Sonar
Των Δημήτρη Τζιμαία & Ν. Κεφαλληνού
Share |
Αν ξέρεις ότι πρέπει οι γονείς σου να σε σπουδάζουν καμιά 10ετία... Αν συνειδητοποιείς ότι οι περισσότεροι πτυχιούχοι σ’ αυτήν τη χώρα είναι άνεργοι ή ετεροαπασχολούμενοι… Αν σε εξοργίζει το ότι ο μισθός σου θα είναι κατώτερος των αντίστοιχων συναδέλφων σου στην Ευρώπη... Τότε μάλλον θα προστεθείς σε έναν από τους 550.000 Έλληνες που την τελευταία δεκαετία εγκατέλειψαν τη χώρα για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό ή έχουν παραμείνει εκεί μετά τις σπουδές τους.
   
Το επιστημονικό προλεταριάτο

Το επιστημονικό προλεταριάτο –όρος οξύμωρος, καθώς οι επιστήμονες και οι προλετάριοι ήταν δύο σαφώς διαχωρισμένες έννοιες σε όλη τη διάρκεια του καπιταλισμού– είναι δημιούργημα της τελευταίας εικοσαετίας: σπούδασε στο πανεπιστήμιο, έχει υψηλού επιπέδου επιστημονικές γνώσεις, αλλά «απολαμβάνει»αναντιστοιχίες των προσόντων του, των δυνατοτήτων της εποχής και των αναγκών της κοινωνικής πλειονότητας. Ελαστική εργασία, ανεργία, ατελείωτες ώρες δουλειάς, μισθοί πείνας, μαύρη εργασία.

Όσοι φοιτητές βγήκαν απ’ τη σχολή με όνειρα να δουλεύουν κάνοντας πειράματα σε εργαστήρια ή να γυρίζουν την Ελλάδα με ένα ερωτηματολόγιο ή να περνούν τον εργάσιμο χρόνο τους σε σκονισμένα αρχεία, είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται οικτρά. Σαν βγεις στον πηγεμό για την έρευνα, να ξέρεις: είναι μακρύς ο δρόμος… Τα δημόσια ερευνητικά κέντρα είναι λίγα, οι ελληνικές επιχειρήσεις, κατά κύριο λόγο μικρομεσαίες, δεν έχουν δικές τους ερευνητικές μονάδες, οπότε οι θέσεις για τους επιδόξους ερευνητές είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Αν θέλει κανείς στην Ελλάδα να ακολουθήσει το επάγγελμα του ερευνητή, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να… συνεχίσει τις σπουδές. Στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού ή του διδακτορικού θα μπορεί να παράγει έρευνα – απλήρωτος, φυσικά, τις περισσότερες φορές, αφού θεωρείται σπουδαστής και όχι εργαζόμενος. Στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι υπότροφος, λαμβάνοντας το ποσό των 400 ευρώ το μήνα. Αν είναι δε τυχερός, στη διάρκεια των μεταπτυχιακών σπουδών μπορεί να δουλέψει σε κάνα ευρωπαϊκό πρότζεκτ και να πάρει ένα μικρό μερίδιο απ’ το κονδύλι. Δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που, παρά την κοπιαστική μελέτη και δουλειά, το ερευνητικό πρότζεκτ, ως διά μαγείας, δεν έχει το όνομά του, αλλά του επιβλέποντος καθηγητή του… Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, υπάρχουν και τα άτυπα δίκτυα που παίζουν ρόλο στο αν θα δουλέψεις μετά τις σπουδές ως ερευνητής ή όχι. Με άλλα λόγια, πολλοί επιστήμονες δεν επιλέγονται σε ερευνητικά κέντρα ή προγράμματα μόνο και μόνο επειδή δεν είναι στο σωστό κόμμα ή δεν έχουν επιβλέποντα τον σωστό καθηγητή. Προφανώς, γι’ αυτούς τους λόγους κάθε χρόνο 1.000 νέοι γιατροί αναχωρούν για τα νοσοκομεία του εξωτερικού, ενώ το Ντουμπάι δέχεται το 5% των ελλήνων αποφοίτων μηχανικών.
συνθήκες εργασίας (ή ανεργίας)
 
