Πρωτοετείς
Των συντακτών του τεύχους
Share |
Θοδωρής Αντωνόπουλος
Φοιτητής στην άλλη άκρη της πόλης. Ουσιαστικά, σε άλλη πόλη. Νεόδμητη, “του κουτιού” ακόμα τότε – την Πανεπιστημιούπολη στου Ζωγράφου, μια συμφωνία σε μπετόν μείζονα πνιγμένη στο πεύκο με όλο το λεκανοπέδιο “στο πιάτο” κι ένα ορίζοντα πάντοτε ανοικτό. Οι πρώτες παραδόσεις σε αμφιθέατρο, οι πρώτες κοπάνες - που στην πορεία πύκνωσαν -, τα “μισά” εισιτήρια παντού, τα κουπόνια σίτισης – που συχνά κάποιοι πουλάγαμε (σε συμβεβλημένα εστιατόρια) ή χαρίζαμε σε κόσμο που χρειαζόταν περισσότερο από μας. Τα τραπεζάκια των φοιτητικών παρατάξεων, οι αφίσες και τα συνθήματα στους τοίχους, οι πρώτες οργισμένες διαδηλώσεις, οι πρώτες πολιτικές “ζυμώσεις”. Οι καθηγητές-σταρ, οι σπουδαστές-αρχηγόπουλα, οι καρεκλοκένταυροι της γραμματείας (δίχως τους οποίους όμως δεν λειτουργούσε τίποτα), οι “αιώνιοι” φοιτητές, τα “τρυφερά πόδια”. Ο άνεμος μια πρωτόγνωρης ελευθερίας – φοιτητής τότε σήμαινε ακόμα επιδοτούμενος ρέμπελος, η μεθυστική αίσθηση ότι ανήκεις σε μια προνομιούχα, αυστηρά προστατευόμενη από σειρά εγχώριων και διεθνών συμβάσεων κοινωνική ομάδα. Η πρώτη στέγη μακριά από το πατρικό, οι πρώτοι ενήλικοι έρωτες, οι πρώτες εξορμήσεις στο εξωτερικό με τη “μαγική” ιδιότητα του φοιτητή, τα πρώτα υπαρξιακά “φλασάκια” - έκανα καλά εδώ που ήρθα; είμαι σίγουρος για αυτό που είναι να κάνω βγαίνοντας από εδώ; Δυo φορές τα τίναξα όλα στον αέρα. Και τα έφερε έτσι η ζωή που άλλο σπούδασα κι άλλο έκανα τελικά. Το “χαρτί” πάντως το πήρα – για να μην “βγάλουν τον καρκίνο” οι δικοί μου, ως απειλούσαν –, το κορνίζωσα και το παράχωσα έκτοτε σε κάποιο ντουλάπι. Δεν μου το ζήτησε ποτέ κανείς εργοδότης και τις προάλλες που άνοιξα να πάρω κάτι μου ήρθε κατακέφαλα. Το σαβάνωσα και το στρίμωξα ακόμα πιο βαθιά.

Κωνσταντίνος Θαλασσοχώρης/
mousikesapostoles@gmail.com

Αυτό που σου κάνει εντύπωση όταν πρωτοπατάς το πόδι σου Θεσσαλονίκη, είναι οι Θεσσαλονικιές. Δώδεκα το μεσημέρι, κατεβαίνεις για καφεδάκι παραλία κι είναι όλες στην πένα. Βάψιμο – ντύσιμο – διάθεση, όλα super. Εκεί πρωτοείδα στις καφετέριες, stand και καφεδάκι στα όρθια. Κι είναι σωστό. Σας το λέω! Γιατί, θέλει κανείς να χάσει τη θέα του Λευκού Πύργου και της παραλίας για να μπει μέσα; Όλοι έξω και μπροστά. 

