

Σαλπάρουμε
Παντού υπάρχει ένας μύθος, στα νησιά περισσότεροι. Ο μούτσος βοηθός του Δρ Φρανκεστάιν στην Αμοργό, το τριπάρισμα χωρίς ναρκωτικά στην Ικαρία, τα δανεικά κορμιά στη Μύκονο. Το Υποβρύχιο σαλπάρει για εκεί «όπου τα πάντα είναι έτοιμα να συμβούν, αρκεί να τους νεύσεις».
Γιώργος Παπαθωμάς
Όλα σε ένα μύθο είναι ζήτημα κατάστασης και συμπεριφοράς. Ο προσωπικός μύθος του Αιγαίου, λοιπόν, είναι ένα ταξίδι με ένα συγκεκριμένο πλοίο. Με τον Σκοπελίτη. Φεύγαμε από Κουφονήσι για Αμοργό. Φίλος έμπειρος στα ταξίδια με τον Σκοπελίτη συμβούλεψε να πιάσουμε μια γωνιά πίσω και έξω απ το σαλόνι. Μία ώρα μετά η κατάσταση στο κατάστρωμα είχε ως εξής: Οι περισσότεροι καθισμένοι στις καρέκλες τους με τα χέρια μπλεγμένα μεταξύ τους, σκέφτονταν ότι το αυτοκίνητο τελικά είναι μια πολύ μεγάλη εφεύρεση και ότι ίσως το βάδισμα να είναι ακόμα μεγαλύτερη. Δυο τρεις τυλιγμένοι με τα σλίπινγκ μπαγκ στα κάγκελα, στάζοντας από πάνω μέχρι κάτω, απ τα κύματα. Ο Ριχάρδος (φέρελπις νέος που είχε έρθει στα Κουφονήσια ημερήσια εκδρομή απ’ την Αμοργό) αγκαλιά με το σκουπιδοτενεκέ σε μια ερωτική σχέση ανταλλάσσοντας υγρά, το σαλόνι μπροστά μας να μοιάζει νοσοκομείο με τους περισσότερους ωχρούς και αδύναμους, δυο τρεις γιαγιάδες να σταυροκοπιούνται, κάποιοι ξένοι να ζουν το μύθο τους στην Ελλάδα την ώρα που χτυπιούνταν στους τοίχους δεξιά και αριστερά σα χταπόδια κι ένας ναύτης (που έμοιαζε εκπληκτικά με το βοηθό του δόκτορα Φρανκενστάιν στο Φρανκενστάιν τζούνιορ), να στέκεται στο σαλόνι κοιτώντας την όλη κατάσταση, τρώγοντας σάντουιτς και χαμογελώντας χαιρέκακα.
Δύο ώρες μετά πιάνοντας τον πρώτο σταθμό αρκετοί επιβάτες που είχαν έρθει ημερήσια εκδρομή απ’ την Αμοργό αποφάσισαν ότι το ταξίδι της επιστροφής μπροστά στη σωματική ακεραιότητα έχανε και κατ’ επέκταση κι η Ηρακλειά καλή ήταν και αποβιβάστηκαν μπουσουλώντας εκεί. Τώρα που το σκέφτομαι πιο ψύχραιμα πάντως, καλά ήταν. Άμα έχεις καλή παρέα παντού καλά είναι....
Oρφανέας Χρήστος/ orfaneashr@gmail.com/ stoperithorio.blogspot.com
"Aνακοίνωση: κατά τη διάρκεια της θερινής σεζόν 2009 , το κάμπινγκ δεν θα λειτουργήσει". Αυτή είναι η πρώτη πληροφορία που παίρνει κάνεις μπαίνοντας στη σελίδα των Κουφονησίων και σίγουρα επιδρά αρνητικά στις προσδοκίες ενός μεγάλου μέρους των για χρόνια συστηματικών επισκεπτών του συμπλέγματος. Είναι δύσκολο να περιγράψεις τη γεύση που σου αφήνει η συγκεκριμένη είδηση. Αντικειμενικά θα μπορούσες ακόμα και να χαρείς, καθώς υποδομή ανύπαρκτη, χώρος ελάχιστος, συνθήκες υγιεινής; Σκιά; -πλακά κάνεις, πολύ κουνούπι και πολλή ζέστη, πρακτικά το μέρος δεν θα ‘πρεπε καν να υπάρχει. Από την άλλη, διακοπές στο συγκεκριμένο camping σήμαινε εικοσιτετράωρη ακρόαση τρίτου προγράμματος . Μέλος μιας τεράστιας παρέας που με τον τρόπο της έβρισκε συνεχώς τον τρόπο να ανανεώνεται και να διευρύνεται . Άμεση πρόσβαση στα πιο γαλανά νερά που θα μπορούσες να φανταστείς, και όλα αυτά με ελάχιστο κόστος, εικόνες μιας θερινής Ελλάδας πριν πνίγει στο τρίπτυχο φραπέ-ομπρέλα-καρέκλα. Όσο για τη γεύση, αποφάσισε.
