

Είναι εκπληκτικό πώς ένα
τόσο μικρό νησί όπως η Τζαμάικα κατάφερε να δημιουργήσει ένα τόσο μεγάλο
κίνημα, το οποίο επηρέασε σε όλα τα επίπεδα (μουσικά και τρόπου ζωής) γενεές
και γενεές σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Πέρα από τον Bob Marley που
αναμφισβήτητα ήταν ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της σκηνής έξω από το νησί και που
δεν πιστεύω να βρεθεί άνθρωπος που να μη τον ξέρει και να μη τον σέβεται,
υπάρχουν ένα σωρό άλλα μουσικά διαμάντια και μια ανεξάντλητη πηγή μουσικής.
Ska, rock steady, dub και reggae. Το σίγουρο είναι ότι και αυτός επηρεάστηκε
από ανθρώπους και καταστάσεις που προϋπήρχαν και που δημιούργησαν τις ρίζες της
τζαμαϊκανής μουσικής.
Αρχή όλων ήταν η SKA.era.
Οι πιο πολλοί ίσως την
γνωρίζουν από την μετέπειτα εμφάνισή της όταν άρχισε να μπλέκεται με την Punk
στα μέσα της δεκαετίας του ’70 με εκπροσώπους όπως οι «Madness» ή οι «Specials»
ή και ακόμα πιο πρόσφατα με διάφορα Ska rock γκρουπ τύπου «no doubt». Οι ρίζες
πάντως ξεκινάνε πολύ πιο πριν, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 οπότε το χωράφι
της τζαμαϊκανής μουσικής άρχισε να σπέρνεται, και ένα μάτσο μουσικοί με όνειρα
και ιδέες ξεπετάνε την SKA, που έσκασε σαν βόμβα νετρονίου στην μικρή κοινωνία
του νησιού και έγινε ο προάγγελος της Reggae. Εκατοντάδες τραγούδια γράφτηκαν
τότε που όμοιά τους δεν ξαναβγήκαν. Αυτά διασκευάστηκαν και γίνανε γνωστά από
άλλα γκρουπ. Π.χ. οι Madness τα χρωστάνε όλα στον βασιλιά της SKA που ακούει
στο όνομα «Prince Buster». Ακόμα και το όνομά τους προέρχεται από το τραγούδι
«Madness» του Prince Buster, αλλά και το πασίγνωστο «One step beyond» είναι
πάλι hit του ιδίου. Δεν λέω ότι οι «Madness»
δεν μετράγανε ως SKA μπάντα, αλλά το σίγουρο είναι ότι βρήκανε έτοιμο
έδαφος και τραγούδια και χτίσανε πάνω σ’ αυτά.
Αξίζει λοιπόν να κάνουμε ένα
ταξίδι πίσω στο χρόνο για να γνωρίσετε από πού ξεκίνησε το διαστημόπλοιο «Space
flight to venus in Mars».
Zanzibar
Προ SKA εποχή
Τα τέλη του ’40 είναι η
εποχή όπου το «swing» έχει ξεχωρίσει ως μουσική φόρμα. Αυτή τη φόρμα
εκπροσωπούν μουσικοί που δημιουργούν τις λεγόμενες στην Τζαμάικα «κοινωνικές
μπάντες» (society bands). Ονόματα όπως Ivy Gaydon, Whylie Lopez, George Alberga
παίζανε σε κοινωνικές εκδηλώσεις (ξενοδοχεία, πάρτι κ.λπ.) Επίσης
δημιουργούνται και οι «road bands», όπως αυτή του Eric Dean και του Val Bennett,
που παίζανε στα νυχτερινά κέντρα με πιο ξεχωριστό απ’ όλα το Colony Club απ’
όπου ξεκινήσανε οι πιο πολλοί μουσικοί της SKA. Το «Rhythm and Blues» έφτασε
στην Τζαμάικα από αμερικάνους ναύτες που
βολοδέρνανε στα nightclubs του νησιού. Με βινύλια τέτοια εφοδιάζονταν και τα
«road bands» της εποχής που φροντίζανε να κάνουνε διάφορα πάρτι στους δρόμους.
Μέσα σ’ αυτό το πρωτοφανές κομφούζιο ήρθε ο νέος τότε Clement Dodd, γνωστός και
ως Sir Coxsone ή Scorcher downbeat ή απλώς Beat, ένας νέος με όνειρα. Ήρθε μαζί
με τις μεγάλες μπάντες του νησιού, ήταν και συλλέκτης «Rhythm and Blues»
βυνιλίων και πάνω απ’ όλα συνέβαλε αποφασιστικά στο να γίνει ένα μεγάλο βήμα
στην ιστορία της μουσικής: ο ήχος της Jamaica SKA, Rock steady και στην
συνέχεια Reggae, dub και όλα τα παρεμφερή.