Πρώτη εξεταστική, διάβασμα γιοκ. Κάθε βράδυ έξω. Να ‘ναι καλά τα ρεμπετάδικα, τα Λαδάδικα, Καμάρα και παραλιακή. Το σπιτάκι μου σπάνια μ’ έβλεπε. Πάντως έκανα κάτι party εκεί, που ακόμα θα τα θυμούνται τα παιδιά. Και φαντάσου 1π.μ. η αστυνομία το κουδούνι. No problem… Τα κουβαδάκια μας και σ’ άλλη παραλία. Και κυριολεκτώ! Το party συνεχιζόταν κάτω απ’ το Λευκό τον Πύργο, κανονικότατα, «νομιμότατα» και πιο δυναμικά. Κατεβαίναμε 20 άτομα και γινόμασταν καμιά 50αριά. Κιθάρες μπύρες και τα ρέστα. Φράσεις που στην αρχή μου έκαναν εντύπωση… Κούτρα = βγήκα κι ήπια τσάμπα. Τον άφησα τόγκα = Μπήκα διασκέδασα και δεν πλήρωσα. Πλάκα με κάνεις φιλλλλαράκι; = (το γνωστό) Με εμπαίζεις; Οδηγέ… θα με ανοίξεις από πίσω; = (στο αστικό) Άνοιξε την πίσω πόρτα να κατέβω. 
•Η Θεσσαλονίκη καλοκαίρι, άδεια. Μετακομίζει στη Χαλκιδική. Ουρές στην εθνική για να πας. Στη στροφή της Καρδίας, έκανες picnic.
Γήπεδο Τούμπας σε ματς με Ολυμπιακό, κουνιόταν το έδαφος μέχρι Τριανδρία. 
•Διασκέδαση στα μαγαζιά… όλοι στα τραπέζια, άσχετα από το είδος της μουσικής. Κάποια στιγμή έτσι κι αλλιώς, ήμασταν όλοι στον αέρα.
Συμβουλές για τρυφερά πόδια. 
•Σπίτι στο κέντρο. 
•Άλλο τυρόπιτα, άλλο μπουγάτσα με τυρί. 
•Κάστρα τέλεια θέα. 
•Ναυαρίνου ο πιο ωραίος δρόμος.

Μίνα Ξενογιάννη 
Πρώτη μέρα για μεταπτυχιακό στο Manchester, όλα προγραμματισμένα με μαθηματική ακρίβεια, το αεροπλάνο από Αθήνα θα προσγειωνόταν στις 9,15. Κατευθύνομαι προς την αίθουσα υποδοχής , μια ομάδα εθελοντών φοιτητών με παραλαμβάνει στις 9,45 για να με μεταφέρει με ασφάλεια στην φοιτητική εστία κάποια επαρχιακής πόλης. Ακούω προσεκτικά τις συμβουλές και τις οδηγίες για ξένους φοιτητές «μη βγαίνεις έξω μονή σου μετά τις 5, κυκλοφορούν πολλές συμμορίες ανηλίκων που επιτίθενται στους ξένους, κλέβουν, χτυπούν, βιάζουν», «να έχεις καθημερινά μαζί σου ομπρέλα» 

Καλά όλα αυτά , αρχίζω να μην ακούω τη συνεχεία , πρέπει να βάλω σε μια σειρά τις δουλειές μου, έχω να ψωνίσω τον οικιακό μου εξοπλισμό, κάτι να φάω, να γνωρίσω ανθρώπους, να βγω να χορέψω. Ωχ, μη ξεχάσω ήρθα για να σπουδάσω . 
 
