Padova. 6 και 40 τα χαράματα. Ίδρυμα
Του Δημήτρη Τζιμέα
Share |

            Φάγαμε πακέτο. Ονειρεύτηκα 2-3 φορές -σαν εφιάλτη- ότι ξυπνούσα κατά τις 6. Η αλήθεια δεν ήτανε μακριά γιατί ο Otis με ξύπνησε κατά τις εφτά.΄Εβαλα τη φόρμα της δουλειάς - που μου έδωσαν χθες-, παπούτσια με προστατευτικά σίδερα, γάντια και τρέξαμε για το σπίτι του Pierangelo απ’ όπου θα περνούσε το καμιόνι να μας πάρει. Το κρύο ήταν τσουχτερό και μες στην καρότσα ακόμα περισσότερο. Ήμασταν πεταγμένοι εγώ, ο Otisο μπουρουντιανός, ο Alberto ένας παππούς αλκοολικός κι ένας βέρβερος μαροκινός που δε θυμάμαι τ’ όνομά του, ανάμεσα σε κάτι σάκους με παλιά παπούτσια τους οποίους είχα αγκαλιάσει σαν μαξιλάρι. Το καμιόνι έτριζε και τιναζόταν συνέχεια πάνω-κάτω ξυπνώντας με σπαστικά σε κάθε στροφή. Πώς στο διάολο βρέθηκα εδώ;
Α, ναι, θυμήθηκα! Είχα μόλις τελειώσει το 8ο και επεισοδιακό έτος του Φυσικού και μετά από μια διπλωματική γκραν-κινιόλ έπρεπε να βρω έναν τρόπο να εκτονώσω όλη αυτή τη συσσωρευμένη ενέργεια. Πήγα στη Νάντια, υπεύθυνο μιας εθελοντικής ογάνωσης και της είπα «όπου να ‘ναι». Το Σεπτέμβρη, αυτή μου είπε «Padova, φάμπρικα με ανακυκλώσιμα σκουπίδια, ίδρυμα με μετανάστες και αλκοολικούς». Στη μάνα μου είπα «Padova, διαπανεπιστημιακό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, τμήμα ψηφιακών κυκλωμάτων». Εκεί κατάλαβα την ουσιαστική διαφορά μεταξύ του «όπου να ‘ναι» και του «όπου πρέπει».
Η δουλειά είχε πολλά και βασανιστικά πόστα. Ξεχαρβάλωμα ψυγείων, διαλογή μεταχειρισμένοων ρούχων, κουβάλημα κούτας, κουβάλημα κούτας και κουβάλημα κούτας. Στα ενδιάμεσα είχε συλλογή και κατανομή κουμπιών (ανάλογα το χρώμα και το είδος-μιλάμε για χιλιάδες κουμπιά) από ένα βουνό πουκάμισα και κόψιμο παλιών ρούχων σε έναν τροχό. Τα πανιά τα μεταπωλούσαν στα βενζινάδικα για πατσαβούρια. Είχε και εξωτερικές δουλειές· κουβάλημα καναπέδων, ψυγείων, πλυντηρίων, πιάνων με ουρά, βιβλιοθηκών απ’ όλα τα σπίτια της Padova. Άλλες φορές είχε εκδρομή στη σκουπιδόμαζα όπου πετάγαμε σε γιγάντιους λόφους σκουπιδιών τα ανακυκλώσιμα υλικά.
Στα διαλείμματα, όταν μαζευόμασταν στην κουζίνα για τσάι και μπισκότα ερχόταν και ένας εύθυμος τυπάκος που ήθελε να μάθει ελληνικά και μετά τα κλασσικά «καλημέρα», «καληνύχτα», του μάθαινα το «σου γαμώ το σπίτι», «τρελά μουνιά», «είστε μπουρούχες», κτλ, κτλ, χωρίς να του λέω το πραγματικό νόημα. Το ίδιο έκανα και στις άλλες χοντρούλες υπαλλήλους. Έτσι, ένας τυπικός πρωινός ή καλύτερα καραπρωινιάτικος διάλογος του στυλ:
-          Καλημέρα όμορφα κορίτσια!
-          Καλημέρα, τι κάνετε;
-          Πολύ καλά, εσείς;
-          Καλά! Ευχαριστώ!
Γινόταν χάρης στην παρέμβασή μου:
-          Καλημέρα τρελά μουνιά!
-          Καλημέρα μπουρούχα!
-          Εϊσαι πολύ χλέμπουρας!
-          Ευχαριστώ πολύ!
Αυτό τώρα με σπαστή προφορά, δυνατά και με τη χαρά μαθαίνω και καταλαβαίνω μια καινούργια γλώσσα γιατί ούτε αγγλικά δεν αξιώθηκα να μάθω. Γελούσαν αυτοί γελούσα και ‘γω.