Νατάσα Κεφαλληνού
Τη Σύρο την είχα ακουστά από τη γιαγιά μου, κάθε καλοκαίρι πήγαινε για τα ιαματικά της μπάνια και γύριζε με μια αγκαλιά λουκούμια και χαλβαδόπιτες. Όταν στα 23 μου αποφάσισα να πάω για πρώτη (και όχι τελευταία όπως αποδείχθηκε) φορά στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων είχα την εντύπωση ότι όλο το νησί θα είναι γεμάτο από πληθωρικές κυρίες με τα μπανιερά τους, η μυρωδιά του θειαφιού θα αποπνέει παντού, ενώ ήχοι θα είναι στην ελάσσονα. Διαψεύστηκα παταγωδώς! Η πανέμορφη Ερμούπολη κρύβει ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Η περιπλάνηση στους δρόμους της ήταν ένα ταξίδι στο χρόνο, που δεν οφείλονταν φυσικά στους… υπεραιωνόβιους τουρίστες, που φοβόμουν ότι θα προσελκύει. Κάθε βήμα μου στα σοκάκια της, κάθε ματιά στην αρχιτεκτονική του τοπίου με μετέφερε στα μέσα του 19ου αιώνα οπότε το νησί γνώρισε σημαντική άνθιση. Τα βράδια τα περνούσαμε στα λιλιπούτια μπαράκια. Τις πιο όμορφες νύχτες τις ζήσαμε στο Μποέμ: εκεί ακούσαμε τις καλύτερες μουσικές, εκεί χορέψαμε μέχρι πρωίας, εκεί κεραυνοβοληθήκαμε από τους έρωτες του καλοκαιριού. Όσο για την προτελευταία μέρα, κατά την οποία μπουκωνόμουν με λουκούμια για να ξεχάσω τη θλίψη της αυριανής αποχώρησης, ήταν η καλύτερη από όλες: Στο παραλιακό Κίνι μας περίμενε το ταχύπλοο του Νίκου που πάει στην πιο ωραία παραλία του νησιού, τα Γράμματα. Εμείς και μερικοί ακόμα Ολλανδοί τουρίστες (πού είχαν ανακαλύψει την πληροφορία, άγνωστο) ξεφαντώναμε στο κατάστρωμα με ρέγκε, ενώ το κέρασμα με ουζάκι και χταπόδι έκανε τη διαδρομή ακόμη καλύτερη. Αρμιρίκια, βαθυγάλανα νερά, βράχοι με χαραγμένα μηνύματα ναυαγών από προηγούμενους αιώνες ήταν η πιο ωραία ανάμνηση από εκείνο το καλοκαίρι…
Θ.Α.
Μύκονος, Αύγουστος, αρχές δεκαετίας '80. Κατάστρωμα στο πλωτό σαρδελοκούτι “Παναγία Τήνος”. Ανθρώπινο τείχος στο λιμάνι από rent rooms. Δεν μου περισσεύουν. Καλύτερα “χύμα” κάμπινγκ. Βρίσκω καβάτζα στους μύλους πάνω από τη Χώρα. Φραπέ στο χέρι, τυρόπιτα, πετσέτα και δρόμο. Ψαρού, Paradise, Super Paradise, Ελιά. Γυμνιστές, γκέι, μοντέλα, vips, τουρίστες. Ο ράθυμος ήλιος, η ανελέητη πέτρα, τα τιρκουάζ νερά. Ηλιοβασίλεμα στην Παράγκα. Έκσταση. Πίσω στη Χώρα δειπνώ σουβλάκι διπλό – τα ρέστα ίσα που φτάνουν για ποτό και τσιγάρα. Πλατεία Μαυρογένους, Ματογιάννια, Λάκκα, Δημαρχείο, Παραπορτιανή. Disco fever μουσικές, πειραγμένα σφηνάκια, λάγνα βλέμματα, κορμιά υγρά. Πίσω στην καβάτζα ανακαλύπτω πως μου πήραν το σλίπινγκ μπανγκ. Η νύχτα είναι ακόμα μακριά. Κλέβω ένα άλλο, όμως δεν με “χωρά”. Μένω άυπνος από τις ενοχές. Το επόμενο βράδυ ζευγαρώνω. Ξυπνώντας επιστρέφω τον κλεμμένο υπνόσακο εκεί που τον βρήκα. Δεν θα μου λείψει. Είμαι νέος, ωραίος, δεν κωλώνω πουθενά. Και βρίσκομαι σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί όπου τα πάντα είναι έτοιμα να συμβούν, αρκεί να τους νεύσεις. Τη μεθεπόμενη νύχτα άλλο προσωρινό κορμί, άλλο δανεικό κατάλυμα. Και την άλλη και την άλλη. Οι τρεις μέρες των πρώτων μου ανεξάρτητων διακοπών γίνανε δέκα. Στην επιστροφή στον Πειραιά ακούω μια γιαγιά να λέει σε μια άλλη: “Κι όμως τα κατάφερε... Αλλά τι να πεις; Ακόμα κι ο διάβολος είναι όμορφος στα 18 του”.
