

Επιστροφή στη μουσική
Δεν υπάρχει ούτε ένας μουσικός, κανείς, σε οποιοδήποτε είδος, ο οποίος να θέλει να παίζει αθόρυβα. Να βγαίνει στη σκηνή, να παίζει ζωντανά, να ηχογραφεί και να θέλει, ειλικρινά, να είναι διακριτικός και να περνά σχεδόν απαρατήρητος. Μην ξεγελιέστε: κάποιοι είναι εξ ιδιοσυγκρασίας χαμηλών τόνων και κάποιοι το υιοθετούν ως στιλ.Καμία σημασία δεν έχει. Οι μουσικοί είναι άνθρωποι με πάθη. Η έκθεση σε κοινή θέα είναι η ψυχοθεραπεία τους. Και εμείς, το κοινό, είμαστε το ντιβάνι τους. Όσο κι αν φανεί, σε πρώτη ανάγνωση, παράξενο, η τζαζ είναι η πιο προκλητικά εξωστρεφής μουσική για να εκθέσει κάποιος τον εαυτό του. Είναι μια διαρκής ψυχοθεραπεία, ένα ντιβάνι για πάντα.
Για τους τζαζίστες περισσότερο σημαντική κι από την ίδια τη μουσική είναι η ανάγκη τους να παίζουν μουσική. Τα χρόνια που περνούν δεν επουλώνουν το τραύμα της επιθυμίας για έκθεση. Κανένας μουσικός της τζαζ δεν ένιωσε ποτέ αρκετά κουρασμένος για ν’ ανέβει στη σκηνή ή να μπει στο στούντιο. Τίποτα στην τζαζ δεν ακούγεται ξεπερασμένο, παλιό, τελειωμένο –εκτός εάν σου φαίνεται ξεπερασμένη η τζαζ στο σύνολό της, οπότε το θέμα θεωρείται εκ προοιμίου λήξαν. Διαφορετικά, κάθε νέος δίσκος, κάθε live είναι μία νέα εμπειρία εξαρχής. Ακόμη κι αν πίσω από τα όργανα κρύβονται μουσικοί που η ηλικία τους βγάζει άθροισμα αρκετών εκατοντάδων ετών...
To Αθάνατο του Miles κρασί...
Ο Jac DeJohnette είναι ο πιο "μουσικός", ο πιο μελωδικός κι εξαντλητικά λεπτομερής στο παίξιμό του ντράμερ της τζαζ. Η ακρόαση των δίσκων του είναι μία ολοκληρωτική εμπειρία. Σπάνια συναντάς μουσικούς καθισμένους πίσω από τα ντραμς να παίζουν με τέτοια πληρότητα, με τέτοια έμφαση στη λεπτομέρεια, με τέτοια ισορροπία ανάμεσα στον ρυθμό και τη μελωδία όσο ο Jack DeJohnette. Την εποχή των πειραματισμών και των αναζητήσεων, την εποχή της ανάδυσης της free jazz και της σαρωτικής πίεσης την οποία δεχόταν από το ψυχεδελικό ροκ και τον ηλεκτρικό ήχο, ο DeJohnette ήταν πολύτιμο μαργαριτάρι στο σχήμα κάθε δημιουργικού μουσικού. Όπως του Miles Davis, ο οποίος τον κάλεσε να πάρει τη θέση του Tony Williams στο ιστορικό "Bitches Brew" το 1969 κερδίζοντας έτσι μια σταθερή συνεργασία με τον μουσικό που πολλοί συνάδελφοί του νεαρού ντράμερ θα... σκότωναν για να παίξουν μαζί του. Ο DeJohnette το έκανε για δύο χρόνια –και χωρίς να οδηγηθεί στον φόνο, αν και συχνά ο Miles τον έφτανε στα άκρα. Στο τελευταίο του άλμπουμ "Music We Are" (σας τα 'λεγα εγώ...) φτιάχνει ένα δικό του τρίο, σα να μην του έφτανε το θρυλικό και αιωνόβιο τρίο με τον Keith Jarrett και τον Gary Peacock, με δύο μεγάλους μουσικούς, τον μπασίστα John Patitucci και τον πιανίστα Danilo Perez, τους οποίους δανείστηκε από το σταθερό σχήμα του άλλου βετεράνου, επίσης συνεργάτη του Miles, του Wayne Shorter. Η φορά που θα απολαύσεις λιγότερο αυτό το άλμπουμ είναι η πρώτη που θα το ακούσεις. Ύστερα, το αφήνεις να ξεδιπλώσει όλες τις διαφορετικές πτυχές στον ήχο και στον τέλειο αυθορμητισμό των μουσικών. Στην τζαζ ακόμη κι ένας 66χρονος έχει την ευκαιρία να εντυπωσιάζει τον εαυτό του...
