

Παιδικός Σταθμός
Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου βασιλεύουν οι λεονταρισμοί. Καμιά φορά, όμως, παρεισφρέουν και κάποιοι δονκιχωτισμοί που πολύ μας φτιάχνουν το κέφι! Σαν την προσπάθεια της Fatu από τη Σιέρα Λεόνε – πώς αλλιώς, αν όχι δονκιχωτισμό, να χαρακτηρίσουμε αυτό που κατάφερε;
Η Fatu Janneh - Ποντικάκη είναι μια κρεολή 40 ετών από τη Σιέρα Λεόνε της Αφρικής. Μια χώρα από τις πιο φτωχές παγκοσμίως. Ήρθε στη χώρα μας το 1986 για να σπουδάσει – γεγονός αξιοσημείωτο, αφού στη χώρα της δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής έχει μόνο γύρω στο 35% του πληθυσμού. Πήρε πτυχίο στη νοσηλευτική από τα ΤΕΙ Αθηνών, ενώ παράλληλα με τις σπουδές της εργαζόταν σκληρά σε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Ωστόσο, πολύ γρήγορα η αγάπη της για τα παιδιά, αλλά και η μεγάλη άρνηση που συνάντησε στις προσπάθειές της να εργαστεί ως νοσηλεύτρια εξαιτίας του υφιστάμενου ρατσισμού, την οδήγησαν να κάνει διάφορες εργασίες σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς.
Τα χρόνια και η δουλειά της την έπεισαν να παραμείνει μόνιμα εδώ. Και κάποια στιγμή, με κίνητρο –από τη μια– τα προβλήματα των εργαζόμενων μανάδων που υποχρεώθηκαν να αφήσουν τη χώρα τους και –από την άλλη– την ακατανίκητη ανάγκη της να βρίσκεται με παιδιά, πήρε την απόφασή της: αφού ήρθε πρώτα σε επαφή με άλλες γυναίκες από τη Σιέρα Λεόνε που ζουν εδώ, ξεκίνησε πειραματικά έναν παιδικό σταθμό για τα παιδιά των γυναικών της Κοινότητας της Σιέρα Λεόνε που εργάζονται και δεν έχουν πού να τ’ αφήσουν.
«Μένω εδώ, εργάζομαι εδώ, ερωτεύτηκα εδώ – πλέον είμαι παντρεμένη με Έλληνα και έχω δύο παιδιά. Με τις δουλειές δυσκολεύτηκα πολύ. Αλλά αυτό που κάνω τώρα πραγματικά με γεμίζει».
Η Fatu είναι χαρισματική. Δεν μιλάει πολύ και, παρά τα χρόνια που ζει εδώ, τα ελληνικά της είναι λειψά. Μιλάνε, όμως, τα μάτια της – και οι κινήσεις της, που αποπνέουν δυναμισμό. «Οι γυναίκες της Κοινότητας, για να δουλέψουν, πρέπει να αφήνουν κάπου τα παιδιά τους. Και, μάλιστα, από πολύ νωρίς το πρωί. Συγγενείς συνήθως δεν υπάρχουν. Οι δημόσιοι παιδικοί σταθμοί δεν τα δέχονται. Οι ιδιωτικοί είναι πανάκριβοι. Οπότε, έπρεπε μόνες μας να κάνουμε κάτι. Από την εμπειρία μου, αφού εργάστηκα για καιρό σε παιδικούς σταθμούς, πρότεινα να φτιάξουμε εμείς έναν δικό μας. Έτσι ξεκινήσαμε».
Νοίκιασαν, λοιπόν, ένα νεοκλασικό κτήριο στην οδό Λευκωσίας 28, στην καρδιά της Αθήνας, στη γειτονιά γύρω από την πλατεία Αμερικής, και το διαμόρφωσαν με λιγοστά μέσα και με πολλή ψυχή σε έναν χαρούμενο χώρο, που σύντομα φιλοξένησε τα πρώτα παιδάκια από τη Σιέρα Λεόνε.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που ξέρουν για το σταθμό και τη λειτουργία του. Ωστόσο, οι πόρτες του παιδικού σταθμού άνοιξαν και για παιδιά μεταναστών από άλλες χώρες. Από Αλβανία, Βουλγαρία, Κουρδιστάν, Μπανγκλαντές... «Κάποια στιγμή ήρθανε μερικές γυναίκες από άλλους μεταναστευτικούς συλλόγους και μας ρωτούσαν αν μπορούσαν να γράψουν τα παιδιά τους στο σταθμό μας. Κι εμείς απαντήσαμε θετικά. Άλλωστε, όλες την ίδια ανάγκη έχουμε. Να εργαστούμε αφήνοντας τα παιδιά μας σε ένα προστατευμένο περιβάλλον».