Άγγελος Παπαπετρίδης/ apapapetridis@ypovrixio.gr
Λένε πως είναι ό,τι πιο κοντά στην έννοια του γαλατικού χωριού που αντιστέκεται ακόμα στον κατακτητή. Αν υπάρχει ένας αληθινός μύθος στο αρχιπελαγός μας που απλά σου δίνει κι ορισμένες δόσεις πραγματικότητας, ανάμεσα στα μυθεύματά του δεν είναι άλλος από το Χριστό Ραχών, αυτό το μικρό αλλά υπερήφανο και πεισματάρικο χωριό στην Ικαρία. Ακόμα κι οι πρωτόγνωρες ικαριώτικες εμπειρίες με τις οποίες έρχεσαι σε επαφή με το που φτάνεις στο νησί ωχριούν μπροστά σε αυτά που ζεις στον Χριστό Ραχών. Βιώνεις έναν πρωτόγνωρο πόλεμο απέναντι στο ρολόι και το χρόνο με κύριο χαρακτηριστικό το αναποδογύρισμα του ωραρίου. Όποιος θέλει να ζήσει 9 το πρωί με 9 το βράδυ έχασε. Αντίθετα, σε όποιον αρέσει να παίρνει το πρωινό του στις 9 το βράδυ και το βραδινό στις 9 το πρωί είναι μέσα. Επίσης αποτελεί μεγάλη δοκιμασία των ηθικών σου αντοχών. Τι κάνεις αλήθεια όταν σε ορισμένες ώρες τα μαγαζιά είναι χωρίς προσωπικό αλλά λειτουργούν; Self servise. Κι όποιος τολμά να χαλάσει αυτήν την ισορροπία ας μην αφήσει χρήματα στον πάγκο του ταμείου και το ίδιο του το κάρμα θα τον βρει για τιμωρία. Κι έπειτα είναι αυτά τα πανηγύρια. Θυμάμαι την έντονη γεύση του κρασιού, τα βιολιά και τα κλαρίνα να αναμιγνύονται σε τρελούς ρυθμούς και 4.000 κόσμο να χορεύει εν εξάλλω. Μια αναγεννησιακή κατάσταση που έδινε στη ψυχή μου φτερά μεταφέροντας την σε κάτι υπερβατικό. Μια κυριολεκτικά ναρκωτική εμπειρία, απλά χωρίς τα ναρκωτικά.
Τζίνα Παπαμιχαήλ
Το απέραντο γαλάζιο απλώνεται κάτω από τα πόδια μου, την ώρα που πάω να βουτήξω από τον βράχο κι η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Απέναντι απλώνεται η αγαπημένη παραλία της Αιγιάλης. Βλέμμα στη Λαγκάδα με τις όμορφες βουκαμβίλιες. Το σύννεφο γυρίζει γύρω, γύρω από τη χώρα και πίνω το τελευταίο ποτηράκι ψημένης ρακής πριν χαθώ στον βυθό. Το ομορφότερο έργο τέχνης που έχω αντικρύσει ποτέ, αυτό το όμορφο κυκλαδονήσι. Μαύρη η θάλασσα με πολύχρωμα βότσαλα πάνω στην παραλία. Χαιρετισμός στο αγαπημένο Q bar, που δεν είναι απλά ένα bar αλλά πολλές καλοκαιρινές ιστορίες σε μία. Μακρινές φωνές και γέλια.
1,2,3 κλείνω τη μύτη και πέφτω. Ανοίγω τα μάτια. Στον βυθό αστερίες και κοχύλια. Διαμελισμένα πτώματα οστράκων ανάκατα με κόκκους αστρόσκονης. Συνάντησα τον Ποσειδώνα σ’ ένα μεθυσμένο φιλί από τριαντάφυλλο και γεύση κεράσι...4η χιλιετία π.χ, το πρώτο ανθρώπινο ίχνος στην Αμοργό, οι μινωίτες ναυτικοί ιδρύουν την Μινώα, Ναξιώτες ιδρύουν την Αρκεσίνη, Μιλήσιοι εγκαθίστανται στην Αιγιάλη. Διάθλαση του νερού, επιστροφή στο παρών. Προσκύνημα σε υποθαλάσσια αρχαιολογικά μνημεία, αχινοί από χρυσάφι, το τιτίβισμα των πουλιών στα κλαδιά των πεύκων και το τραγούδι του τεμπέλη τζίτζικα. Είμαι ήδη στην επιφάνεια και παίζω με τους αφρούς των κυμάτων...καλές βουτιές!
Κώστας Γεωργιάδης
Μες στον Σκοπελίτη, θυμόμουν τον Ελύτη...και έφτανα σε άμεση επαφή με τις περισσότερες από τις αναφορές του ποιητή για το όμορφο Αιγαίο... Κύματα, αέρας, άμμος, θάλασσα κι όλα αυτά μόλις γύρω μου! Στα πόδια μου που τσαλαβουτούσαν μέσα στα βρεγμένα μπαγκάζια μου. Ξαναστοιβάζοντάς τα βιαστικά, όλοι γύρω μου συντονισμένοι στην ίδια κατάσταση, αδιαφορώντας για τον αιγαιοπελαγίτικο ήλιο του νομπελίστα, που κυριολεκτικά τσουρούφλιζε τις πλάτες ολονών...
Μέσα της δεκαετίας του ’90 και χωμένοι στο λευκό καρυδότσουφλο για άλλη μια φορά (επι)πλέαμε πλησιάζοντας στον προορισμό μας. Το Κουφονήσι φαίνεται δεν φαίνεται, συντονισμένο με το πάνω κάτω των κυμάτων. Σίγουρα δεν φημίζεται για το ύψος του, όμως ΤΟΤΕ, ήταν γεμάτο κρυφές χάρες. Θυμάμαι μόλις πιάναμε λιμάνι και αφού ξεπερνούσαμε το σοκ της ισορροπίας σε στέρεο έδαφος, αραδιαζόμασταν στις όμορφες παραλίες του. Ο Φοίνικας, η Ιταλίδα, το Πορί, που για να πας απ’ τη μια στην άλλη δεν ήταν ούτε 10 λεπτά ποδαρόδρομος... Τώρα μαθαίνω είναι μόλις δυο λεπτά με αυτοκίνητο, ευτυχώς, έχω να πάω πάνω από 10 χρόνια... Επίσης θυμάμαι κάτι μεθύσια στο Σορόκο, ένα απ’ τα δυο-τρία μπαράκια που είχε στη χώρα, τώρα σίγουρα πρέπει να έχει πάνω από δέκα...
