

ο αυτοσχέδιος και παράνομος Τύπος σε περιόδους ύφεσης και παρακμής.
Ερμηνεύει η φανέλα με το νούμερο ένα
Στήσιμο…outoftimeman
style
Τρεις ώρες πριν
παραδοθεί το περιοδικό στο τυπογραφείο, τρεις ώρες πριν αρχίσουν οι διακοπές
μου, και ένας Ιούνης που δε λέει να τελειώσει.
Γιατί ποτέ δε μου άρεσαν τα editorial.
Αυτή θα είναι η πρώτη και
μοναδική φορά στα τόσα χρόνια που ασχολούμαι με το υποβρύχιο, κυρίως στα
Γιάννενα αλλά και από το νέο έτος στην Αθήνα, που θα γράψω κάτι με θέμα αυτό το
περιοδικό.
Ερώτημα 1ο: Υπάρχει περιοδικό χωρίς editorial;
Όχι.
Ερώτημα 2ο:Γιατί;
Γιατί το editorial δίνει την κατεύθυνση του περιοδικού, τη λεγόμενη
γραμμή που κανείς από τους «δημοσιογράφους» δεν μπορεί να περάσει, μα συνάμα
όλοι πρέπει να ακολουθούν. Α, ξέχασα, αυτή η κατάσταση είθισται να περιγράφεται
με το λήμμα ΑΠΟΨΗ.
Ερώτημα 3ο: Αφού λοιπόν κυκλοφορούν τόσα περιοδικά
ποιανού την άποψη ενστερνίζεστε;
Φαντάσου να σου δώσουν τρεις
σελίδες και να σου πουν: «Μεγάλε, εδώ γράφεις ό,τι γουστάρεις, δεν πρόκειται να
σου κόψει κανείς τίποτα, ούτε καν ορθογραφικό έλεγχο δε θα σου κάνουμε» τι θα
γράφατε; Να σας πω. Ό,τι γράφουν όλοι οι εκδότες. Και ξέρετε ποιο είναι αυτό;
Ερώτημα 4ο (και τελευταίο): Άντε ντε, ποιο είναι;
Το παράπονό τους, αυτό που
χαλάει τη ζαχαρένια τους. Πάντα βρίσκουν κάτι που τους χαλάει και γκρινιάζουν
μέχρις εσχάτων. Μίζερο πράγμα. Το πιο χαρακτηριστικό δε, είναι ότι αυτό το
μεγαλεπήβολο παράπονο σπάνια αφορά εμάς. Εμένα, εσένα, αυτήν, αυτόν. Και αυτό
το πράγμα λέγεται ΑΠΟΨΗ.
Συμπέρασμα:
Το πρώτο τεύχος του
υποβρυχίου που κυκλοφόρησε στην Αθήνα δεν έχει editorial άρα δεν έχει και άποψη, χαρακτήρα, ταυτότητα. Και το
κείμενο του Κώστα σ’ αυτό το τεύχος αν θεωρηθεί editorial, μόνο μιζέρια δε βγάζει. Για μένα η άποψη σ’ ένα
περιοδικό βγαίνει από την επιλογή των θεμάτων, τον τρόπο που τα προσεγγίζει,
καθώς και τη γραφιστική του. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν γίνεται κατά
λάθος. Ούτε καν το πώς κρατάω το πουλί μου όταν κατουράω για να μην πω για το
πώς τρώμε ή κάνουμε έρωτα, δεν είναι τυχαίο. Ό,τι διαβάζεις και ό,τι ακούς σε
διαμορφώνει αφού πρώτα σε κάνει φορέα του. Το να διακρίνεις την περιπέτεια της
ζωής των μουσικών του δρόμου, το να διαβάζεις κάποια πράγματα που είπε ο Manu Chao, ή
το τρελό ταξίδι του Lisbi στο Mexico, θα σου
περάσει κάποια μηνύματα. Και μάλιστα με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να
αντικατασταθεί από κανένα editorial στυλ…κατέχω την απόλυτη αλήθεια.
Πάντα μισούσα τα προφανή
πράγματα, τα θεωρούσα αναμασημένη τροφή που μου δίνουν μόνο και μόνο για να με
καθυστερήσουν – γιατί να με αποτρέψουν αποκλείεται – από το να δοκιμάσω τους
καινούριους απαγορευμένους καρπούς («καινά δαιμόνια εισηγούμενος» Κατηγορητήριο
Σωκράτη). Και επειδή αυτό το περιοδικό δεν είναι πόνημα ηλίθιων, δεν
απευθύνεται και σε αυτούς. Το να βγούμε στον κόσμο να του πούμε τι να κάνει θα
υποβίβαζε τη νοημοσύνη του.
Ο ιδανικός αναγνώστης αυτού του περιοδικού
έχει πάψει από καιρό να
περιμένει τους βαρβάρους στην αγορά να τον πάρουν από το χεράκι και να τον
σώσουν από τη μιζέρια του. Έχει αντιληφθεί ή τουλάχιστον προσπαθεί να
αντιληφθεί το προσωπικό του χρέος απέναντι στη δική του και μόνο ηθική.