...Εδώ τον εντυπωσιάζουν δύο 67χρονοι, επίσης μαθητές του Miles, ο πιανίστας Chick Corea και ο κιθαρίστας John McLaughlin, οι οποίοι επειδή νοσταλγούν το jazz fusion των 70s, αντί να κάθονται να λένε μεταξύ τους ιστορίες από τα παλιά, φτιάχνουν νέα μπάντα, σαν ερεθισμένοι έφηβοι. Και, να πάρει, επανεφευρίσκουν το fusion. Ή τέλος πάντων αποδεικνύουν σε δύσπιστους σαν κι εμένα, που δεν τρελάθηκα ποτέ με τον φλύαρο ορυμαγδό από ηλεκτρικές νότες, ότι οι καλύτερες στιγμές του fusion ήταν όταν έπαιζαν αυτοί οι δύο. Και παραμένουν οι καλύτεροι. Η τζαζ έχει τη μαγική ιδιότητα να κάνει ακόμη και το παλιό να μην παλιώνει. Η Five Peace Band, με τον Christian McBride στο μπάσο, τον Kenny Garret σαξόφωνο και τον Vinnie Colaiuta ντραμς στο διπλό "Live" είναι η τζαζ πεμπτουσία, το Α και το Ω της μεγάλης Τέχνης: το fusion βγαίνει από το μουσείο, σαν τις "Δεσποινίδες της Αβινιόν" του Πικάσο, και εκτίθεται στο παρόν με τέτοιο τρόπο που μοιάζει άχρονο, ένα δημιούργημα του πάντοτε.
...και το φρέσκο nouveau
Ενώ οι παλιοσειρές οργιάζουν ακόμη, ένα (ακόμη) νέο όνομα ξεπηδά από τα σπλάχνα της σύγχρονης τζαζ σκηνής: ο πιανίστας Marco Benevento, ο οποίος σαν τον μέντορά του, Brad Mehldau, σερφάρει ανεμπόδιστα στο νέο fusion. Διασκευές Leonard Cohen, Led Zeppelin, George Harrison, Beck και My Morning Jacket και πρωτότυπες συνθέσεις, σε ένα κράμα κλασικής τζαζ, electronica και groove που έχει την προσωπική σφραγίδα ενός μουσικού που παίζει τζαζ επειδή έχει την ανάγκη να εκτεθεί απροκάλυπτα. Και, όπως συμβαίνει με όλους τους καλούς μουσικούς της τζαζ, σπέρνει μέσα σου την περιέργεια για το τι θα κάνει μετά. Και να που οι ξεπερασμένες συνταγές, όπως το fusion, δοκιμάζονται με νέα υλικά και όλα εκείνα που έμοιαζαν παλιά, η τζαζ τα κάνει ξανά νέα. Κάνει το αύριο να θυμίζει το χτες με έναν τρόπο όμως που ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Αυτή η ψυχοθεραπεία δεν έχει τέλος.
Για τους τζαζίστες περισσότερο σημαντική κι από την ίδια τη μουσική είναι η ανάγκη τους να παίζουν μουσική. Τα χρόνια που περνούν δεν επουλώνουν το τραύμα της επιθυμίας για έκθεση. Κανένας μουσικός της τζαζ δεν ένιωσε ποτέ αρκετά κουρασμένος για ν’ ανέβει στη σκηνή ή να μπει στο στούντιο. Τίποτα στην τζαζ δεν ακούγεται ξεπερασμένο, παλιό, τελειωμένο –εκτός εάν σου φαίνεται ξεπερασμένη η τζαζ στο σύνολό της, οπότε το θέμα θεωρείται εκ προοιμίου λήξαν. Διαφορετικά, κάθε νέος δίσκος, κάθε live είναι μία νέα εμπειρία εξαρχής. Ακόμη κι αν πίσω από τα όργανα κρύβονται μουσικοί που η ηλικία τους βγάζει άθροισμα αρκετών εκατοντάδων ετών...
To Αθάνατο του Miles κρασί...
