

Η jazz, λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της κι αφού σταθεροποίησε το χαρακτήρα της, άρχισε ν’ ακολουθεί δύο διαφορετικούς δρόμους: από τη μία ήταν η μουσική με την οποία διασκέδαζε και χόρευε η μεσοαστική λευκή Αμερική (εποχή άνθισης του swing και των bigbands) κι από την άλλη κράτησε τον αυθεντικό της χαρακτήρα, αυτόν που απευθυνόταν στο φτωχό αλλά περήφανο μαύρο.
Η μεγάλη αυτή μερίδα του αμερικανικού πληθυσμού βγαίνοντας απ’ εκείνη τη μαρτυρική περίοδο της δουλείας, βρέθηκε και πάλι σ’ ένα αφιλόξενο και γεμάτο κοινωνικές διακρίσεις περιβάλλον. Αποτέλεσμα, η ζωή αυτών των ανθρώπων να κυλά δύσκολα και φτωχικά με ό,τι συνεπάγεται αυτό στη μόρφωση και την κοινωνική πρόοδο τους.
Η διαφορετικότητα όμως αυτού του λαού έγκειται στο ότι είναι ποτισμένος με το μικρόβιο της μουσικής. Έτσι, και τα καλά αλλά και τα άσχημα έφτανε στιγμή που τα χαιρόταν ή τα εξάγνιζε μέσα από τη διαδικασία του ρυθμού και του ήχου.
Με αυτό τον τρόπο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ‘40 αρχίζει σιγά, σιγά να γεννιέται ένας νέος ήχος και να εξαπλώνεται γρήγορα σε όλα τα γκέτο των μαύρων. Κάθε Σάββατο βράδυ, μετά από μια εξαντλητική και δύσκολη εβδομάδα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζεύονταν μέσα σε μικρά, υπόγεια, σκοτεινά και καπνισμένα bar για να ξεδώσουν, να χορέψουν, να γελάσουν, να ξεχάσουν, να ερωτευτούν και ν’ αγαπήσουν. Σ’ αυτά τα μέρη, ελεύθερα πια, τ’ αφρικανικά γονίδια τους ένιωθαν να βρίσκονται στο φυσικό τους χώρο. Μέσα σ’ αυτούς τους μικρούς ναούς της μουσικής εμφανίστηκε, μεγάλωσε και μεγαλούργησε μια γενιά «τρελαμένων» τύπων που μετέτρεψαν το κατ’ εξοχήν όργανο της jazz σε … φλογοβόλο.
Με βλέμμα καυτό, με τα πνευμόνια να σκάνε από το φύσημα και με κινήσεις εκρηκτικές μετέδιδαν αστραπιαία την ενέργεια αυτού του ήχου στο κοινό κι έπειτα από λίγο έβλεπες όλο το χώρο να δονείται και να πάλλεται σα μία ομοιογενή μάζα, που υπάκουε αυθόρμητα στο μήνυμα της μουσικής. Μιας μουσικής ντόμπρας και αληθινής βγαλμένης μέσα από την καθημερινότητα, που είχε ως σκοπό να σε κάνει να ξεδώσεις. Μιας μουσικής που δε «μάσαγε» τα λόγια της και δε δίσταζε να καταπιαστεί στα φανερά και με χιούμορ με θέματα που στην τότε κοινωνία θεωρούνταν ταμπού. Μέσα από τη χρήση μίας ιδιαίτερα έξυπνης αλλά και δυσνόητης στους μη μυημένους «slag» έκφρασης όλοι αυτοί οι τύποι δεν άφηναν τίποτε όρθιο, ανοίγοντας με το παραμικρό διάλογο με το κοινό, αφού έτσι κι αλλιώς σχεδόν ποτέ δεν έμεναν πάνω στη σκηνή αλλά κυκλοφορούσαν μέσα στον κόσμο, ανεβοκατεβαίνοντας στα τραπέζια, κάνοντας τ’ «ακροβατικά» τους, συχνά πάνω στο πιάνο με τον ιδρώτα να στάζει από το μέτωπο ποτάμι, και κρατώντας τα χείλη τους σφιχτά κλεισμένα στο σαξόφωνο.