Ο σταθμός είναι ανοιχτός από τις 6 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα, γεγονός που βολεύει όλες τις εργαζόμενες μητέρες. «Το πρωί για λίγες ώρες έρχεται μία δασκάλα που απασχολεί τα παιδιά με χειροτεχνίες και διάφορες δραστηριότητες. Είναι Ελληνίδα. Τις υπόλοιπες ώρες βοηθητικό προσωπικό, που αποτελείται από γυναίκες μετανάστριες, φροντίζει τα παιδιά, μαγειρεύει, τα κοιμίζει. Κάνουμε τα πάντα μόνες μας».
Τα προβλήματα και η αισιοδοξία πάνε αντάμα
Όλα εδώ έχουν γίνει με προσωπική δουλειά, πολύ κόπο και πείσμα. Οι εργαζόμενες στο σταθμό πληρώνονται για την παροχή υπηρεσιών τους. Ωστόσο, τα χρήματα που δίνουν οι γονείς είναι μόλις 120 ευρώ το μήνα. Σίγουρα δεν επαρκούν για να καλυφθούν οι ανάγκες του παιδικού σταθμού, που τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζει προβλήματα και η λειτουργία του κινδυνεύει να διακοπεί από τη Νομαρχία της Αθήνας.
Με σπαστά ελληνικά η Fatu μάς εξηγεί: «Έχουμε πρόβλημα με τα χαρτιά και την άδεια. Κάθε τρεις και λίγο έρχονται και μας κάνουν ελέγχους και παρατηρήσεις. Πώς πρέπει να είναι οι τουαλέτες, πώς πρέπει να είναι οι τζαμαρίες, τα δωμάτια... Μάλιστα, έχουμε προβλήματα και με το κτήριο – θέλουν να κάνουμε αλλαγή χρήσης, αλλιώς θα μας κλείσουν. Έχουμε πολλά θέματα. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν και οι φίλοι – μας βοηθάνε οι Μηχανικοί του Κόσμου και κάνουν εθελοντικά τους διαμεσολαβητές».
Οι ξεφτισμένοι τοίχοι σε ροζ και πράσινο χρώμα (τοίχοι που ξερνάνε υγρασία και οι πολύχρωμες ζωγραφιές των μικρών παιδιών παλεύουν να την καλύψουν), πράγματι, μπορεί να μη συνιστούν τον ιδανικότερο χώρο για μικρά παιδιά, όμως το έργο που προσφέρεται εδώ και η αγάπη που ζεσταίνει την ατμόσφαιρα τα σκεπάζει όλα – και, παράλληλα, δημιουργείται το ερώτημα πού θα πάνε τα 40 παιδάκια αν αυτός ο σταθμός κλείσει, εφόσον οι γονείς τους δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα δίδακτρα ενός ιδιωτικού παιδικού σταθμού.
«Με τη γειτονιά τα πάμε περίφημα! Πολλοί είναι εκείνοι που μας στηρίζουν και μας επιβραβεύουν για το έργο μας σχεδόν καθημερινά» τονίζει με καμάρι η Fatu. Πόσοι, ωστόσο, θα άφηναν το παιδί τους σε έναν παιδικό σταθμό με παιδιά μεταναστών; «Εμείς είμαστε ανοιχτοί στην κοινωνία. Θα δεχόμασταν Ελληνόπουλα, αλλά δεν μας τα φέρνουν. Ποιος θέλει το παιδί του να κάνει παρέα με παιδιά μεταναστών και να το φροντίζουν άνθρωποι χωρίς παιδαγωγικά πτυχία; Μέχρι τώρα έχουμε φιλοξενήσει μόνο δύο παιδάκια Ελληνίδων. Και οι δύο ήταν χωρισμένες. Άφηναν σ’ εμάς προσωρινά τα παιδιά τους, μέχρι να βρουν “κανονικό” σταθμό να τα γράψουν. Σηκώθηκαν κι έφυγαν γρήγορα και για 4 μήνες δεν άφησαν φράγκο».
Εδώ κι έναν χρόνο η Fatu και η Κοινότητα Γυναικών της Σιέρα Λεόνε έχουν δημιουργήσει και έναν βρεφονηπιακό σταθμό, για μωράκια από 8 μηνών έως 3 ετών, που στεγάζεται σε ένα ανάλογο κτήριο, δύο δρόμους πιο κάτω. «Ακόμα είμαστε στην αρχή. Είμαστε, όμως, περήφανες και γι’ αυτόν τον νέο χώρο. Έχει περισσότερες απαιτήσεις, αλλά πιστεύω ότι πάμε καλά και θα τα καταφέρουμε ακόμα καλύτερα».