Νατάσα Κεφαλληνού 
Στα 19 μου μπήκα στο πανεπιστήμιο. Ιστορικό – Αρχαιολογικό, στα Γιάννενα. Όταν για πρώτη φορά μπήκα στα ΚΤΕΛ για να ανεβούμε πάνω με τη μάνα μου, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συμβαίνει. Τα συναισθήματα ανάμεικτα. Βλέπεις άφηνα πίσω μου με βαριά καρδία όχι μόνο τη φθινοπωρινή Αθήνα αλλά και τον έρωτα της ζωής μου (μικρή ήμουν, ακόμα δεν ήξερα ότι οι έρωτες της ζωής μας είναι πληθυντικού αριθμού). Το λεωφορείο ξεκινούσε κι εγώ υποσχόμουν στον εαυτό μου (με μελοδραματικούς τόνους παρακαλώ) ότι η απόσταση δεν χωρίζει τους ανθρώπους (υπόσχεση που την κράτησα απαρέγκλιτα και αδιάλειπτα τρία τουλάχιστον χρόνια, μετατρέποντας το Ιωάννινα-Αθήνα σε κάτι ανάλογο του Πέραμα-Κέντρο). Έξι ώρες μετά βρέθηκα στα Γιάννενα (που τότε ουδόλως ήξερα πόσο όμορφα ήταν, μιας και δεν είχα πάει ποτέ). Μετά από κάνα δύο μέρες κουνούσα το μαντήλι στη μητέρα μου. Για πρώτη φορά μακριά από κάθε τι οικείο. Καινούργια πόλη, σπίτι, ζωή – ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος και δεν κατάφερε να τον μειώσει ούτε ένας μήνας συνεχόμενης βροχή. Τι θυμάμαι από τον πρώτο χρόνο; Overdose κοινωνικοποίησης, πολλές μπύρες, «καμένα» πάρτι κι έξοδοι, άσχετες συζητήσεις, ετερόκλητες παρέες, βαρετά μαθήματα (που στο πρώτο εξάμηνο έκαναν το λάθος να παρακολουθώ), να παρακαλάω να μην βρέξει και που και που να κλείνω το μάτι στην… Αριστερά. Τόσο καλά περάσαμε που δεν μου αρκούσαν τα τέσσερα χρόνια… 

Ντίνα Δασκαλοπούλου
Αγκάλιασα τον σκύλο μου, πίναμε όλη νύχτα με τους φίλους μου και η μεγαλύτερή μου αγωνία ήταν πως να ντυθώ. Γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι αφού έπρεπε να πάρω πρώτη φορά μόνη μου το αεροπλάνο και μετά να προλάβω την ανταπόκριση του τραίνου και μετά να βρω το σωστό λεωφορείο.Κάπου 10 ώρες ταξίδι Αθήνα - Μονπελιέ, δευτεροετής φοιτήτρια του Παντείου, με Εράσμους στη Νομική Σχολή. Όπως καταλαβαίνετε, τα ρούχα ήταν το πρόσχημα για να κρύψω από τον εαυτό μου την τεράστια αγωνία που μου προκαλούσαν όλα αυτά τα πρωτόγνωρα. 

Μαθήματα πολλά δεν παρακολούθησα τελικά στην άλλη πόλη - φρόντισε η μανούλα μου να λαδώσει κυριολεκτικά τον πρύτανη με δυο τενεκέδες λάδι κι ένα χρυσοποίκιλτο αρχαιοπρεπές του Λαλαούνη για να πάρω τις απαραίτητες διδακτικές μονάδες. Έκανα όμως ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. 
@ διέσχισα άφραγκη τα Πυρηναία και ζητιάνεψα πεσέτες στη Βαρκελώνη
@ έφτασα μεσάνυχτα στο χιονισμένο Παρίσι
@ έφαγα μπλακφόρεστκιρστάρτε στον Μέλανα Δρυμό κι έσπασα τα νεύρα της γερμανίδας φράου που απαγόρευε το κάπνισμα μέσα στο σαλέ.
@ πήγα σε μαρξιστικό συνέδριο φοιτητών στο Τίμπινκγεν όπου βρέθηκα να εξηγώ γιατί ενώ βγάζουμε το στόλο για ένα βράχο καταμεσίς του Αιγαίου, ο πρωθυπουργός μας ευχαριστεί τους αμερικάνους.
@ δοκίμασα όλα τα γαλλικά τυριά (κι είναι πάρα πολλά) κι έμαθα να πίνω σωστά κρασί.
@ έμαθα να ανταλλάζω συνταγές και μυστικά με τους ασιάτες κι αφρικανούς συγκατοίκους μου.
@ εξομολογήθηκα κλαίγοντας από τηλεφώνου στους γονείς μου ότι ο πρώτος μου γκόμενος δεν λεγόταν Δημητράκης και δεν ήταν συνομίλικός μου, αλλά ένα φρικιό 11 χρόνια μεγαλύτερο.
@ και, κυρίως, αφού τότε δεν υπήρχαν κινητά κι αφού η μανούλα μου κινητοποίησε τον δήμαρχο του Μονπελιέ να ψάξει να με βρει αυτοπροσώπως (και μ’ έκανε ρόμπα σε ολόκληρη την εστία εννοείται...), έμαθα στους γονείς μου να μην τρελαίνονται, να μην με πνίγουν, να με εμπιστεύονται και πως, σε κάθε περίπτωση, είμαι αρκετά παλαβή για να το διασκεδάσω κι αρκετά νοήμων για να επιβιώσω. 