Βrain drain 
Η «αιμορραγία εγκεφάλων», δηλαδή η μετανάστευση ερευνητών/επιστημόνων, είναι ένα φαινόμενο που δεν το αντιμετωπίζει μόνο η Ελλάδα. Ολόκληρη η Ευρώπη πλήττεται από αυτό έξι και πλέον δεκαετίες. Η πρώτη μεγάλη φυγή ευρωπαίων ερευνητών προς τις ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια και –κυρίως– μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι ροές ερευνητών συνεχίστηκαν μεταπολεμικά, για να εκτιναχθούν κατά τη δεκαετία του ’80, όταν άρχιζαν οι ανακαλύψεις των νέων τεχνολογιών. Το 2000 το ερευνητικό προσωπικό στις ΗΠΑ που προερχόταν από άλλες χώρες έφτανε το 10%. Εν έτει 2000, στη Γαλλία περίπου 3.000 απόφοιτοι γαλλικών σχολών που εντάσσονταν στην έρευνα εγκατέλειψαν τη χώρα, αναζητώντας την τύχη τους στις ΗΠΑ. Ήταν η πρώτη φορά μετά το 1945 που εκδηλωνόταν αυτό το φαινόμενο φυγής «εγκεφάλων» σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Και η αποστράγγιση της Ευρώπης από τα πιο κοφτερά μυαλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρά τα μέτρα που έχει λάβει η Ε.Ε.: στη Γερμανία η διαρροή επιστημόνων αφ’ ενός προς την Ελβετία και αφ’ ετέρου προς τις ΗΠΑ είναι αντίστοιχη της δεκαετίας του ’40.
Στον ξένο Τύπο το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους: το αμερικανικό ερευνητικό περιβάλλον είναι θελκτικότερο, διότι στην έρευνα –αφού επενδύονται χρήματα– οι μισθοί των ερευνητών είναι πενταπλάσιοι από τους ευρωπαϊκούς (δεν αναφέρουμε καν πόσο πολλαπλάσιοι είναι συγκριτικά με τους ελληνικούς), ο νέος ερευνητής μπορεί να «αυτονομηθεί» εξαρχής, έχοντας το δικό του εργαστήριο για να «τρέξει» ένα πρόγραμμα (ενώ στην Ευρώπη για να συμβεί αυτό χρειάζονται πολλά χρόνια δουλειάς στο εργαστήριο του καθηγητή σου), υπάρχει λιγότερη γραφειοκρατία, το θεσμικό πλαίσιο ενθαρρύνει την ανάπτυξη σχέσεων πανεπιστημίων και επιχειρήσεων...

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι η μεταναστευτική ροή επιστημόνων προς τις ΗΠΑ βρίσκεται σε κάμψη τα τελευταία χρόνια, καθώς οι περισσότεροι σπουδαστές –ιδίως οι ασιατικής καταγωγής– επιλέγουν να επιστρέφουν στη χώρα τους. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Ευρωπαίους. Επί πλέον, διαμορφώνεται η τάση στην Αμερική να χρηματοδοτούνται έρευνες σε χώρες με χαμηλό κόστος επιστημονικής εργασίας, γεγονός που οδηγεί σε μεγαλύτερα κέρδη, αλλά αποσαθρώνει τα επιστημονικά δίκτυα.
 
