληλα viewings και καθώς οι χυλόπιτες
πέφτανε σύννεφο, το ηθικό μου καταρρακωνόταν. Την ύστατη μέρα που θα έπρεπε να
αδειάζαμε το σπίτι έκανα το τελευταίο viewing που μου έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Ήταν ένα συμπαθητικό
σπίτι, αρκετά μεγάλο, που μέσα ζούσαν οι εφτά φυλές του Φαραώ. Ιταλοί, Ισπανοί,
Γάλλοι, Ινδοί κι ένας Αιγύπτιος. Σκέφτηκα εδώ δε θα έχουν πρόβλημα και μπήκα με
τα γκάζια. Το δωμάτιο ήταν ψιλομπάχαλο αλλά σχετικά φθηνό και σε καλή
τοποθεσία. Εκεί που άρχιζε το σενάριο «έχουμε και μερικά ακόμα ραντεβού πριν
αποφασίσουμε, κλπ, κλπ», παίρνω με την άκρη του ματιού μου ότι το δωμάτιο είχε
δύο πόρτες. «Ε, τι είναι αυτή η πόρτα, είναι μπάνιο, είναι ensuiteτο δωμάτιο με
δικό του μπάνιο;», ρώτησα αλλά η απάντηση ήταν απογειωτική. «Ποιο ensuite ρε φίλε, το δικό μου δωμάτιο
είναι εκεί, εκεί κοιμάμαι εγώ, θα είμαστε γείτονες», «και καλά αν θέλεις να βγεις
τι κάνεις; Περνάς μέσα από εδώ;», «ε....ναι!». Ο Ιρλανδός ιδιοκτήτης για να
βγάλει 300 ευρώ παραπάνω, δηλαδή 2.000 από 1.700, έριξε ένα κρεβάτι στο
διάδρομο και το βάφτισε δωμάτιο. Συγγνώμη τώρα, δέχεσαι για 300 ευρώ το μήνα να γίνεσαι
μαλάκας;
Την άλλη μέρα ξεκίνησε η υπερπαραγωγή. Το πρωί είχα να πάω
στη σχολή για κάτι εργαστήρια. Εκεί που χάζευα τα email, βλέπω ότι μου είχαν απαντήσει από
τις εστίες κι ότι είχαν δεχτεί μια αίτηση που είχα κάνει κάποια στιγμή όταν
είχαν αρχίσει να πέφτουν βροχή οι χυλόπιτες. «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε», σκέφτηκα κι έτρεξα
στη γραμματεία. Ναι! Ήταν αλήθεια, με είχαν δεχτεί στις εστίες.
Βέβαια αυτό δεν ήταν και το κορυφαίο σενάριο. Οι εστίες κόστιζαν πέντε
κατοστάρικα το μήνα, θέλουν όλα τα λεφτά για το εξάμηνο ντούκου και συνήθως
μαζεύουν κάτι καμένους μεταπτυχιακούς που όλη μέρα διαβάζουν και το βράδυ
βλέπουν τηλεόραση τρώγοντας προμαγειρεμένες σούπες και ψωμί του τοστ.