Από τότε μου έμεινε μια πετριά για τα μεγάλα ταξίδια (και τώρα ξέρω ακριβώς πως να ντυθώ) και κάτι ολίγες γνώσεις νομικών με τις οποίες κάνω εντύπωση όπως κάθε ημιμαθής δημοσιογράφος αυτής της χώρας...
 
Κωσταντίνος Παλυβός
Ξυπνητήρι..... 8 η ώρα. Πάλι θα χάσω το πρώτο μάθημα. Τέλη του πρώτου έτους κι ακόμα δεν έχω συνηθίσει το βάρβαρο πρωινό ξύπνημα της Δευτέρας που απαιτείται για να φτάσω από το σπίτι στο Πα.Πει. (Πανεπιστήμιο Πειραιά) μέχρι τις 8. Το σπίτι μου βρίσκεται σε ένα κεντρικό δρόμο του Γέρακα. Ένα ευρύχωρο studio. Το πώς βρήκα ένα τέτοιο χώρο να μένω είναι μεγάλη ιστορία και θα έλεγα ότι πέρα φυσικά από τους γονείς μου, οφείλεται στην είσοδο μου στο Πα.Πει. και στη μεγάλη μου τύχη. Άλλη φάση να μένεις μόνος. Είναι μία καινούργια εμπειρία που εύκολα συνηθίζεται αλλά δύσκολα ξεπερνιέται. Έχω τον δικό μου χώρο τον οποίο ορίζω εγώ, οι κινήσεις μου σε αυτόν δεν υπόκεινται στα πρέπει των γονιών μου, αλλά στα δικά μου θέλω. Είμαι ελεύθερος από έγνοιες, αρκεί να κρατάω τους γονείς μου ευχαριστημένους.... κάτι που δυσκολεύομαι να κουμαντάρω μέσα στην ελευθερία μου. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πίνω 2 γουλιές καφέ. Το σώμα μου κινείται αλλά το πνεύμα μου είναι ακόμα σε βαθύ λήθαργο. Ετοιμάζομαι.... Backpack, ακουστικά κι έφυγα. Κάπου εδώ ξεκινάει το μαρτύριό μου. Το λεωφορείο πέρασε λίγο πριν βγω απ’ το σπίτι πράγμα που σημαίνει ότι θα χρειαστεί να περπατήσω ένα 15λεπτο μέχρι την Δουκίσης Πλακεντίας. Μπαίνω αργοπορημένος ξανά για την δεύτερη παράδοση. Κρατάω κάποιες σημειώσεις. Σταματώ για λίγο όταν το μάτι μου πέφτει σε μία από τις άπειρες ΜΠΛΕ αφίσες που συνθέτουν το χρώμα της σχολής μου ( Μου έρχεται αναγούλα, αλλά γρήγορα ξεχνιέμαι αφού κάποιος φίλος πετά μια ωραία ατάκα και μας πιάνουν τα γέλια μέσα στο μάθημα). Τέλος μαθήματος. Ετοιμάζομαι να γυρίσω. " Η αυτοκτονία ίσως είναι μία λύση τώρα" λέω σε έναν φίλο μου. Βάζω τα ακουστικά μου και ξεκινάω...
 