Η ευρωπαϊκή στρατηγική
Στη Σύνοδο της Ε.Ε. στη Λισσαβόνα το 2000 μπήκε ένας μακρόπνοος στόχος: να καταστεί η Ένωση ώς το 2010 η ανταγωνιστικότερη οικονομία παγκοσμίως. Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου θεωρήθηκε το ξεπέρασμα της μειονεκτικής θέσης που έχει η Ε.Ε. σε σχέση με τις ΗΠΑ, αναφορικά με την παραγωγή γνώσης, έρευνας, καινοτομίας και την αξιοποίηση/εφαρμογή της από τις επιχειρήσεις.

Σ’ αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκε και υλοποιείται εδώ και μια δεκαετία μια ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική, σύμφωνα με τις Συνθήκες της Μπολόνιας και της Πράγας, που προσπαθεί να υπηρετήσει αυτόν το στόχο: τη λειτουργία της εκπαίδευσης βάσει ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων, την υπαγωγή της έρευνας και της γνώσης στις ανάγκες των επιχειρήσεων. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δεσμεύονται από αυτές τις αποφάσεις και καλούνται να τις προωθήσουν. Στην Ελλάδα η αναγνώριση των κολεγίων και η αξιολόγηση των ΑΕΙ – ΤΕΙ αποτελούν μερικές απ’ τις πτυχές αυτής της πολιτικής.
 
And the looser is... 
Η Ελλάδα είναι τελευταία σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για την έρευνα στην Ε.Ε. των 15, ενώ κατέχει μόλις την 23η θέση στην Ε.Ε. των 27. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι κρατικές δαπάνες της χώρας σ’ αυτόν τον τομέα δεν ξεπερνούν το 0,6% του ΑΕΠ, όταν ο κοινοτικός μέσος όρος είναι 1,84%. Η χρόνια υποχρηματοδότηση έχει τραγικές συνέπειες για τα ερευνητικά κέντρα: κακές κτηριακές εγκαταστάσεις, ελλείψεις ερευνητικού προσωπικού (η Ελλάδα έχει τέσσερεις φορές λιγότερους ερευνητές από τον αντίστοιχο μέσον όρο στην Ε.Ε.), ανυπαρξία υποδομών για φοιτητές – υποψήφιους διδάκτορες. Για να τα βγάλουν πέρα, τα ερευνητικά κέντρα προσαρμόζουν τα προγράμματά τους στις συνθήκες λιτότητας και αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και στην έρευνα πεδίου, αλλά και στη συμμετοχή σε συνέδρια. Τριτοκοσμικές συνθήκες, δηλαδή…

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το περασμένο καλοκαίρι η κυβέρνηση της Ν.Δ. έριξε μια βόμβα στα θεμέλια του ερευνητικού τομέα της χώρας: το νομοσχέδιο για την έρευνα μπορεί να μιλούσε για «αναδιάταξη του ερευνητικού ιστού της χώρας», στην ουσία όμως επεδίωκε να αλλάξει τα… φώτα στην έρευνα. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε, παρά τις αντιδράσεις από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και την αντιπολίτευση. Λίγους μήνες μετά, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό την πίεση του αγώνα των ερευνητών, το πήρε πίσω, ενώ η υπουργός Άννα Διαμαντοπούλου δεσμεύτηκε ότι σταματά η συγχώνευση των ερευνητικών κέντρων, όπως σχεδιάστηκε από τη Ν.Δ.

Οι προγραμματικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ έκαναν λόγο για: (α) σταδιακή αύξηση της συνολικής χρηματοδότησης της έρευνας, ώστε να φτάσει το 2% του ΑΕΠ στην τετραετία (εξαγγελία στην οποία δεσμεύονται κατ’ επανάληψη όλες οι κυβερνήσεις από το 2000 και έπειτα, αλλά ποτέ δεν την υλοποίησαν), (β) εξορθολογισμό και λειτουργική ενοποίηση των δημόσιων ερευνητικών κέντρων και της πανεπιστημιακής έρευνας (οι όροι είναι οι ίδιοι με αυτούς του ν/σ της Ν.Δ.).