Ωστόσο, έτσι περνούσαν γρήγορα μόνο τα διαλείμματα γιατί υπόλοιπος χρόνος δεν τσουλούσε με τίποτα. Ο αντίστοιχος νόμος του Murphy προβλέπει για αυτό, «το 90% του χρόνου εργασίας περνάει στο 90% του πραγματικού χρόνου,το υπόλοιπο 10% περνάει σε άλλο 90% του πραγματικού χρόνου». Αποφάσισα και ‘γω να αρχίσω τα κόλπα μπας και αλλάξει τίποτα. Έτσι έβαλα όλα τα ρολόγια στους χώρους εργασίας ένα τέταρτο μπροστά και το ρολόι της κουζίνας ένα τέταρτο πίσω. Αν ξεχνιόντουσαν με τους αρχαιοελληνικούς διαλόγους το διάλειμμα μπορούσε να κρατήσει μέχρι και 40 λεπτά, αλλά δεν έπιανε πάντα.
Η δουλειά τέλειωνε κατά τις εφτά. Το γκρουπ γυρνούσε με καμιόνι πάλι στο ίδρυμα και στις 8 νταν, τρώγαμε όλοι μαζί με οικογενειακή ευλάβεια. Στην κεφαλή του τραπεζιού καθόταν ο Pierangelo, το αφεντικό της φάσης. Ο Pierangelo ήταν ένας κοντός 45άρης με FIAT PANDA (παίζει ρόλο αυτό), ανύπαντρος που αυτή η εταιρεία-σκουπιδόμαζα ήταν η γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλοι οι φίλοι του μαζί. Ήταν η προσωπική του εφεύρεση. Κάθε παρατυπία απ’ τις ιδέες του ήταν μια καρφίτσα στα αρχίδια του. Έτσι έκανε παρατηρήσεις για όλα, για το πώς κρατάς την κούτα, πως την αφήνεις, που πάνε τα μάλλινα, πώς κόβουν το κουμπί απ’το πουκάμισο…
    Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι πρώτες μέρες, γιατί για να πω την αλήθεια, νύχτα δεν είδα. Μετά το δείπνο, κατά τις 9-9:30, έπεφτα ξερός για ύπνο. Για την ακρίβεια έπεφτα σε...τάφο. Την Παρασκευή βράδυ όμως έγινε η αποκάλυψη και βγήκα με τον Otis. Βάλαμε τα καλά μας, στολιστίκαμε  σα λατέρνες, έβαλε κι Otis κάτι πουκάμισα με λιοντάρια και ορμίξαμε στο ιταλικό κοπάδι. Ήταν κάψιμο. Ο τύπος είχε να γαμήσει πάρα πολύ καιρό. Το ‘χε κάψει. Για την ακρίβεια του το ‘χαν κάψει. Στη δουλειά τον λιώνουν, τον πλακώνουν στις παρατηρήσεις για την πιο μικρή λεπτομέρεια, μετά τον αγκαλιάζουν και τέλος τον πλακώνουν στις φάπες γελώντας. Βγήκαμε έξω και το μόνο που κάναμε ήταν να πίνουμε μπύρες, δηλαδή να πίνω μπύρες γιατί αυτός δεν έκανε να πίνει και πολύ. Έτσι έπινα για μένα έπινα και γι’ αυτόν. Στο τέλος έγινα σκατά, αλλά καλύτερα γιατί δεν μπορούσα να αντέξω την κατάσταση, ούτε την δική του ούτε την δική μου. Μου είπε όλη την ιστορία του, για τον πατέρα του, που ήτανε πολιτικός των ΤΟΥΤΣΙ και τώρα εδώ και χρόνια εξαφανίστηκε με τους ΧΟΥΤΟΥ. Έτσι κυνηγούσανε τον Otis και οι ΧΟΥΤΟΥ και οι ΤΟΥΤΣΙ. Όπως και να είχε, ο Otis ήταν μετανάστης εδώ και εφτά χρόνια και σίγουρα θα ήταν για πολλά ακόμα καθώς ο πόλεμος δεν έλεγε να τελειώσει. Το ’93 οι ΧΟΥΤΟΥ κέρδισαν τις εκλογές και στα καπάκια τους την έπεσαν οι ΤΟΥΤΣΙ με τα όπλα. Τους πήραν τα σώβρακα. Τους γαμήσανε τις μάνες. Εδώ και δυο χρόνια όμως, οι ΧΟΥΤΟΥ κατέβηκαν απ’ τα βουνά. Ώς φυσικό και αυτοί με τη σειρά τους κόβουνε κώλους. Έχουν πάρει δέκα απ’ τις δεκαπέντε περιοχές και την πέφτουνε συνέχεια στην Μπουντζουμπούρα, την πρωτεύουσα, η οποία κρατάει καλά ακόμη. Μετά από όλη την εξιστόρηση, είχα χάσει την μπάλα· δεν θυμόμουν ούτε τις φυλές ούτε τις χώρες ούτε τίποτα. Έφτασα μπουσουλώντας ως το ίδρυμα. Κάποια στιγμή βρήκα το κρεβάτι μου και έπεσα ξανά σε«τάφο».