Στην υποδοχή ήταν η Ms. Suzanne, πολύ συμπαθητική, καθώς μου επισήμαινε ότι το σπίτι ήταν καθώς πρέπει για διδακτορικούς, πολύ ήσυχο, οι υπόλοιποι συγκάτοικοι ήταν στα εργαστήρια όλοι μέρα και το βράδυ γυρνούν και μαγειρεύουν αργά. «Ό,τι πρέπει!», της είπα κι έσκασα το παραδάκι. Όταν άνοιξα την πόρτα, με περίμενε μια έκπληξη.Οι ήσυχοι συγκάτοικοι αποδείχτηκαν να είναι ο Louis από Cadiz, Davide από Padova και ο Mike από Παρίσι, που μαζί γυρνούσαμε τα βράδια μια, μια τις εστίες μέχρι να βρούμε κάποιο πάρτι, να κρατάει ακόμα. Το πάνελ ολοκλήρωναν δύο Ιρλανδοί από την επαρχία που φαινόντουσαν πολύ καλά άτομα. «Δε θα μπορούσε να είναι καλύτερα», σκέφτηκα και αφού κανόνισα τα τυπικά, τελίκιασα το σκούτερ για σπίτι. Επιτέλους είχα βρει σπίτι με γαμάτους συγκάτοικους και το μόνο που έμενε ήταν μια επίπονη μετακόμιση και μια ακόμα πιο επίπονη αποψίλωση του σπιτιού για την επιθεώρηση του, μπας και πάρουμε κανένα φράγκο πίσω από την προκαταβολή από το μεσιτικό που το διαχειριζόταν. Ακούγεται εύκολο, αλλά ένα πάρτι τον περασμένο Απρίλη και μια διαρκής κακοδιαχείριση είχαν αφήσει πίσω τους μια καμένη μοκέτα, ένα σπασμένο τοίχο, μερικές μισοδιαλυμένες καρέκλες και κάτι άλλα ψιλά που ήταν αρκετά για να χάσουμε τα 1.400 ευρώ της προκαταβολής.
Μας βγήκε η Παναγία! Κατά τις 11 το βράδυ είχαμε
τελειώσει με το καθάρισμα και το περίτεχνο κρύψιμο των ζημιών. Το
μόνο που έμενε ήταν να ξεφορτωθούμε τα άπειρα σκουπίδια όπου ανάμεσά τους
φιγουράριζαν 5-6 διαλυμένα ποδήλατα και μια ξερχαβαλωμένη ψησταριά. Ακούγεται
παράξενο, αλλά στον 21ο αιώνα στο Δουβλίνο, μια πόλη 2 εκατομμυρίων
κατοίκων, τα σκουπίδια μαζεύονται μια φορά την εβδομάδα κι αυτή πληρώνεται με 7
ευρώ για ένα μικροσκοπικό κάδο που με άπειρη συμπίεση χωρούσε 2-3 σακούλες. Για
μεγαλύτερα σκουπίδια, σαν τα ποδήλατα ας πούμε, έπρεπε να πληρώσεις γύρω στα
400 ευρώ για να σου φέρουν ένα μεγαλύτερο κάδο μπροστά στο σπίτι σου. Εννοείται
πως το ξεφόρτωμα σκουπιδιών καθώς και η χρήση του κάδου του άλλου θεωρείται
εγκληματική πράξη, για την ακρίβεια κλοπή και τιμωρείται πάραυτα!
Μπροστά σε αυτό το
αδιέξοδο, μέσα στη βροχή και το αγιάζι βγήκαμε παγανιά μπας και βρούμε κανένα
μεγάλο κάδο. Εν τέλει, βρέθηκε ένας έξω από μια οικοδομή και η αποστολή
εξετελέσθη με απόλυτη επιτυχία. Έτσι νομίζαμε! Το ξημέρωμα, μαζί με κάτι μείον
στο θερμόμετρο έφερε και τα σκουπίδια μπροστά στην πόρτα μας!!! Απίστευτο! Οι
τύποι μέσα σε ελάχιστο χρόνο μας είχαν εντοπίσει. Τι να κάνουμε, τα φορτώνουμε
στο αμάξι που είχαμε νοικιάσει για τη μετακόμιση και την κάνουμε για
πανεπιστημιούπολη. Εκεί θα ήταν πιο εύκολο να κρατήσουμε την ανωνυμία μας. Δεν
προχωρήσαμε πάνω από ένα χιλιόμετρο και στη θέα ενός μεγάλου κάδου δεν
κρατιόμαστε και σταματάμε. Αυτή τη φορά το παίξαμε ευρωπαίοι και χτυπήσαμε το
κουδούνι να ρωτήσουμε. Στην πόρτα βγήκε ένας πολύ συμπαθητικός γεράκος που
προσφέρθηκε να φιλοξενήσει τα σκουπίδια μας. Επιτέλους!