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η τελευταία φορά που φεύγαμε από ‘κει. Θα φεύγαμε με μεγάλο καράβι και όχι με τον Σκοπελίτη! Όμως το μεγάλο καράβι έφτασε, ξεβράζοντας τζιπάκια με τρέηλερ που σέρναν φουσκωτά. Πάντως, το χαιρέτησα από ψηλά... Τώρα πια πηγαίνω σε ένα νησάκι που πας με μικρότερο καράβι απ’ τον Σκοπελίτη και σίγουρα δεν πρόκειται να ξαναγκρινιάξω γι’ αυτό!
Γιάννης Ραουζαίος
Καλοκαίρι του 1996 κι οι άνθρωποι που τότε αποτελούσαν τη συλλογικότητα «Κενό Δίκτυο», αποφάσισαν να μεταφέρουν τη μαγική συλλογική τους πραγματικότητα στα ελληνικά νησιά. Φόρτωσαν τα μηχανήματα τους και χωρίς πολλά λόγια, ξεκίνησαν ένα ταξίδι που μέσα σε ενάμιση μήνα κάλυψε την απόσταση που χώριζε τα νησιά Πάρος, Νάξος, Αμοργός και Σαντορίνη. Η ομάδα, όπου κι εάν βρισκόταν έστηνε τον καταυλισμό της, σαν κάποιου είδους ινδιάνικη φυλή, τοποθετούσε τα φώτα και μηχανήματα ήχου και πραγματοποιούσε, έτσι όπως μας φαινόταν τότε, τα πιο όμορφα rave party. Πότε ο καταυλισμός ήταν σε μια παραλία, πότε σε ένα καταθλιμμένο υπό κατασκευή ξενοδοχείο. Τίποτε άλλο δεν μας ενδιέφερε παρά να ζήσουμε την έμπρακτη ουτοπία μας και να δώσουμε με λέξεις όπως στήριξη, χάδι ή έρωτας κάτι ο ένας στον άλλο, σπάζοντας κάθε δεσμό συμβατικότητας και βομβαρδίζοντας με αρώματα τις κατεστημένες εικόνες, με αρώματα από έναν πολιτισμό που η στιγμή της ολοκλήρωσης του ήταν μόνον στην στιγμή και στο απώτερο μέλλον...πουθενά ενδιάμεσα! Τα πρωινά, ο καυτός ήλιος χάραζε τα πρόσωπα μας κι οι νύχτες ανάμεσα στο χώρο και στο χάσιμο με "ατελείωτες" βόλτες στις ακτογραμμές, μέσα στη θάλασσα ή μέσα στο νου μας. Φυσικά δεν ήταν κι όλα ρόδινα, υπήρχε ο κίνδυνος της καχυποψίας των ντόπιων, η ενόχληση από τις αρχές οι οποίες πάντοτε έχουν τον ρόλο να κρατούν τα πράγματα σε ένα μόνιμο χρώμα κι αυτό να είναι το γκρίζο! Κοιτάζοντας πλέον πίσω κι όταν είμαι σε κάποια ακτή του Αιγαίου σκέπτομαι σαν σε ένα όνειρο την παρέα του καλοκαιριού του `96. Με πολλούς έχω πλέον χαθεί ακολουθώντας άλλα μονοπάτια, ενώ άλλοι βρίσκονται απομονωμένοι "...μέσα στην ίδια τους την φλόγα", ορφανά ενός κόσμου που τους στοίχισε το ότι δεν ήρθε καθ’ ολοκληρίαν και διαρκώς. Αυτών των τελευταίων, η απουσία δίπλα μου σε κάποια καλοκαιρινή παραλία του αιγαίου, μοιάζει να είναι η πιο επώδυνη...μέσα στο πάντα ζωντανό παραμύθι του καραβανιού στο Αιγαίο!
Βαγγέλης Δαβιτίδης
Μια μικροσκοπική κουκίδα στο χάρτη -κι αυτή όχι σ' όλους τους χάρτες- νότια της Κρήτης. Γαύδος.Το πιο νότιο σημείο της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης. Μια ξερή όαση στην αλμύρα του Λυβικού πελάγους. Εδώ οι όροι αντιστρέφονται. Η όαση είναι από άμμο και η έρημος από νερό. Άλλωστε η Αφρική είναι μερικά ναυτικά μίλια πιο κοντά απ' ότι ο Πειραιάς. Και καμία συνθήκη συνόρων δεν αναφέρθηκε ποτέ συγκεκριμένα στη Γαύδο.
Στήνουμε σκηνές στην παραλία του Αϊ Γιάννη. Είναι δεκαπενταύγουστος και η συνήθως έρημη και γεμάτη πελώριους αμμόλοφους παραλία υποδεχόταν τους υπό διωγμό θιασώτες του ελεύθερου κάμπινγκ απ' όλα τα νησιά του Αιγαίου. Βλέπετε οι ελεύθεροι χώροι απειλούνται από το τσιμέντο όχι μόνο στα αστικά κέντρα αλλά και στα νησιά. Ευτυχώς η Γαύδος κρατάει ακόμα.