Παρά τα χτυπήματα, τα δημόσια ερευνητικά κέντρα έχουν να επιδείξουν ένα πλούσιο και πολύτιμο έργο, αντιστρόφως ανάλογο με τις απολαβές και το καθεστώς εργασίας των ερευνητών, που συχνά είναι απλήρωτοι, όπως και οι συνεργαζόμενοι μεταπτυχιακοί φοιτητές και οι υποψήφιοι διδάκτορες: οι 400 και πλέον δημοσιεύσεις ανά έτος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το βραβείο αριστείας ύψους 1,25 εκατ. ευρώ στο Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας του ίδιου ιδρύματος, τα 500 μεγάλα ερευνητικά έργα του ΕΚΚΕ στα 50 χρόνια της ιστορίας του αποτελούν μερικά μόνο στοιχεία για του λόγου το αληθές.
   
Οι κοινοτικοί πόροι 
Πλέον τα περισσότερα ερευνητικά προγράμματα που διεξάγονται στα ελληνικά πανεπιστήμια ή τα ερευνητικά κέντρα «τρέχουν» με χρηματοδότηση απ’ την Ε.Ε.Η κοινοτική χρηματοδότηση μπορεί να κρατά ζωντανή την ελληνική έρευνα, αλλά το ερώτημα είναι για πόσο, αφού τα κονδύλια μπορεί να κοπούν ανά πάσα στιγμή και τότε είναι άγνωστο τι θα συμβεί. Το κυριότερο δε είναι ότι η αντικατάσταση των κρατικών από τους κοινοτικούς πόρους συνεπάγεται έναν αναπροσανατολισμό της έρευνας, βάσει των αρχών που έχει προδιαγράψει η Ε.Ε. Να αναφέρουμε ότι ένα μεγάλο ευρωπαϊκό κονδύλι που απέσπασε η χώρα για το 2009 θα πρέπει να διατεθεί για την υλοποίηση «δράσεων που στοχεύουν να συνδέσουν την έρευνα με τις επιχειρήσεις, προκειμένου οι δεύτερες να επωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερο ενσωματώνοντας τη γνώση». Δικαιούχοι είναι ΑΕΙ – ΤΕΙ, ερευνητικά κέντρα και ο ιδιωτικός επιχειρηματικός τομέας.
 
Ο δότης μπαμπάς του ήταν στο ΕΚΚΕ
Εφόσον, λοιπόν, το κράτος δεν δίνει χρήματα στην έρευνα, πρέπει να αναζητηθούν άλλες πηγές. Ποιες θα είναι αυτές; Μα, φυσικά, οι επιχειρήσεις – και βέβαια όχι τυχαία, αφού κράτος και Ε.Ε. προσφέρουν πολλά κίνητρα γι’ αυτό το… πάντρεμα. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Στο Γεωπονικό Αθήνας, για την περίοδο 1999-2000, η ιδιωτική χρηματοδότηση της έρευνας έφτανε το 20%. Στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14%. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων την τελευταία πενταετία εκπονήθηκαν 150 ερευνητικά προγράμματα για ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Τι το κακό έχει να χρηματοδοτούν οι επιχειρήσεις την έρευνα; Ας δούμε ένα παράδειγμα: Το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, όπως αποκαλύπτει ο «Ριζοσπάστης», και το Πανεπιστήμιο Κρήτης υπέγραψαν συμβόλαιο για έρευνα με τη Friesland Hellas S.A. (θυγατρική της εταιρείας που παράγει τα προϊόντα ΝΟΥΝΟΥ), με θέμα «Διατροφική αξιολόγηση για το σχεδιασμό προγραμμάτων διατροφικής αγωγής σε νήπια και παιδιά 1-4 χρόνων στην Ελλάδα». Το δημόσιο πανεπιστήμιο, λοιπόν, κλήθηκε να ερευνήσει πώς λειτουργούν τα προϊόντα της εταιρείας στην αγορά. Όρος της χρηματοδότησης ήταν: η εταιρεία να ελέγχει και να καθορίζει τι θα δημοσιοποιηθεί και τι όχι από τα αποτελέσματα της έρευνας. Με άλλα λόγια, η δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση –αντί να παράγει έρευνα που θα χρησιμεύει στο κοινωνικό σύνολο και τους φορολογουμένους– διεκπεραιώνει έρευνες μιας χρήσης για εταιρεία. Η ανεξαρτησία της εκπονούμενης έρευνας και το δικαίωμα στη δημόσια πρόσβαση στο παραγόμενο ερευνητικό προϊόν πλήττονται βάναυσα.