Γιώργος Παπαθωμάς
1ο Έτος.1η πόλη.
Η είσοδος στην πόλη των Ιωαννίνων δεν ήταν ορθόδοξη. Όπως άλλωστε και  το Φυσικό της, όπως σίγουρα και αυτό το περιοδικό που πρωτοβγήκε  στην παραπάνω πόλη και από την παραπάνω σχολή. Ενώ η είσοδος της πόλης, για αυτούς που έρχονται από Αθήνα είναι (περίπου) νότια των Ιωαννίνων, εμένα η μοίρα με έστειλε να εισέλθω από τα βόρεια, καθώς για Θεσσαλονίκη πήγαινα, αλλά εκείνο το πρωί έμαθα ότι έπρεπε να λοξοδρομήσω δυτικότερα. Αυτός ο ανορθόδοξος δρόμος συνεχίστηκε, καθώς ούτε σπίτι βρήκα τον πρώτο καιρό και έμενα φιλοξενούμενος, ούτε συνέχισα με τις αρχικές φυσιολογικές παρέες και φυσιολογικά ούτε βρήκα εύκολα το δρόμο για τη σχολή. Κάπως έτσι είναι και η αρχή της κάθε φοιτητικής ζωής. Για αλλού πας, αλλού βρίσκεσαι και αλλού φτάνεις. Αν το καλοσκεφτείς βέβαια, δεν ήξερες εξαρχής που ήθελες να πας. Είναι σα να βγαίνεις μπαρότσαρκα. Καλή διάθεση να έχεις, ασορτί με περιέργεια και σίγουρα θα περάσεις καλά…
 
Άγγελος Παπαπετρίδης/ apapapetridis@ypovrixio.gr
Έφτασα ένα πρωινό με πεντακάθαρο ουρανό και δροσερό αεράκι. Τακτοποίησα τα πράγματα και καβάλησα τη μηχανή για την πρώτη βόλτα. Να ‘μαι λοιπόν στην πόλη των φοιτητικών μου χρόνων σκέφτηκα. Δεν ήταν κι ότι καλύτερο για έναν άνθρωπο που ήθελε να εκπληρωθεί η φοιτητική του εμπειρία στην γενέτειρα του Αθήνα να συνειδητοποιεί ότι τελικά αυτό θα συμβεί 453 χλμ μακριά. Χωρίς να το πολυκαταλάβω είχα βγει στον κεντρικό δρόμο τον οποίο πήρα ευθεία κάτω. Μια λεωφόρος, μια πόλη, μια ευθεία γραμμή που ένωσε τις ζωές πολλών ανθρώπων που ακόμη εκείνη τη στιγμή δεν είχαν γνωριστεί κι ούτε φυσικά το φαντάζονταν. Ίσως το θέμα για κάθε ξενιτεμένο φοιτητή να είναι η ισορροπία ανάμεσα στον παλιό κόσμο και στον καινούριο που δημιουργείται, φιλοσόφησα την ώρα που τα πρώτα πλατάνια συνάντησαν το βλέμμα μου. Η ανάμνηση του παλιού κι η αγωνία για το καινούριο σχεδόν σε παραλύουν κι αν παραλύσει κανείς λίγο παραπάνω από όσο πρέπει ίσως καταλήξει να χάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, αναλογίστηκα, ολοκληρώνοντας θέλοντας και μη το συλλογισμό μου, καθώς η ξαφνική εικόνα του νερού με έκανε ν’ αναρριγήσω. Είχα ακούσει πολλές φήμες. Το πλάνο ανοίγει και ζωντανεύει. Βλέπω καθαρά τη λίμνη σε όλο της το μεγαλείο. Ανεβαίνω το πεζοδρόμιο κι ακουμπώ στα κάγκελα. Απέναντι δεσπόζει το βουνό λουσμένο στο φως του ήλιου και σε κάποια σημεία το νερό μοιάζει να αστράφτει. Χάρμα οφθαλμών χωρίς αμφιβολία. Με τέτοιους συμμάχους η μάχη θα είναι πολύ πιο εύκολη… 

Πήρα τον παραλίμνιο που περνά κάτω από το κάστρο των Ιωαννίνων. Ένιωσα τα πλατάνια να με αγκαλιάζουν και τις ακτίνες του ήλιου που τρυπούσαν τα φυλλώματα των δέντρων να με ταξιδεύουν σε μια άλλη εποχή. Περίμενα, ανυπομονούσα να ζήσω όλα αυτά που τώρα αποτελούν παρελθόν μου. Τότε ήταν σκόρπιες σκέψεις κι ελπίδες τώρα πια αναμνήσεις.



fashion addiction