Πενήντα δύο μόνιμοι κάτοικοι στο νησί, σαρανταπέντε Έλληνες και επτά Ρώσοι. Ρώσοι; Ναι, επτά Ρώσοι επιστήμονες μόνιμα εγκατεστημένοι στη Γαύδο. Το κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη μόλις ξεκινούσε. Γιατί ο μύθος των πρώην σοβιετικών επιστημόνων και των πειραμάτων τους στη Γαύδο ήταν αυτός που με έχει φέρει ως εδώ κάτω…
Τη συνέχεια της ιστορίας μπορείτε να τη διαβάσετε στο Υποβρύχιο τ.13, www.ypovrixio.gr
Γιώργος Παπαθωμάς
Όλα σε ένα μύθο είναι ζήτημα κατάστασης και συμπεριφοράς. Ο προσωπικός μύθος του Αιγαίου, λοιπόν, είναι ένα ταξίδι με ένα συγκεκριμένο πλοίο. Με τον Σκοπελίτη. Φεύγαμε από Κουφονήσι για Αμοργό. Φίλος έμπειρος στα ταξίδια με τον Σκοπελίτη συμβούλεψε να πιάσουμε μια γωνιά πίσω και έξω απ το σαλόνι. Μία ώρα μετά η κατάσταση στο κατάστρωμα είχε ως εξής: Οι περισσότεροι καθισμένοι στις καρέκλες τους με τα χέρια μπλεγμένα μεταξύ τους, σκέφτονταν ότι το αυτοκίνητο τελικά είναι μια πολύ μεγάλη εφεύρεση και ότι ίσως το βάδισμα να είναι ακόμα μεγαλύτερη. Δυο τρεις τυλιγμένοι με τα σλίπινγκ μπαγκ στα κάγκελα, στάζοντας από πάνω μέχρι κάτω, απ τα κύματα. Ο Ριχάρδος (φέρελπις νέος που είχε έρθει στα Κουφονήσια ημερήσια εκδρομή απ’ την Αμοργό) αγκαλιά με το σκουπιδοτενεκέ σε μια ερωτική σχέση ανταλλάσσοντας υγρά, το σαλόνι μπροστά μας να μοιάζει νοσοκομείο με τους περισσότερους ωχρούς και αδύναμους, δυο τρεις γιαγιάδες να σταυροκοπιούνται, κάποιοι ξένοι να ζουν το μύθο τους στην Ελλάδα την ώρα που χτυπιούνταν στους τοίχους δεξιά και αριστερά σα χταπόδια κι ένας ναύτης (που έμοιαζε εκπληκτικά με το βοηθό του δόκτορα Φρανκενστάιν στο Φρανκενστάιν τζούνιορ), να στέκεται στο σαλόνι κοιτώντας την όλη κατάσταση, τρώγοντας σάντουιτς και χαμογελώντας χαιρέκακα.
Δύο ώρες μετά πιάνοντας τον πρώτο σταθμό αρκετοί επιβάτες που είχαν έρθει ημερήσια εκδρομή απ’ την Αμοργό αποφάσισαν ότι το ταξίδι της επιστροφής μπροστά στη σωματική ακεραιότητα έχανε και κατ’ επέκταση κι η Ηρακλειά καλή ήταν και αποβιβάστηκαν μπουσουλώντας εκεί. Τώρα που το σκέφτομαι πιο ψύχραιμα πάντως, καλά ήταν. Άμα έχεις καλή παρέα παντού καλά είναι....
Oρφανέας Χρήστος/ orfaneashr@gmail.com/ stoperithorio.blogspot.com
"Aνακοίνωση: κατά τη διάρκεια της θερινής σεζόν 2009 , το κάμπινγκ δεν θα λειτουργήσει". Αυτή είναι η πρώτη πληροφορία που παίρνει κάνεις μπαίνοντας στη σελίδα των Κουφονησίων και σίγουρα επιδρά αρνητικά στις προσδοκίες ενός μεγάλου μέρους των για χρόνια συστηματικών επισκεπτών του συμπλέγματος. Είναι δύσκολο να περιγράψεις τη γεύση που σου αφήνει η συγκεκριμένη είδηση. Αντικειμενικά θα μπορούσες ακόμα και να χαρείς, καθώς υποδομή ανύπαρκτη, χώρος ελάχιστος, συνθήκες υγιεινής; Σκιά; -πλακά κάνεις, πολύ κουνούπι και πολλή ζέστη, πρακτικά το μέρος δεν θα ‘πρεπε καν να υπάρχει. Από την άλλη, διακοπές στο συγκεκριμένο camping σήμαινε εικοσιτετράωρη ακρόαση τρίτου προγράμματος . Μέλος μιας τεράστιας παρέας που με τον τρόπο της έβρισκε συνεχώς τον τρόπο να ανανεώνεται και να διευρύνεται . Άμεση πρόσβαση στα πιο γαλανά νερά που θα μπορούσες να φανταστείς, και όλα αυτά με ελάχιστο κόστος, εικόνες μιας θερινής Ελλάδας πριν πνίγει στο τρίπτυχο φραπέ-ομπρέλα-καρέκλα. Όσο για τη γεύση, αποφάσισε.