Ο Coxsone Dodd ξεκίνησε στις
αρχές του ’50 φτιάχνοντας ηχεία για τους υπαίθριους χορούς που γίνονταν τότε
στο νησί. Στα μέσα του ’50 δούλευε με το δικό του ηχοσύστημα και συνήθως έπαιζε
δίσκους έξω από την κάβα που είχε η μητέρα του στην Beston Street. Παράλληλα με
τον Dodd, ηχοσύστημα είχε και ο Duke Reid γνωστός ως «Τhe Trojan» που και αυτός
μαζί με τη γυναίκα του είχαν κάβα ποτών. Για μια μεγάλη περίοδο οι δυο τους
ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση που κράτησε και μέχρι το ’60.
Ο Dodd ξεκίνησε να ηχογραφεί
το 1959. Ανάμεσα στις πρώτες του ηχογραφήσεις ήτανε και αυτή του Theophilius
Beckford: «easy snappin», ένας ήχος που προανήγγειλε την γέννηση της SKA
μουσικής. Άρχισε λοιπόν να πειραματίζεται πάνω στην νέα φόρμα, με σκοπό να
παρουσιάσει μια μουσική που ο κόσμος να την χορεύει όσο εύκολα όσο την ακούει.
Στο ήδη υπάρχον R&B έδωσε έμφαση στο beat
τονίζοντάς το με κοφτό συνεχόμενο ρυθμό της κιθάρας. Στο ίδιο tempo
πολλές φορές παίζανε και σαξόφωνο κάνοντας πιο έντονο και χορευτικό το κομμάτι.
Ο ίδιος αναφέρει ότι την ώρα της πρόβας θέλοντας να κάνει τους μουσικούς να
συνεχίζουν το κοφτό αυτό tempo έλεγε «Keep the ska goin» εννοώντας το ska, ska,
ska, που έχει ο ρυθμός. Έτσι και το όνομα αυτής SKA.
Ανοίγοντας το δικό του
studio, το περίφημο studio 1, μάζεψε μια ομάδα μουσικών οι πιο πολλοί από τους
οποίους ήταν απόφοιτοι του Alpha school, όπου πειραματίστηκαν στον νέο ήχο.
Μεταξύ αυτών ήταν οι: Thomas «Tommy» McCook στο tenor sax και στο φλάουτο, Don
Drummond στο τρομπόνι, Ronald Alphonso στο tenor, Lester «ska» sterling στο
alto, Johny «Dizzy» Moore στην τρομπέτα. Επίσης Lloyd Brenett στο μπάσο, Jerry
Haines, στην κιθάρα και Donat Roy «Jackie» Mittoo στο πιάνο. Αυτοί οι εννέα
μουσικοί ήταν οι αυθεντικοί SKATALITES, το πρώτο ska supergroup. Την περίοδο
’64-’65 ηχογράφησαν τα περισσότερα hits από κάθε άλλο γκρουπ που γεννήθηκε στην
Τζαμάικα. Η μεγάλη μορφή στο γκρουπ ήτανε ο τρομπονίστας Don Drummond, ο οποίος
ασπάστηκε τη Ska και ισορρόπησε δημιουργώντας μεταξύ φθοράς, τρέλας και μεγάλης
έμπνευσης. Παραμένει και σήμερα ο μεγάλος συνθέτης της Ska.era. Πέθανε το 1969.
Ήταν κλεισμένος χρόνια στο ψυχιατρείο όπου κρεμάστηκε το 1969 αφού σκότωσε την
κοπέλα του και χορεύτρια Marguerita Mahfood γνωστή και ως «βασίλισσα της
ρούμπα» τα χαράματα της πρωτοχρονιάς του 1965 μετά από μια απίστευτη συγκυρία. Οι
Skatalites έδιναν
εκείνο το βράδυ τη μεγάλη πρωτοχρονιάτικη συναυλία τους στο “La Parisienne”
club. Μια συναυλία στην οποία ο Don δεν
εμφανίστηκε ποτέ αφού αποκοιμήθηκε μετά από λάθος συνεννόηση που έκανε με τη Marguerita για
το πότε θα έπαιρνε τα ψυχοφάρμακά του! Γυρνώντας στο σπίτι η άτυχη χορεύτρια
από το δικό της πρωτοχρονιάτικο event στο Baby Grand club ο Dun ξύπνησε,
συνειδητοποίησε ότι είχε πλέον χάσει τη συναυλία και εν βρασμώ τη σκότωσε
επιτόπου!
Οι Skatalites χωρίζονται και
ξαναφτιάχνονται από τότε έχοντας συνεργαστεί με μουσικούς σε όλα τα είδη της
τζαμαϊκανής μουσικής. Ξαναήρθανε στο προσκήνιο στις αρχές του ’90 και η
τελευταία τους δουλειά ηχογραφήθηκε φέτος. Στην Τζαμάικα είναι κάπως όπως οι
Buena Vista για την Κούβα, περιβάλλονται με τιμή και σεβασμό. Την εποχή των
Skatalites ξεπετάχτηκαν πολλά αξιόλογα γκρουπ που ξεκίνησαν με την ska μουσική.