Σε περίπτωση που κυριαρχήσει το μοντέλο της πλήρους υπαγωγής της έρευνας στις απαιτήσεις των εταιρειών, τότε το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι ερευνητές των λεγόμενων ανθρωπιστικών σπουδών είναι να… αλλάξουν δουλειά. Ως γνωστόν, οι κοινωνικές επιστήμες δεν παράγουν άμεσα αξιοποιήσιμη έρευνα από εταιρείες. Οπότε, πώς θα επιβιώσουν; Ας πάρουμε το παράδειγμα του ΕΚΚΕ. Το Κέντρο έχει κάνει αρκετές μελέτες για θέματα όπως η κοινωνική ανισότητα, η μετανάστευση, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός. Με τα αποτελέσματα των ερευνών του πολλές φορές εγκάλεσε τις κυβερνήσεις για τις ανεπαρκείς προνοιακές πολιτικές που ακολουθούν. Ποιος ιδιώτης θα βρεθεί να το χρηματοδοτήσει; Κανείς.
 
Ούλοφ Πάλμε και Αϊνστάιν γωνία!
Δημήτρης Τζιμέας
 
Μια αναπάντεχα ένδοξη και επιτυχής πορεία στον τομέα της έρευνας στην τεχνητή νοημοσύνη εις τας αγγλοσαξωνικάς νήσους διακόπτεται απρόσμενα ένα βροχερό και κρύο πρωί, όταν παίρνω δύο φέτες του τοστ, ντομάτα, τσένταρ, αλάτι και ρίγανη TESKO. Στην πρώτη δαγκωματιά νόμισα ότι αστόχησα κι ότι έριξα μια δαγκωνιά στον αέρα, αλλά έλειπε το μισό τοστ! Έτρωγα το ίδιο πάνω-κάτω πρωινό κάθε μέρα, αλλά εκείνο το πρωινό κατάλαβα ότι είχε έρθει η στιγμή να μαζέψω τα πράγματά μου και να μεταναστεύσω ξανά στον ζεστό και γεμάτο γευστικές υποσχέσεις Νότο. Ήξερα ότι με περίμενε μια δύσκολη κατάσταση από θέμα δουλειάς και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά σκέφτηκα ότι –με τόσα προσόντα, προϋπηρεσία, δημοσιεύσεις, διακρίσεις σε συνέδρια, διδακτορικά και δε συμμαζεύεται– κάτι θα βρισκότανε και για μένα, έστω μια οποιαδήποτε δουλειά…
 
Έναν χρόνο μετά η σκηνή έχει ως εξής:
Γύρω στις 5 τα ξημερώματα, σε ταξί, που και η παραμικρή του γωνία έχει από μια ιλουστρασιόν εικονίτσα αγίου, ενώ μπεγλέρια, σταυροί, ασημένια χεράκια, ποδαράκια και κάθε λογής τάματα κρέμονται από παντού. Το ραδιόφωνο παίζει τσίτα το σταθμό της Εκκλησίας, ένας απέραντος μονόλογος εξήγησης - ανάλυσης των θαυμάτων του αγίου Ούτε-που-θυμάμαι-τώρα, που γιορτάζει στις 18 Οκτωβρίου κάθε πέντε χρόνια.
 