Νατάσα Κεφαλληνού
Τη Σύρο την είχα ακουστά από τη γιαγιά μου, κάθε καλοκαίρι πήγαινε για τα ιαματικά της μπάνια και γύριζε με μια αγκαλιά λουκούμια και χαλβαδόπιτες. Όταν στα 23 μου αποφάσισα να πάω για πρώτη (και όχι τελευταία όπως αποδείχθηκε) φορά στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων είχα την εντύπωση ότι όλο το νησί θα είναι γεμάτο από πληθωρικές κυρίες με τα μπανιερά τους, η μυρωδιά του θειαφιού θα αποπνέει παντού, ενώ ήχοι θα είναι στην ελάσσονα. Διαψεύστηκα παταγωδώς! Η πανέμορφη Ερμούπολη κρύβει ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Η περιπλάνηση στους δρόμους της ήταν ένα ταξίδι στο χρόνο, που δεν οφείλονταν φυσικά στους… υπεραιωνόβιους τουρίστες, που φοβόμουν ότι θα προσελκύει. Κάθε βήμα μου στα σοκάκια της, κάθε ματιά στην αρχιτεκτονική του τοπίου με μετέφερε στα μέσα του 19ου αιώνα οπότε το νησί γνώρισε σημαντική άνθιση. Τα βράδια τα περνούσαμε στα λιλιπούτια μπαράκια. Τις πιο όμορφες νύχτες τις ζήσαμε στο Μποέμ: εκεί ακούσαμε τις καλύτερες μουσικές, εκεί χορέψαμε μέχρι πρωίας, εκεί κεραυνοβοληθήκαμε από τους έρωτες του καλοκαιριού. Όσο για την προτελευταία μέρα, κατά την οποία μπουκωνόμουν με λουκούμια για να ξεχάσω τη θλίψη της αυριανής αποχώρησης, ήταν η καλύτερη από όλες: Στο παραλιακό Κίνι μας περίμενε το ταχύπλοο του Νίκου που πάει στην πιο ωραία παραλία του νησιού, τα Γράμματα. Εμείς και μερικοί ακόμα Ολλανδοί τουρίστες (πού είχαν ανακαλύψει την πληροφορία, άγνωστο) ξεφαντώναμε στο κατάστρωμα με ρέγκε, ενώ το κέρασμα με ουζάκι και χταπόδι έκανε τη διαδρομή ακόμη καλύτερη. Αρμιρίκια, βαθυγάλανα νερά, βράχοι με χαραγμένα μηνύματα ναυαγών από προηγούμενους αιώνες ήταν η πιο ωραία ανάμνηση από εκείνο το καλοκαίρι…
Θ.Α.
Μύκονος, Αύγουστος, αρχές δεκαετίας '80. Κατάστρωμα στο πλωτό σαρδελοκούτι “Παναγία Τήνος”. Ανθρώπινο τείχος στο λιμάνι από rent rooms. Δεν μου περισσεύουν. Καλύτερα “χύμα” κάμπινγκ. Βρίσκω καβάτζα στους μύλους πάνω από τη Χώρα. Φραπέ στο χέρι, τυρόπιτα, πετσέτα και δρόμο. Ψαρού, Paradise, Super Paradise, Ελιά. Γυμνιστές, γκέι, μοντέλα, vips, τουρίστες. Ο ράθυμος ήλιος, η ανελέητη πέτρα, τα τιρκουάζ νερά. Ηλιοβασίλεμα στην Παράγκα. Έκσταση. Πίσω στη Χώρα δειπνώ σουβλάκι διπλό – τα ρέστα ίσα που φτάνουν για ποτό και τσιγάρα. Πλατεία Μαυρογένους, Ματογιάννια, Λάκκα, Δημαρχείο, Παραπορτιανή. Disco fever μουσικές, πειραγμένα σφηνάκια, λάγνα βλέμματα, κορμιά υγρά. Πίσω στην καβάτζα ανακαλύπτω πως μου πήραν το σλίπινγκ μπανγκ. Η νύχτα είναι ακόμα μακριά. Κλέβω ένα άλλο, όμως δεν με “χωρά”. Μένω άυπνος από τις ενοχές. Το επόμενο βράδυ ζευγαρώνω. Ξυπνώντας επιστρέφω τον κλεμμένο υπνόσακο εκεί που τον βρήκα. Δεν θα μου λείψει. Είμαι νέος, ωραίος, δεν κωλώνω πουθενά. Και βρίσκομαι σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί όπου τα πάντα είναι έτοιμα να συμβούν, αρκεί να τους νεύσεις. Τη μεθεπόμενη νύχτα άλλο προσωρινό κορμί, άλλο δανεικό κατάλυμα. Και την άλλη και την άλλη. Οι τρεις μέρες των πρώτων μου ανεξάρτητων διακοπών γίνανε δέκα. Στην επιστροφή στον Πειραιά ακούω μια γιαγιά να λέει σε μια άλλη: “Κι όμως τα κατάφερε... Αλλά τι να πεις; Ακόμα κι ο διάβολος είναι όμορφος στα 18 του”.
Άγγελος Παπαπετρίδης/ apapapetridis@ypovrixio.gr
Λένε πως είναι ό,τι πιο κοντά στην έννοια του γαλατικού χωριού που αντιστέκεται ακόμα στον κατακτητή. Αν υπάρχει ένας αληθινός μύθος στο αρχιπελαγός μας που απλά σου δίνει κι ορισμένες δόσεις πραγματικότητας, ανάμεσα στα μυθεύματά του δεν είναι άλλος από το Χριστό Ραχών, αυτό το μικρό αλλά υπερήφανο και πεισματάρικο χωριό στην Ικαρία. Ακόμα κι οι πρωτόγνωρες ικαριώτικες εμπειρίες με τις οποίες έρχεσαι σε επαφή με το που φτάνεις στο νησί ωχριούν μπροστά σε αυτά που ζεις στον Χριστό Ραχών. Βιώνεις έναν πρωτόγνωρο πόλεμο απέναντι στο ρολόι και το χρόνο με κύριο χαρακτηριστικό το αναποδογύρισμα του ωραρίου. Όποιος θέλει να ζήσει 9 το πρωί με 9 το βράδυ έχασε. Αντίθετα, σε όποιον αρέσει να παίρνει το πρωινό του στις 9 το βράδυ και το βραδινό στις 9 το πρωί είναι μέσα. Επίσης αποτελεί μεγάλη δοκιμασία των ηθικών σου αντοχών. Τι κάνεις αλήθεια όταν σε ορισμένες ώρες τα μαγαζιά είναι χωρίς προσωπικό αλλά λειτουργούν; Self servise. Κι όποιος τολμά να χαλάσει αυτήν την ισορροπία ας μην αφήσει χρήματα στον πάγκο του ταμείου και το ίδιο του το κάρμα θα τον βρει για τιμωρία. Κι έπειτα είναι αυτά τα πανηγύρια. Θυμάμαι την έντονη γεύση του κρασιού, τα βιολιά και τα κλαρίνα να αναμιγνύονται σε τρελούς ρυθμούς και 4.000 κόσμο να χορεύει εν εξάλλω. Μια αναγεννησιακή κατάσταση που έδινε στη ψυχή μου φτερά μεταφέροντας την σε κάτι υπερβατικό. Μια κυριολεκτικά ναρκωτική εμπειρία, απλά χωρίς τα ναρκωτικά.