Το Σάββατο είπα «ΕΙΝΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ!» και πραγματικά ποτέ δε με είχα φανταστεί να λέω κάτι τέτοιο. Αφού κήρυξα τέλος στο «ΠΑΡΤΥ ΤΑΦΟΥ», δηλαδή τον εγκλεισμό μου (μέχρι που να μην πάει άλλο) στο υπνοδωμάτιο με ερμητικά κλεισμένα όλα τα παντζούρια, έπαιξε η επίθεση. Βγήκα έξω και φώναξα «ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!». Αρχικά πήγαμε με τον Otis να κουρευτεί σε ένα μπαρμπέρικο κάτω από τις γραμμές του τρένου. Σε αυτό το μέρος πήγαιναν μόνο μαύροι, αλλά γενικά δεν με στραβοκοιτάζανε, ίσως επειδή ήμουν με τον Otis. Όλα ήταν αστεία εκεί μέσα. Δεξιά οι γκόμενες κάνανε τα σουρεαλιστικά-αντιβαρυτικά κουρέματα με τα άπειρα κοτσιδάκια και αριστερά ένας τύπος που έπαιζε συνέχεια στη σιντιέρα μαύρο κατράμι HIP-HOP, ξύριζε τους άντρες. Τους ξύριζε παντού,γουλί. Το αστείο ήταν ότι αυτοί κοιταζόντουσαν να δουν αν τους τα «πήρε» καλά. Αλλά μάλλον καλά τους «τα ‘παιρνε» γιατί το 10λεπτο ξύρισμα κόστιζε 7 ευρώ.
    Οι περισσότεροι εκεί μέσα ήταν Νιγηριανοί και γνωριζόντουσαν. Ο Otisδεν είχε φίλους. Ότανμουείπε“I know these people, man”, τουείπαανκαιμετάνιωσαμετάγι’ αυτό, “You know them, but they don’t know you, man!”. Τέλος πάντων, όπως και να ‘χε ενώ ο τύπος ξύριζε τον Otisμίλαγε στους φίλους του με αποτέλεσμα να μην τον ξυρίσει «καλά». Όταν βγήκαμε έξω μου έσπασε τα νεύρα για 2-3 ώρες, για το ότι δεν τα πήρε καλά, και ότι του είπε να τα πάρει αλλιώς, κτλ, κτλ.
    Μετά το κουρείο έκανα τη δική μου κόμμωση!Μου τα πήρανε όλα. Την έπεσα σε ένα πολυκατάστημα και δε μου  άφησαν ούτε 1 ευρώ απ’ τις οικονομίες μου. Πήρα MP3-όφωνο, CD, ηχεία, Cdθήκη, μύδια, πίτσες, woofer. Εκεί κατάλαβα πώς αυτό το γαμημένο σύστημα τα έχει ποιήσει όλα τόσο τέλεια και αρμονικά μεταξύ τους. Όταν πήγα πίσω στο δωμάτιο έσταζα κάβλα, έκσταση, κάθαρση. Όταν έβγαζα τα πράγματα απ’ τα κουτιά και τα συνέδεα, μόνο από τα μάτια δεν έχυνα!Ένιωθα ότι μετά από τόση κούραση,μου άξιζε μια τέτοια επιβράβευση.Το αστείο είναι ότι είχα δουλέψει μόλις 4 οχτάωρα!!!
    Την Κυριακή είπα «ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ!» και πραγματικά ποτέ δε με είχα φανταστεί να λέω κάτι τέτοιο. Η συνταγή  ήταν απλή κι ο τίτλος της ήταν ¨ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΡΕΝΟ». Και έχει ώς εξής….