Αναμφισβήτητα αυτή η φάση περιέκλειε διονυσιακή ατμόσφαιρα και οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε καταστάσεις παροξυσμού, έκστασης αλλά και τρελού ρυθμού ποτισμένη ως το κόκαλο με το άρωμα του ουίσκι αλλά και τη βαριά μυρωδιά φτηνού καπνού. Απίστευτα όμορφη και γνήσια όλη αυτή η ιστορία που τα ίχνη της στη δισκογραφία καταγράφηκαν κάτω από τον τίτλο «Rhythm‘n’ Blues» και «BlackRockn’ Roll» κι αν κάπου αρχίζει να σχηματίζεται μία υποψία, ναι, δεν έχετε πέσει έξω, όλο εκείνο το λευκό κόλπο με την «επανάσταση του rockn’ roll» στα 50’s δεν είναι παρά μία κάλπικη ιστορία που καπηλεύτηκε κι αντέγραψε συχνά νότα, νότα όλον εκείνο τον πλούτο του μαύρου μουσικού πολιτισμού για να τον φέρει στα μέτρα της και να το προβάλλει ως δικό της.
Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι τύποι που κρατούσαν το ρόλο του πρωταγωνιστή σ’ αυτή την ιστορία και πως λειτουργούσαν μέσα της, αποκτώντας αλλά και δίνοντας υπόσταση στην έννοια του honker;
Με μια πρώτη ματιά τίποτα το ξεχωριστό και το ιδιαίτερο, απλοί, καθημερινοί τύποι, συχνά μεροκαματιάρηδες που όμως τα βράδια μεταμορφωνόνταν, με αυτή τη μεταφυσική επίδραση της μουσικής, σε μαύρους Διόνυσους, πραγματικά ηφαίστεια και ο ήχος από τα σαξόφωνά τους τραχύς, δυνατός, ωμός αλλά και πέρα για πέρα αληθινός. Χαρακτήρες συχνά δύσκολοι, φοβεροί γυναικάδες κι εξαιτίας των θηλυκών συχνά μπλεγμένοι σε φασαρίες, με κατάληξη να είναι υπόλογοι απέναντι στον νόμο.
Όμως η μουσική τους ήταν άλλο πράγμα, ένα ποτάμι από νότες φτιαγμένες από ατόφια ενέργεια, μια έκφραση που ήταν ικανή να τινάξει στον αέρα κάθε δέσμευση και καταπίεση. Κι αυτό ακριβώς έκανε με τον τρόπο της, δείχνοντας κάποιους δρόμους που αργότερα θ’ ακολουθούσαν άλλοι μουσικοί της jazz αναπτύσσοντας διαφορετικά ρεύματα αλλά και την τέχνη του αυτοσχεδιασμού.
Μέσα σ’ αυτούς τους τύπους και τη λαμπρή μουσική τους «τρέλα» μπορείς να ανιχνεύσεις τις καταβολές του jazz – funk, της soul – jazz αλλά και της soul.
Η εικόνα λοιπόν σχηματίστηκε και τώρα αν θέλει κανείς να τη ντύσει με ήχους και μαζί της να ζήσει μία εμπειρία που μετράει και δίνει πράγματα καλό θα ήταν να ψάξει για δίσκους των TabSmith, FredJackson, JimmyForest, BobbySmith, WillisJackson, KingCurtis και PanamaFrancis ή αν είναι δύσκολη η ευρεσή τους ν’ αναζητήσει δύο συλλογές της εταιρείας Delmark με τίτλο “Honkers & BarWalkers” Vol.I και Vol.II, και τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους.