Τζίνα Παπαμιχαήλ
Το απέραντο γαλάζιο απλώνεται κάτω από τα πόδια μου, την ώρα που πάω να βουτήξω από τον βράχο κι η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Απέναντι απλώνεται η αγαπημένη παραλία της Αιγιάλης. Βλέμμα στη Λαγκάδα με τις όμορφες βουκαμβίλιες. Το σύννεφο γυρίζει γύρω, γύρω από τη χώρα και πίνω το τελευταίο ποτηράκι ψημένης ρακής πριν χαθώ στον βυθό. Το ομορφότερο έργο τέχνης που έχω αντικρύσει ποτέ, αυτό το όμορφο κυκλαδονήσι. Μαύρη η θάλασσα με πολύχρωμα βότσαλα πάνω στην παραλία. Χαιρετισμός στο αγαπημένο Q bar, που δεν είναι απλά ένα bar αλλά πολλές καλοκαιρινές ιστορίες σε μία. Μακρινές φωνές και γέλια.
1,2,3 κλείνω τη μύτη και πέφτω. Ανοίγω τα μάτια. Στον βυθό αστερίες και κοχύλια. Διαμελισμένα πτώματα οστράκων ανάκατα με κόκκους αστρόσκονης. Συνάντησα τον Ποσειδώνα σ’ ένα μεθυσμένο φιλί από τριαντάφυλλο και γεύση κεράσι...4η χιλιετία π.χ, το πρώτο ανθρώπινο ίχνος στην Αμοργό, οι μινωίτες ναυτικοί ιδρύουν την Μινώα, Ναξιώτες ιδρύουν την Αρκεσίνη, Μιλήσιοι εγκαθίστανται στην Αιγιάλη. Διάθλαση του νερού, επιστροφή στο παρών. Προσκύνημα σε υποθαλάσσια αρχαιολογικά μνημεία, αχινοί από χρυσάφι, το τιτίβισμα των πουλιών στα κλαδιά των πεύκων και το τραγούδι του τεμπέλη τζίτζικα. Είμαι ήδη στην επιφάνεια και παίζω με τους αφρούς των κυμάτων...καλές βουτιές!
Κώστας Γεωργιάδης
Μες στον Σκοπελίτη, θυμόμουν τον Ελύτη...και έφτανα σε άμεση επαφή με τις περισσότερες από τις αναφορές του ποιητή για το όμορφο Αιγαίο... Κύματα, αέρας, άμμος, θάλασσα κι όλα αυτά μόλις γύρω μου! Στα πόδια μου που τσαλαβουτούσαν μέσα στα βρεγμένα μπαγκάζια μου. Ξαναστοιβάζοντάς τα βιαστικά, όλοι γύρω μου συντονισμένοι στην ίδια κατάσταση, αδιαφορώντας για τον αιγαιοπελαγίτικο ήλιο του νομπελίστα, που κυριολεκτικά τσουρούφλιζε τις πλάτες ολονών...
Μέσα της δεκαετίας του ’90 και χωμένοι στο λευκό καρυδότσουφλο για άλλη μια φορά (επι)πλέαμε πλησιάζοντας στον προορισμό μας. Το Κουφονήσι φαίνεται δεν φαίνεται, συντονισμένο με το πάνω κάτω των κυμάτων. Σίγουρα δεν φημίζεται για το ύψος του, όμως ΤΟΤΕ, ήταν γεμάτο κρυφές χάρες. Θυμάμαι μόλις πιάναμε λιμάνι και αφού ξεπερνούσαμε το σοκ της ισορροπίας σε στέρεο έδαφος, αραδιαζόμασταν στις όμορφες παραλίες του. Ο Φοίνικας, η Ιταλίδα, το Πορί, που για να πας απ’ τη μια στην άλλη δεν ήταν ούτε 10 λεπτά ποδαρόδρομος... Τώρα μαθαίνω είναι μόλις δυο λεπτά με αυτοκίνητο, ευτυχώς, έχω να πάω πάνω από 10 χρόνια... Επίσης θυμάμαι κάτι μεθύσια στο Σορόκο, ένα απ’ τα δυο-τρία μπαράκια που είχε στη χώρα, τώρα σίγουρα πρέπει να έχει πάνω από δέκα...