    Πήραμε το σωστό τρένο και πήγαμε Βενετία. Όλα αρχικά πήγαν καλά γιατί η Βενετία είναι το σωστό μέρος για μια Κυριακάτικη βόλτα, όταν δουλεύεις τη Δευτέρα.Το πράγμα άρχισε να χαλάει στην επιστροφή όταν το τρένο καρφώθηκε στο Τρεβίζο, καθώς κάποιοι τύποι χωρίς προσχήματα βγήκαν απ’ τα άλλα τρένα και άρχισαν να την πέφτουν στο δικό μας· αρχικά με φτυσιές και χλέπες, κατόπιν με κλωτσιές, και τέλος με κοτρώνες και καδρόνια. Καθώς διάφοροι τύποι άρχισαν να βγαίνουν αιμόφυρτοι από το τρένο μας (για την ακρίβεια τους τράβαγαν οι άλλοι απ’ τα παράθυρα και τους πέταγαν στην αποβάθρα), σκάσαν οι καραμπινιέροι και περικύκλωσαν το τρένο. Γύρω μου τρελά μουνιά με πράσινα καπελάκια-κασκολάκια-σημαιάκια (πλήρες σετ) κοιτάζαν απ’ το τζάμι με πανικό. Καθώς το τρένο πήγε να ξεκουνήσει, καθηλώνεται με νέο ντου και βροχή πετρών, με αποτέλεσμα οι μπάτσοι να γίνουν φέτες!Σπάσανε αρκετά καραμπινιέρικα κεφάλια. Το ντου δεν είχε μεγάλη διάρκεια καθ’ ότι από την αποβάθρα σκάσανε τα αστεία ιταλικά ΜΑΤ, με τις στρογγυλές ασπίδες και το κοκκινομπλέ μαντήλιο στο πρόσωπο. Εκεί κατάλαβα και κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η μπλε τσάντα που βρήκα στην διαδήλωση της Γένοβα (και την έβγαζα βόλτα καμαρωτός σε όλη την πόλη για 2-3 μέρες) ήταν τσάντα μπάτσων που μέσα βάζουν  χημικά. Δεν ήταν τυχαίο ότι τη βρήκα κοντά στο περιπολικό που είχαν βάλει φωτιά!
    Τέλος πάντων, ήταν τραγική η φάση να σε προστατεύουν οι μπάτσοι, να είσαι σε τρένο γεμάτο κλαδάρχες της Λέγκα του Βορρά(γιατί περί αυτού επρόκειτο), γέρους-νέους- μουνιά, και απέξω να στην πέφτουν διακόσιοι μαρξιστές-λενινιστές-ό,τι να ΄ναι-τροτσκιστές-ό,τι πρέπει-αναρχικοί-κτλ.
    OOtisδεν πήρε πρέφα τίποτα. Το πήρε με τον απλοϊκό διαχωρισμό goodpeople-badpeople. Μετά από ολικό ντου των «bluepeople» ξεμπουκάρανε από ένα άλλο τρένο οι «blackpeople» και αρχίσανε να βαράνε.Κάποια στιγμή αδράνειας το τρένο έκανε μια προσποίηση και έφυγε στα μουλωχτά. Κι ενώ το λάθος τρένο  συνεχίζει να πηγαίνει για τα καλά, εγώ είχα αρχίσει το σπαστό parlareμε τα απίστευτα γκομενάκια της Λέγκας.Εκεί που έχουν αρχίσει να σκάνε τα πρώτα χαμογελάκια και  τα ποιος είσαι, που πας, τι κάνεις ,σκάει η ΒΟΜΒΑ ΝΕΤΡΟΝΙΟΥ: «μα αυτό το τρένο δεν πάει Padova, πάει γα Σλοβενία!!!». Βάρεσα κόκκινο. γυρίσανε τα μάτια μου ανάποδα, ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Κάτι έσπασε μέσα μου, καθώς μια γαμημένη Κυριακή είχα κι αυτή μου τη γάμησε. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν μετά από μια ραψωδία ελληνικών βρισιών του ‘ριξα και  το αμίμητο «oneSundayIhadandyoufuckedit”
    Αφού πήγαμε πίσω ξανά, περάσαμε απ’ το μαρτυρικό αλλά ήσυχο πια Τρεβίζο, αλλάξαμε καμιά δεκαριά τρένα και φτάσαμε κάποτε την Padova.
    Γύρισα σπίτι μόνος γιατί είχα σπάσει και τα «I’msorry» είχαν μάλλον αρνητικές επιδράσεις στην ψυχολογία μου. Έκανα βόλτες μές στην άδεια πόλη με την ελπίδα ότι θα βρω κάποιο internetκαφέ. Ένιωθα την απίστευτη ανάγκη να επικοινωνήσω με κάποιον άλλονν, να δραπετεύσω, χρησιμοποιώντας τη μητρική μου γλώσσα. Αλλά τίποτα. Η πόλη ήταν τελείως νεκρή. Το μόνο που βρήκα ήταν απεναντίας ένας υπαίθριος αγώνας μποξ. Πήρα κάτι διευθύνσεις και σκέφτηκα να αρχίσω από το μποξ την κοινωνικοποίησή μου στην πόλη.
Από κάπου έπρεπε να αρχίσω τέλος πάντων.
 



fashion addiction