Κατά τις 2 το βράδυ, σχεδόν αδύναμος να αντιμετωπίσω οποιαδήποτε πρακτική δυσκολία και με τρελό πυρετό πάω στις πολυπόθητες εστίες να στεγνώσω το κορμάκι μου. Σε αυτές τις αδύναμες στιγμές είναι που ο Μέρφυ δεν πρέπει να σε συναντά, αλλά όπως προείπα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ετίθετο θέμα αν θα με έβρισκε ο Μέρφυ. Με έψαχνε, θα με έβρισκε όπως κι αν είχε! Την άλλη μέρα το πρωί είχα εργαστήρια και σηκώθηκα μια ώρα νωρίτερα, καθώς ο πυρετός είχε χτυπήσει ασυνήθιστα νούμερα και δεν κοιμήθηκα ούτε λεπτό. Ντύνομαι και τρέχω για τα εργαστήρια, αλλά στην επιστροφή διαπιστώνω μια τραγωδία. Μου είχαν φάει το μηχανάκι! Ναι, έλειπε... δεν ήταν εκεί. Απίστευτο! Δε μου είχε ξανασυμβεί. Απίστευτο συναίσθημα. Απλά έλειπε. Στην αρχή αμφισβήτησα τη μνήμη μου, αλλά........πού τέτοια τύχη. Κάπου εκεί έπεσε και το τηλεφώνημα σουρεαλισμός αλά Μπουνιουέλ, «ρε, ήρθα για να μαζέψω μερικά σκουπίδια για την επιθεώρηση του μεσιτικού και ξέρεις τί βρήκα μπροστά στην πόρτα μας; Ένα βουνό σκουπίδια!». «Όχι ρε συ, μας βρήκε και ο γέρος; Καλά όλη γειτονιά είναι παλαίμαχοι του IRA;;;;!». Οκ, ποιό ήταν το βεγγικό σχέδιο; Θα πήγαινα να δηλώσω το μηχανάκι στους μπάτσους, θα νοίκιαζα ξανά αυτοκίνητο, ο Νίκος θα έπαιρνε ταξί και μερικές σακούλες και θα ξαναμαζευόμασταν να κάνουμε αυτό που έπρεπε να κάνουμε από την αρχή...Πανεπιστημιούπολη κι όλα αυτά σε δυο ώρες, μέχρι να έρθουν οι κυρίες του μεσιτικού. Ήταν η τρίτη φορά που κουβαλούσα αυτά τα γαμοποδήλατα και ορκίστηκα να μην ξαναμαζέψω ποτέ σκουπίδια.
Οι κυρίες του μεσιτικού μάλλον καραφλιάσανε στη θέα του σπιτιού και πιθανόν γι? αυτό η διαδικασία ήταν συνοπτική... «θα σας ειδοποιήσουμε στα μέσα της εβδομάδας για την προκαταβολή σας... άμα είναι». Αυτό το άμα είναι, μου θύμισε πώς τα χαλάγαμε στο Λύκειο, «θα σε πάρω εγώ...(άκρως απαραίτητη παύση) άμα είναι!». Χωρίσαμε με τους άλλους και πήρα το νοικιασμένο αμάξι να το πάω για δεύτερη φορά πίσω. Το είχαμε χρυσοπληρώσει. Στο κάθισμα του συνοδηγού καθόταν ένας συμπαθητικός γεράκος.
-Πώς σας λένε, ρώτησα, είστε από εδώ;
-Ε, ναι, είμαι από εδώ αλλά κάνω τακτικά ταξίδια. Με λένε Μέρφυ...
-Πού μένετε; Θέλετε να σας πετάξω κάπου με τ? αυτοκίνητο;
-Πού μένω....μένω...μένω, να εδώ στο τέλος του δρόμου κάνε δεξιά και σταμάτα. Μένω στις εστίες της Πανεπιστημιούπολης, μετακόμισα πρόσφατα!