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η τελευταία φορά που φεύγαμε από ‘κει. Θα φεύγαμε με μεγάλο καράβι και όχι με τον Σκοπελίτη! Όμως το μεγάλο καράβι έφτασε, ξεβράζοντας τζιπάκια με τρέηλερ που σέρναν φουσκωτά. Πάντως, το χαιρέτησα από ψηλά... Τώρα πια πηγαίνω σε ένα νησάκι που πας με μικρότερο καράβι απ’ τον Σκοπελίτη και σίγουρα δεν πρόκειται να ξαναγκρινιάξω γι’ αυτό!
Γιάννης Ραουζαίος
Καλοκαίρι του 1996 κι οι άνθρωποι που τότε αποτελούσαν τη συλλογικότητα «Κενό Δίκτυο», αποφάσισαν να μεταφέρουν τη μαγική συλλογική τους πραγματικότητα στα ελληνικά νησιά. Φόρτωσαν τα μηχανήματα τους και χωρίς πολλά λόγια, ξεκίνησαν ένα ταξίδι που μέσα σε ενάμιση μήνα κάλυψε την απόσταση που χώριζε τα νησιά Πάρος, Νάξος, Αμοργός και Σαντορίνη. Η ομάδα, όπου κι εάν βρισκόταν έστηνε τον καταυλισμό της, σαν κάποιου είδους ινδιάνικη φυλή, τοποθετούσε τα φώτα και μηχανήματα ήχου και πραγματοποιούσε, έτσι όπως μας φαινόταν τότε, τα πιο όμορφα rave party. Πότε ο καταυλισμός ήταν σε μια παραλία, πότε σε ένα καταθλιμμένο υπό κατασκευή ξενοδοχείο. Τίποτε άλλο δεν μας ενδιέφερε παρά να ζήσουμε την έμπρακτη ουτοπία μας και να δώσουμε με λέξεις όπως στήριξη, χάδι ή έρωτας κάτι ο ένας στον άλλο, σπάζοντας κάθε δεσμό συμβατικότητας και βομβαρδίζοντας με αρώματα τις κατεστημένες εικόνες, με αρώματα από έναν πολιτισμό που η στιγμή της ολοκλήρωσης του ήταν μόνον στην στιγμή και στο απώτερο μέλλον...πουθενά ενδιάμεσα! Τα πρωινά, ο καυτός ήλιος χάραζε τα πρόσωπα μας κι οι νύχτες ανάμεσα στο χώρο και στο χάσιμο με "ατελείωτες" βόλτες στις ακτογραμμές, μέσα στη θάλασσα ή μέσα στο νου μας. Φυσικά δεν ήταν κι όλα ρόδινα, υπήρχε ο κίνδυνος της καχυποψίας των ντόπιων, η ενόχληση από τις αρχές οι οποίες πάντοτε έχουν τον ρόλο να κρατούν τα πράγματα σε ένα μόνιμο χρώμα κι αυτό να είναι το γκρίζο! Κοιτάζοντας πλέον πίσω κι όταν είμαι σε κάποια ακτή του Αιγαίου σκέπτομαι σαν σε ένα όνειρο την παρέα του καλοκαιριού του `96. Με πολλούς έχω πλέον χαθεί ακολουθώντας άλλα μονοπάτια, ενώ άλλοι βρίσκονται απομονωμένοι "...μέσα στην ίδια τους την φλόγα", ορφανά ενός κόσμου που τους στοίχισε το ότι δεν ήρθε καθ’ ολοκληρίαν και διαρκώς. Αυτών των τελευταίων, η απουσία δίπλα μου σε κάποια καλοκαιρινή παραλία του αιγαίου, μοιάζει να είναι η πιο επώδυνη...μέσα στο πάντα ζωντανό παραμύθι του καραβανιού στο Αιγαίο!
Βαγγέλης Δαβιτίδης
Μια μικροσκοπική κουκίδα στο χάρτη -κι αυτή όχι σ' όλους τους χάρτες- νότια της Κρήτης. Γαύδος.Το πιο νότιο σημείο της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης. Μια ξερή όαση στην αλμύρα του Λυβικού πελάγους. Εδώ οι όροι αντιστρέφονται. Η όαση είναι από άμμο και η έρημος από νερό. Άλλωστε η Αφρική είναι μερικά ναυτικά μίλια πιο κοντά απ' ότι ο Πειραιάς. Και καμία συνθήκη συνόρων δεν αναφέρθηκε ποτέ συγκεκριμένα στη Γαύδο.
Στήνουμε σκηνές στην παραλία του Αϊ Γιάννη. Είναι δεκαπενταύγουστος και η συνήθως έρημη και γεμάτη πελώριους αμμόλοφους παραλία υποδεχόταν τους υπό διωγμό θιασώτες του ελεύθερου κάμπινγκ απ' όλα τα νησιά του Αιγαίου. Βλέπετε οι ελεύθεροι χώροι απειλούνται από το τσιμέντο όχι μόνο στα αστικά κέντρα αλλά και στα νησιά. Ευτυχώς η Γαύδος κρατάει ακόμα.
Πενήντα δύο μόνιμοι κάτοικοι στο νησί, σαρανταπέντε Έλληνες και επτά Ρώσοι. Ρώσοι; Ναι, επτά Ρώσοι επιστήμονες μόνιμα εγκατεστημένοι στη Γαύδο. Το κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη μόλις ξεκινούσε. Γιατί ο μύθος των πρώην σοβιετικών επιστημόνων και των πειραμάτων τους στη Γαύδο ήταν αυτός που με έχει φέρει ως εδώ κάτω…
Τη συνέχεια της ιστορίας μπορείτε να τη διαβάσετε στο Υποβρύχιο τ.13, www.ypovrixio.gr