Η Fatu Janneh - Ποντικάκη είναι μια κρεολή 40 ετών από τη Σιέρα Λεόνε της Αφρικής. Μια χώρα από τις πιο φτωχές παγκοσμίως. Ήρθε στη χώρα μας το 1986 για να σπουδάσει – γεγονός αξιοσημείωτο, αφού στη χώρα της δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής έχει μόνο γύρω στο 35% του πληθυσμού. Πήρε πτυχίο στη νοσηλευτική από τα ΤΕΙ Αθηνών, ενώ παράλληλα με τις σπουδές της εργαζόταν σκληρά σε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Ωστόσο, πολύ γρήγορα η αγάπη της για τα παιδιά, αλλά και η μεγάλη άρνηση που συνάντησε στις προσπάθειές της να εργαστεί ως νοσηλεύτρια εξαιτίας του υφιστάμενου ρατσισμού, την οδήγησαν να κάνει διάφορες εργασίες σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς.
Τα χρόνια και η δουλειά της την έπεισαν να παραμείνει μόνιμα εδώ. Και κάποια στιγμή, με κίνητρο –από τη μια– τα προβλήματα των εργαζόμενων μανάδων που υποχρεώθηκαν να αφήσουν τη χώρα τους και –από την άλλη– την ακατανίκητη ανάγκη της να βρίσκεται με παιδιά, πήρε την απόφασή της: αφού ήρθε πρώτα σε επαφή με άλλες γυναίκες από τη Σιέρα Λεόνε που ζουν εδώ, ξεκίνησε πειραματικά έναν παιδικό σταθμό για τα παιδιά των γυναικών της Κοινότητας της Σιέρα Λεόνε που εργάζονται και δεν έχουν πού να τ’ αφήσουν.
«Μένω εδώ, εργάζομαι εδώ, ερωτεύτηκα εδώ – πλέον είμαι παντρεμένη με Έλληνα και έχω δύο παιδιά. Με τις δουλειές δυσκολεύτηκα πολύ. Αλλά αυτό που κάνω τώρα πραγματικά με γεμίζει».
Η Fatu είναι χαρισματική. Δεν μιλάει πολύ και, παρά τα χρόνια που ζει εδώ, τα ελληνικά της είναι λειψά. Μιλάνε, όμως, τα μάτια της – και οι κινήσεις της, που αποπνέουν δυναμισμό. «Οι γυναίκες της Κοινότητας, για να δουλέψουν, πρέπει να αφήνουν κάπου τα παιδιά τους. Και, μάλιστα, από πολύ νωρίς το πρωί. Συγγενείς συνήθως δεν υπάρχουν. Οι δημόσιοι παιδικοί σταθμοί δεν τα δέχονται. Οι ιδιωτικοί είναι πανάκριβοι. Οπότε, έπρεπε μόνες μας να κάνουμε κάτι. Από την εμπειρία μου, αφού εργάστηκα για καιρό σε παιδικούς σταθμούς, πρότεινα να φτιάξουμε εμείς έναν δικό μας. Έτσι ξεκινήσαμε».
Νοίκιασαν, λοιπόν, ένα νεοκλασικό κτήριο στην οδό Λευκωσίας 28, στην καρδιά της Αθήνας, στη γειτονιά γύρω από την πλατεία Αμερικής, και το διαμόρφωσαν με λιγοστά μέσα και με πολλή ψυχή σε έναν χαρούμενο χώρο, που σύντομα φιλοξένησε τα πρώτα παιδάκια από τη Σιέρα Λεόνε.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που ξέρουν για το σταθμό και τη λειτουργία του. Ωστόσο, οι πόρτες του παιδικού σταθμού άνοιξαν και για παιδιά μεταναστών από άλλες χώρες. Από Αλβανία, Βουλγαρία, Κουρδιστάν, Μπανγκλαντές... «Κάποια στιγμή ήρθανε μερικές γυναίκες από άλλους μεταναστευτικούς συλλόγους και μας ρωτούσαν αν μπορούσαν να γράψουν τα παιδιά τους στο σταθμό μας. Κι εμείς απαντήσαμε θετικά. Άλλωστε, όλες την ίδια ανάγκη έχουμε. Να εργαστούμε αφήνοντας τα παιδιά μας σε ένα προστατευμένο περιβάλλον».