Ο Jac DeJohnette είναι ο πιο "μουσικός", ο πιο μελωδικός κι εξαντλητικά λεπτομερής στο παίξιμό του ντράμερ της τζαζ. Η ακρόαση των δίσκων του είναι μία ολοκληρωτική εμπειρία. Σπάνια συναντάς μουσικούς καθισμένους πίσω από τα ντραμς να παίζουν με τέτοια πληρότητα, με τέτοια έμφαση στη λεπτομέρεια, με τέτοια ισορροπία ανάμεσα στον ρυθμό και τη μελωδία όσο ο Jack DeJohnette. Την εποχή των πειραματισμών και των αναζητήσεων, την εποχή της ανάδυσης της free jazz και της σαρωτικής πίεσης την οποία δεχόταν από το ψυχεδελικό ροκ και τον ηλεκτρικό ήχο, ο DeJohnette ήταν πολύτιμο μαργαριτάρι στο σχήμα κάθε δημιουργικού μουσικού. Όπως του Miles Davis, ο οποίος τον κάλεσε να πάρει τη θέση του Tony Williams στο ιστορικό "Bitches Brew" το 1969 κερδίζοντας έτσι μια σταθερή συνεργασία με τον μουσικό που πολλοί συνάδελφοί του νεαρού ντράμερ θα... σκότωναν για να παίξουν μαζί του. Ο DeJohnette το έκανε για δύο χρόνια –και χωρίς να οδηγηθεί στον φόνο, αν και συχνά ο Miles τον έφτανε στα άκρα. Στο τελευταίο του άλμπουμ "Music We Are" (σας τα 'λεγα εγώ...) φτιάχνει ένα δικό του τρίο, σα να μην του έφτανε το θρυλικό και αιωνόβιο τρίο με τον Keith Jarrett και τον Gary Peacock, με δύο μεγάλους μουσικούς, τον μπασίστα John Patitucci και τον πιανίστα Danilo Perez, τους οποίους δανείστηκε από το σταθερό σχήμα του άλλου βετεράνου, επίσης συνεργάτη του Miles, του Wayne Shorter. Η φορά που θα απολαύσεις λιγότερο αυτό το άλμπουμ είναι η πρώτη που θα το ακούσεις. Ύστερα, το αφήνεις να ξεδιπλώσει όλες τις διαφορετικές πτυχές στον ήχο και στον τέλειο αυθορμητισμό των μουσικών. Στην τζαζ ακόμη κι ένας 66χρονος έχει την ευκαιρία να εντυπωσιάζει τον εαυτό του...
...Εδώ τον εντυπωσιάζουν δύο 67χρονοι, επίσης μαθητές του Miles, ο πιανίστας Chick Corea και ο κιθαρίστας John McLaughlin, οι οποίοι επειδή νοσταλγούν το jazz fusion των 70s, αντί να κάθονται να λένε μεταξύ τους ιστορίες από τα παλιά, φτιάχνουν νέα μπάντα, σαν ερεθισμένοι έφηβοι. Και, να πάρει, επανεφευρίσκουν το fusion. Ή τέλος πάντων αποδεικνύουν σε δύσπιστους σαν κι εμένα, που δεν τρελάθηκα ποτέ με τον φλύαρο ορυμαγδό από ηλεκτρικές νότες, ότι οι καλύτερες στιγμές του fusion ήταν όταν έπαιζαν αυτοί οι δύο. Και παραμένουν οι καλύτεροι. Η τζαζ έχει τη μαγική ιδιότητα να κάνει ακόμη και το παλιό να μην παλιώνει. Η Five Peace Band, με τον Christian McBride στο μπάσο, τον Kenny Garret σαξόφωνο και τον Vinnie Colaiuta ντραμς στο διπλό "Live" είναι η τζαζ πεμπτουσία, το Α και το Ω της μεγάλης Τέχνης: το fusion βγαίνει από το μουσείο, σαν τις "Δεσποινίδες της Αβινιόν" του Πικάσο, και εκτίθεται στο παρόν με τέτοιο τρόπο που μοιάζει άχρονο, ένα δημιούργημα του πάντοτε.
...και το φρέσκο nouveau
Ενώ οι παλιοσειρές οργιάζουν ακόμη, ένα (ακόμη) νέο όνομα ξεπηδά από τα σπλάχνα της σύγχρονης τζαζ σκηνής: ο πιανίστας Marco Benevento, ο οποίος σαν τον μέντορά του, Brad Mehldau, σερφάρει ανεμπόδιστα στο νέο fusion. Διασκευές Leonard Cohen, Led Zeppelin, George Harrison, Beck και My Morning Jacket και πρωτότυπες συνθέσεις, σε ένα κράμα κλασικής τζαζ, electronica και groove που έχει την προσωπική σφραγίδα ενός μουσικού που παίζει τζαζ επειδή έχει την ανάγκη να εκτεθεί απροκάλυπτα. Και, όπως συμβαίνει με όλους τους καλούς μουσικούς της τζαζ, σπέρνει μέσα σου την περιέργεια για το τι θα κάνει μετά. Και να που οι ξεπερασμένες συνταγές, όπως το fusion, δοκιμάζονται με νέα υλικά και όλα εκείνα που έμοιαζαν παλιά, η τζαζ τα κάνει ξανά νέα. Κάνει το αύριο να θυμίζει το χτες με έναν τρόπο όμως που ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Αυτή η ψυχοθεραπεία δεν έχει τέλος.