Στο λύκειο κάποτε ο φιλόλογος
μας ρώτησε που θα πήγαιναν οι τόσες χιλιάδες Μακεδόνες χωρίς τον Αλέξανδρο.
Σηκώνω χέρι· «μα κύριε που θα πήγαινε ο Αλέξανδρος μόνος του χωρίς τους τόσες
χιλιάδες Μακεδόνες;».
Οι…αιώνες όμως περνούν. Το
τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο νέος κόσμος σήμερα είναι ακόμα ένα ξερόλα…να
του υποδεικνύει τι να κάνει και πώς να φέρεται. Περισσότερο από ποτέ – και αυτό
είναι λογικό ελέω εξέλιξης – ο κόσμος γύρω μας είναι πολυμορφικός, κάτι σαν την
απάντηση στην ερώτηση «τι μουσική ακούς;». Και αυτό κάνει την επικοινωνία
δύσκολη αλλά και ενδιαφέρουσα. Στην τελική δε χρειάζεται, για να μην πω δε
γίνεται να συμφωνούμε σε όλα. Αρκεί να συντονίσουμε τη δράση μας εκεί που
συμφωνούμε. Δεν ψάχνουμε για υπηκόους αλλά για αναγνώστες. Πάντα πίστευα ότι το
πραγματικό κοινό αυτού του περιοδικού θα ήταν τόσο ακαλουπάριστο και χαοτικό
που ποτέ δε θα θυμόταν να πάει στο περίπτερο να το αγοράσει. Γι’ αυτό και προς
το παρόν σας βρίσκουμε εμείς. Ακούω να με ρωτάνε, μα γιατί βγάζετε αυτό το
περιοδικό, τι ακριβώς είναι, που αποσκοπεί; Το να θέλετε να μάθετε όλα αυτά
είναι απλά κουτσομπολιό, γιατί το βασικό δεν είναι πώς την ακούω εγώ με το
περιοδικό, αλλά εσύ που το κρατάς τώρα στα χέρια σου. Επειδή είναι εξαιρετικά
δύσκολο να σκεφτεί κανείς απλά, θα ξεδιαλύνω το μυστήριο – αν έχει καμιά
πρακτική αξία για σας – του γιατί βγαίνει αυτό το κωλοπεριοδικό. Απλά γιατί
είναι το μόνο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω, η μοίρα ξέρει πάντα κάτι
παραπάνω.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου όλα τα παιδιά που
επικοινώνησαν με το υποβρύχιο μετά το πρώτο μας τεύχος στην Αθήνα, είτε με email, είτε με τηλέφωνο, είτε με γράμμα.
Αυτό άλλωστε είναι και το
νόημα του περιοδικού, η επικοινωνία. Ελπίζουμε αυτή η ανταπόκριση να συνεχιστεί.
Άλλωστε τους εχθρούς μας τους ξέρουμε, ήρθε η ώρα να μετρήσουμε τους φίλους
μας.
Και μια και κάνω πράγματα για
πρώτη φορά σε αυτήν εδώ τη στήλη θα ήθελα να δώσω ένα μεγάλο φιλί σε όσους
στηρίξανε αυτή την προσπάθεια και ανεχθήκανε τη συμπεριφορά μου κάτω από extreme συνθήκες.
Ασπάζομαι λοιπόν τον Χάρη και τη Μαίρη (keep walking), τον
Αλέξη, τον Άγγελο, το Γιώργο (πρώτη φορά λέω τον Παπαθωμά έτσι), τον Τζόχαν,
τον Δήμο, τον Πλούταρχο, την Άντα (όλοι για ένα αμάξι δουλεύουμε), τον Ηρακλή
(καλός πολίτης σύντροφε), τον Αλέξανδρο (τον άνθρωπο που μου έμαθε το Quark), το μωρό μου που το έχω αφήσει στα Γιάννενα και το
πνεύμα του Γιάννη που με στοιχειώνει. Επίσης ευχαριστώ τον Πέτρο, τον Παύλο,
την Ιωάννα, τον Νίκο (give the anarchist a cigarette) για την εμπιστοσύνη τους. Ελπίζουμε να φανήκαμε
αντάξιοί της.
Επίσης τον κ. Μητσοτάκη ότι
οι κάρτες που στέλνει κάθε δεκαπενταύγουστο στη μάνα μου δεν πάνε χαμένες.
Είναι ιδανικές για τζιβάνες, τόσο ιδανικές που μπαίνω σε υποψίες.
Ουφ, το ’πα κι εγώ το
παράπονό μου…
Υ.Γ. Και αφού πήραμε τον Κωνσταντίνου και το πρωτάθλημα στο
μπάσκετ, μπορώ πλέον να το φωνάξω ελεύθερα. ΓΑΜΩ ΤΟ ΓΑΥΡΟ.






