Πρωτοχρονιά στο Λονδίνο
Του Γιώργο Παπαθωμά
Share |

Η αλλαγή της χιλιετίας και πώς να την αποφύγετε

Έφυγα για Αγγλία δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Ο Άρης μόλις είχε πιάσει δουλειά στο Λονδίνο έτσι άδεια δεν μπορούσε να πάρει, σπίτι υπήρχε οπότε γιατί να μην πήγαινα; Εξάλλου όλος ο κόσμος μιλούσε για την αλλαγή της χιλιετίας, οι τεχνοκράτες για το αν θα υπάρχουν υπολογιστές μετά την αλλαγή του χρόνου, οι θρησκόληπτοι για το αν θα υπάρχει χρόνος μετά την αλλαγή του χρόνου και οι περισσότεροι για το τι θα έκαναν εκείνο το βράδυ. Οπότε καλύτερο μέρος να βρίσκομαι, δεδομένων των καταστάσεων, δεν υπήρχε.
Η προσγείωση στο Γκάντγουικ ήταν από τις χειρότερες. Όταν επιτέλους, άρχισε το αεροπλάνο να τροχοδρομεί αργά, το εσωτερικό του έγινε γήπεδο. Άλλοι έβριζαν, άλλοι είχαν μείνει άφωνοι, οι περισσότεροι ,όμως, χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν που ήμασταν ζωντανοί. Στο αεροδρόμιο με περίμενε ο Άρης και ένα δεύτερο σοκ. Το σπίτι του δεν ήταν στο Λονδίνο, αλλά σε μια μικρή πόλη μιάμιση ώρα από το Λονδίνο. Προσπάθησε να με καθησυχάσει ότι το τριήμερο της πρωτοχρονιάς θα μέναμε Λονδίνο καθώς είχε κανονίσει να έχουμε σπίτι και τα κατάφερε εν μέρει. Με τα πολλά φτάσαμε στο σπίτι και στην πιο ήσυχη, μάλλον, πόλη της Αγγλίας. Το βράδυ ήταν πιο ήσυχα και από αγρόκτημα. Δεν ακούγονταν τίποτα. Ούτε καν ένας μεθυσμένος που να θυμήθηκε τις διακοπές του. Την μέρα η πόλη ήταν διαφορετική. Όχι εντελώς. Σπάνια πετύχαινες πεζό,οι pub ,όμως και η αγορά ήταν γεμάτες. Όπως ανακάλυψα,η πόλη δεν ήταν τόσο μικρή. Είχε πανεπιστήμιο, ακόμα και ομάδα σε επαγγελματική κατηγορία. Το βράδυ,  όμως, πάλι τα ίδια. Λες και οι κάτοικοί της ήταν καταραμένοι να νυστάζουν από τις τέσσερις το απόγευμα.
Οι επόμενες δύο μέρες πέρασαν σε αυτούς τους κυκλοθυμικούς ρυθμούς και έφτασε η ώρα να κατέβουμε Λονδίνο. Το Λονδίνο είναι πολύ όμορφη πόλη, όχι με την συνηθισμένη αισθητική αλλά με μια άλλη συγκεκριμένη, μάλλον αγγλική, έννοια. Υπάρχει ποικιλία στα πάντα:στους ανθρώπους, στους δρόμους, στα κτίρια(έβλεπες π.χ. ένα πανέμορφο νεοκλασικό και δίπλα κάτι μεταξύ ορυχείου και πλοίου που ήταν η σχολή καλών τεχνών),στα φώτα, στα πάντα, εκτός από τον τρόπο σκέψης. Οι Άγγλοι είναι λίγο αργοί. Φάγαμε ένα τέταρτο σε έναν υπόγειο σταθμό γιατί ο υπάλληλος επέμενε ότι ο επίγειος, τελικά, σταθμός που ζητούσαμε δεν ήταν εκεί. Ήταν από πάνω. Κατά τα άλλα, όμως, είναι εξυπηρετικοί και αρκετά φιλικοί.
Κάποια στιγμή φτάσαμε και στο σπίτι, το οποίο ήταν ένα τυπικό αγγλικό σπίτι, αρκετά βολικό, δηλαδή, για δύο άτομα και τρεις μέρες. Ένα πρόβλημα υπήρχε μόνο, η σπιτονοικοκυρά, που έμενε κοντά και το γεγονός ότι τα κλειδιά τα είχαμε μόνο για να πάρουμε κάποια πράγματα που είχε αφήσει ο Άρης κατά την μετακόμισή του και όχι για να κάνουμε κατάληψη. Οπότε έπρεπε να συμπεριφερόμαστε σαν κλέφτες όταν μπαίναμε, βγαίναμε ή μέναμε. Το πρόβλημα λύθηκε βέβαια, καθώς δεν καθίσαμε και καθόλου σπίτι. Πρώτος σταθμός του τριημέρου το Basewater.Περιοχή με πολλούς Έλληνες, Κύπριους και Άραβες. Θύμιζε αρκετά Ελλάδα αφού είχε ελληνική εκκλησία, φραπέ και μπουζούκια. Δεν πήγαμε σε κανένα από τα τρία. Προτίμησα κάτι πιο κινέζικο.Chinatown και η ευκαιρία να νοίωσεις για λίγο Τσατσενκο. Δεν είναι ότι είναι κοντοί οι ασιάτες, αλλά είναι όλοι ισοϋψείς. Η Chinatown πάντως είναι πανέμορφη, όπως και τα εστιατόρια της. Κάπως έτσι πέρασε η πρώτη μέρα με πολύ περπάτημα και πολύ φαγητό. Έφαγα από τέσσερις διαφορετικούς πολιτισμούς(αν δοκιμάσετε ινδικό φροντίστε να είστε δίπλα σε πυροσβεστικό κρουνό)