Μεταξύ άλλων οι Waillers που πρώτη φορά ηχογράφησαν στο studio του C.S.Dodd την
ska επιτυχία «Simmer down». Επίσης εμφανίστηκαν καλλιτέχνες όπως οι Sastin
Hinds and the Dominoes, Maytals, Derick Morgan, Ken Boothe, Delroy Wilson,
Byron Lee κ.α. που έκαναν όλοι μαζί τα πρώτα βήματα της ska μουσικής. Οι αναφορές
τους ήταν υπονοούμενα πάνω στο σεξ, ιστορίες καθημερινές της Τζαμάικα, υπέρ
της ανεξαρτησίας του νησιού και για τους «Rude boys» τα κακά παιδιά της
Τζαμάικα, άτομα από κατώτερα κοινωνικά στρώματα που ξύριζαν το κεφάλι τους,
ντύνονταν περίεργα, αλητεύανε και χορεύανε πολύ δυναμικά την ska. Αυτοί ήταν οι
πρώτοι Skinheads που στη συνέχεια τους αντιγράψανε οι πανκοφασίστες.
Στις αρχές της δεκαετίας του
’60 οι γκετοποιημένες περιοχές όπως το Trenchtown,
Riverton City και το GreenwichTownάρχισαν να γεμίζουν από νέους που δεν μπορούσαν να
βρουν δουλειά πουθενά. Αυτοί φυσικά δεν μπορούσαν να ενστερνιστούν την
αισιόδοξη διάθεση που ακολούθησε την Ανεξαρτησία της Τζαμάικα το 1962. Και ήταν
αυτοί που πρώτη χόρεψαν τη skaμε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οι κινήσεις τους
ήταν πιο αργές αλλά σαφώς πιο επιδεικτικές και «απειλητικές» παρά το ρυθμό της
μουσικής. Το να είσαι «Rude boy» ήταν ένας τρόπος να είσαι κάποιος όταν η
πολιτεία αποφασίζει ότι δεν είσαι τίποτα (όπως γίνεται με κάθε κίνημα). Οι
μουσικοί της Τζαμάικα τους την λέγανε αλλά και τους παίνευαν σε κομμάτια όπως
τα «Judge dread» του Prince Buster, «Rydie bam bam» των Claredonians και
«Jaihouse» των Waillers. Μέσα από την δική τους παρουσία στα μουσικά δρώμενα με
τον τρόπο τον κοφτό και μαζί απαλό που χορεύανε άρχισαν να κάνουνε μαζί και την
μουσική πιο cool σε διαφορά με την Ska. Έτσι το μπάσο έγινε κοφτό σε αντίθεση
με τα υπόλοιπα όργανα που ουσιαστικά παίζανε το ίδιο ska tempo. Το όλο κλίμα
ήταν πιο χαλαρό και ονομάστηκε Rock Steady. Και σ’ αυτή την φάση ανταγωνίζονταν
τρεις παραγωγοί. Ο Dodd, o Duke Reid και ο Leslie Kong. Φαινότανε ότι η μουσική
φόρμα άλλαζε (αρχές του ’70) αλλά αυτή η σκηνή δεν κράτησε παρά μόνο ένα χρόνο
γιατί το χτύπημα ήρθε και ήταν πολύ δυνατό. Ναι μεν υπήρχαν αυτοί οι παραγωγοί
που γεννήσανε κάτι καινούργιο αλλά δεν υπολογίσανε στο νέο αίμα που ερχότανε.
Σε ανθρώπους που στο παρελθόν δουλεύανε μαζί τους σαν βοηθοί, πλανόδιοι, book
managers, κ.λπ.
Οι πρώτοι τρεις ήτανε o Lee
‘‘Scratch’’ Perry, o King Tubby και ο Bunny Lee. Το καινούργιο ήταν μια γέφυρα
που ένωνε την Rock Steady μουσική μ’ αυτό που όλοι ξέρουμε Reggae. Αυτοί φέρανε
το κάτι άλλο στις κονσόλες και στα τετρακάναλα, μια δύναμη που κρατάει μέχρι
σήμερα. Έφτασε η μουσική να απελευθερωθεί, ο ήχος να εναλλάσσεται από ska σε
Reggae, σε ό,τι γουστάρανε. Οι μουσικοί ήτανε πιο λυμένοι και όλα υπό την ευλογία
του Θεού και της Kanja.
Mερικά πράγματα ακόμα θα τα
αναφέρω στο επόμενο τεύχος γιατί γράφω πολλή ώρα (καλά για αρχή) και με
περιμένει η Ρόιλα να πάμε σινεμά.