Ο σταθμός είναι ανοιχτός από τις 6 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα, γεγονός που βολεύει όλες τις εργαζόμενες μητέρες. «Το πρωί για λίγες ώρες έρχεται μία δασκάλα που απασχολεί τα παιδιά με χειροτεχνίες και διάφορες δραστηριότητες. Είναι Ελληνίδα. Τις υπόλοιπες ώρες βοηθητικό προσωπικό, που αποτελείται από γυναίκες μετανάστριες, φροντίζει τα παιδιά, μαγειρεύει, τα κοιμίζει. Κάνουμε τα πάντα μόνες μας».
Τα προβλήματα και η αισιοδοξία πάνε αντάμα
Όλα εδώ έχουν γίνει με προσωπική δουλειά, πολύ κόπο και πείσμα. Οι εργαζόμενες στο σταθμό πληρώνονται για την παροχή υπηρεσιών τους. Ωστόσο, τα χρήματα που δίνουν οι γονείς είναι μόλις 120 ευρώ το μήνα. Σίγουρα δεν επαρκούν για να καλυφθούν οι ανάγκες του παιδικού σταθμού, που τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζει προβλήματα και η λειτουργία του κινδυνεύει να διακοπεί από τη Νομαρχία της Αθήνας.
Με σπαστά ελληνικά η Fatu μάς εξηγεί: «Έχουμε πρόβλημα με τα χαρτιά και την άδεια. Κάθε τρεις και λίγο έρχονται και μας κάνουν ελέγχους και παρατηρήσεις. Πώς πρέπει να είναι οι τουαλέτες, πώς πρέπει να είναι οι τζαμαρίες, τα δωμάτια... Μάλιστα, έχουμε προβλήματα και με το κτήριο – θέλουν να κάνουμε αλλαγή χρήσης, αλλιώς θα μας κλείσουν. Έχουμε πολλά θέματα. Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν και οι φίλοι – μας βοηθάνε οι Μηχανικοί του Κόσμου και κάνουν εθελοντικά τους διαμεσολαβητές».
Οι ξεφτισμένοι τοίχοι σε ροζ και πράσινο χρώμα (τοίχοι που ξερνάνε υγρασία και οι πολύχρωμες ζωγραφιές των μικρών παιδιών παλεύουν να την καλύψουν), πράγματι, μπορεί να μη συνιστούν τον ιδανικότερο χώρο για μικρά παιδιά, όμως το έργο που προσφέρεται εδώ και η αγάπη που ζεσταίνει την ατμόσφαιρα τα σκεπάζει όλα – και, παράλληλα, δημιουργείται το ερώτημα πού θα πάνε τα 40 παιδάκια αν αυτός ο σταθμός κλείσει, εφόσον οι γονείς τους δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα δίδακτρα ενός ιδιωτικού παιδικού σταθμού.
«Με τη γειτονιά τα πάμε περίφημα! Πολλοί είναι εκείνοι που μας στηρίζουν και μας επιβραβεύουν για το έργο μας σχεδόν καθημερινά» τονίζει με καμάρι η Fatu. Πόσοι, ωστόσο, θα άφηναν το παιδί τους σε έναν παιδικό σταθμό με παιδιά μεταναστών; «Εμείς είμαστε ανοιχτοί στην κοινωνία. Θα δεχόμασταν Ελληνόπουλα, αλλά δεν μας τα φέρνουν. Ποιος θέλει το παιδί του να κάνει παρέα με παιδιά μεταναστών και να το φροντίζουν άνθρωποι χωρίς παιδαγωγικά πτυχία; Μέχρι τώρα έχουμε φιλοξενήσει μόνο δύο παιδάκια Ελληνίδων. Και οι δύο ήταν χωρισμένες. Άφηναν σ’ εμάς προσωρινά τα παιδιά τους, μέχρι να βρουν “κανονικό” σταθμό να τα γράψουν. Σηκώθηκαν κι έφυγαν γρήγορα και για 4 μήνες δεν άφησαν φράγκο».
Εδώ κι έναν χρόνο η Fatu και η Κοινότητα Γυναικών της Σιέρα Λεόνε έχουν δημιουργήσει και έναν βρεφονηπιακό σταθμό, για μωράκια από 8 μηνών έως 3 ετών, που στεγάζεται σε ένα ανάλογο κτήριο, δύο δρόμους πιο κάτω. «Ακόμα είμαστε στην αρχή. Είμαστε, όμως, περήφανες και γι’ αυτόν τον νέο χώρο. Έχει περισσότερες απαιτήσεις, αλλά πιστεύω ότι πάμε καλά και θα τα καταφέρουμε ακόμα καλύτερα».