Το πρωί της παραμονής πέρασε πολύ χαλαρά. Κατά το βραδάκι πήραμε το τραίνο να κατέβουμε στο κέντρο. Φώτα, πανικός. Σε μερικές πλατείες ήταν στημένες σκηνές έτοιμες να υποδεχθούν συγκροτήματα, σ’ άλλες ήταν στημένες οθόνες που έδειχναν τα συγκροτήματα, πολλά ηχεία παντού. Φυσικά ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Το παράδοξο ήταν ότι υπήρχαν και πολλοί ξένοι που η καταγωγή τους δεν συμβάδιζε με το ημερολόγιό μας. Ήταν εκεί μόνο για το πάρτυ και καλά κάναν. Γυρνούσαμε από ‘δω και από ‘κει, με τη μηχανή στο χέρι τραβώντας συνεχώς φωτογραφίες. Στο Λονδίνο σου δίνεται η ευκαιρία να φωτογραφίσεις αστυνομικούς(αυτούς με τα ψηλά καπέλα),καθώς θεωρούν τους εαυτούς τους αξιοθέατα, χωρίς να καταλήξεις σε κανα τμήμα.. Όσο πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, τόσο ο κόσμος παραληρούσε περισσότερο. Σε ένα δρόμο κάτι πιτσιρικάδες προσπαθούσαν να κάνουν κάτι σαν roadsurfing.Την ώρα που περνούσαν δύο κλούβες ,αυτοί είχαν ανέβει στο πίσω μέρος τους και φώναζαν χαρούμενοι. Το πλήθος ζητωκραύγαζε και οι μοναδικοί που είχαν διαφορετική άποψη ήταν κάτι ένστολοι(αυτοί με τα ψηλά καπέλα).Πιο κάτω ήταν δύο άλλοι που καρφίτσωναν οδοντογλυφίδες στο πρόσωπό τους και προκαλούσαν τον κόσμο να τους φιλήσει, κάτι σαν το Hellraiser άλλα στο πιο μεθυσμένο.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έφτασε η ώρα της αλλαγής της χιλιετίας. Είχα πάρει θέση σε μια πλατεία, απέναντι από ένα τεράστιο ψηφιακό ρολόι, οπλισμένος με τη μηχανή, έτοιμος να αποθανατίσω την στιγμή. Πολλές φορές τυχαίνει να νοιώσεις άσχημα ή πολύ άσχημα ή να θες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Αυτές οι καταστάσεις δεν συγκρίνονται με το πώς ένοιωσα όταν, δύο λεπτά πριν την αλλαγή, συνειδητοποίησα  ότι είχαν τελειώσει οι μπαταρίες. Είχα ξεχάσει ανοιχτό το φλας και η μηχανή δεν δούλευε πια. Είναι απίστευτα  δυσάρεστο; εκνευριστικό; τιποτένιο; το συναίσθημα που ένοιωσα, βλέποντας να περνάν τα συγκεκριμένα δευτερόλεπτα και γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να ξαναβρεθώ εκεί την ίδια στιγμή ΠΟΤΕ.
Τελοσπάντων,η ψυχοβγαλτική χιλιετία άλλαξε και το Λονδίνο έλαμψε. Η πόλη είχε γίνει σωστό χαράκωμα. Για τριάντα λεπτά τα βεγγαλικά έσκαγαν το ένα μετά το άλλο. Οι Γερμανοί ξανάρχονται. Άγνωστοι αντάλλασσαν ευχές, μια γενική ευφορία υπήρχε παντού, εκτός από το σημείο που στεκόμουνα καθώς ακόμα έβριζα τους Ιταλούς, τους Ιάπωνες και όποιους άλλους λαούς είχαν να κάνουν με την παραγωγή μπαταρίας. Ευτυχώς μια παρέα που βρίσκονταν μπροστά μας ανέλαβε να μου φτιάξει το κέφι. Αρχίσαμε να γυρνάμε στους δρόμους μπαίνοντας σε όποιο μπαρ βρίσκαμε. Αλλά η ίδια η πόλη είχε γίνει ένα ατελείωτο μπαρ. Αυτοσχέδιες μπάντες, μοναχικοί μουσικοί, σε κάθε γωνιά κόσμος που χόρευε, πανικός, αλκοόλ και εξουθένωση. Μετά από τέσσερις ώρες γυρνώντας, περπατώντας και χορεύοντας, έχοντας καταναλώσει τόσο αλκοόλ όσο έφτανε για να φωνάζω όλες τις γυναίκες Mary και όλους τους άντρες μπομπ, είπαμε να γυρίσουμε. Πράγμα λίγο δύσκολο, καθώς δεν ξέραμε που ήμασταν, που θέλαμε να πάμε και κυρίως το πως. Καθίσαμε λίγο να το σκεφτούμε και το πάρτυ τελείωσε κατά τις 7.00 το πρωί.



fashion addiction