«Πού πάμε;»
«Ούλοφ Πάλμε, έξω από τις Εστίες».
«Φοιτητής είσαι; Γιατί αν είσαι, πρέπει να σ’ το πω: κάθεστε τόσα χρόνια εκεί μέσα και δεν ξέρετε ούτε τα βασικά! Το ξέρεις ότι όσα έχει ανακαλύψει ο Αϊνστάιν δεν είναι δικά του, αλλά του έλληνα καθηγητή του; Η θεωρία της σχετικότητας και όλα αυτά είναι ελληνικά,  ε λ λ η ν ι κ ά !»
 
Κάπου εκεί, με τις ελληνικές μαύρες τρύπες και με τα θαύματα του αγίου Δεν-ξέρω-κι-εγώ-τώρα να μου τρυπάνε το τύμπανο, έχασα τον ειρμό κι άρχισα να σκέφτομαι τη μαύρη τρύπα που μ’ έχει ρουφήξει στην Ελλάδα εδώ και έναν χρόνο που γύρισα από το εξωτερικό. Τι μάστερ, τι διδακτορικά, τι δημοσιεύσεις στο ΜΙΤ, στο ΙΕΕΕ, τι συνέδρια… εδώ κι έναν χρόνο δεν μπορώ να βρω δουλειά ούτε στο φροντιστήριο της γειτονιάς.Θυμάμαι, στην αρχή γύρισα κάπως αισιόδοξος και πήγα και βρήκα μια καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο Αθηνών που είχα γνωρίσει σε ένα συνέδριο. Είχε ενθουσιαστεί με τη δουλειά μου και μου είχε πει να πάω να τη βρω όταν γυρίσω. Ήταν πολύ ενθουσιώδης και ύστερα από 3-4 συναντήσεις είχαμε αποκτήσει και μια φιλική σχέση. Γνώρισα αρκετόν κόσμο, κυρίως από την Πληροφορική, και φάνηκε ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει μια συνεργασία για ένα post-doc σε κάποιους μήνες.
Μετά αρχίσανε τα «άλλα». Μια και ήμασταν πια «φίλοι», μου ζήτησε να γράψω ένα «proposal» για μια διδακτορική φοιτήτριά της που ήταν στην Αυστρία. Της είπα ότι δεν είχα ιδέα από τη συγκεκριμένη έρευνα και μου είπε: «Δεν είναι τίποτα, τα ξέρεις καλά εσύ αυτά!» Έπειτα από λίγον καιρό, ξαναχτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει ότι μετακίνησε τα έπιπλα του σαλονιού και αποσυνδέθηκε το δίκτυο και μήπως θα μπορούσα να πάω να το ξαναρυθμίσω, μια και… «Τα ξέρεις καλά εσύ αυτά!». Το έκανα κι αυτό, αλλά σκέφτηκα πως, αν πριν από τη συνεργασία μας είναι έτσι, φαντάσου τι θα γίνει μετά! Έτσι, καθώς ήμουν σκυμμένος στα τέσσερα κάτω από το γραφείο, μόλις άκουσα την πρόταση, «Ξέρεις, Δημήτρη, σκέφτομαι να διοργανώσω ένα διεθνές συνέδριο στη Σάμο», συνέδεσα το internet κι έφυγα τρέχοντας από τις σκάλες...
 
«...και καλά ο Αϊνστάιν… Ο Χριστόφορος Κολόμβος το ήξερες ότι είναι Έλληνας; Μάλιστα,  Έ λ λ η ν α ς !  Η γιαγιά του ήταν από τη Χίο. Ε, ρε… αν δεν ήταν αυτός, και ο Μπους θα κρεμόταν ακόμη απ’ τα δέντρα και θα ’τρωγε μπανάνες!»
 
Μετά σκέφτηκα τον Γιώργο, που ήμασταν μαζί στο εργαστήριο. Είχε αργήσει να τελειώσει το διδακτορικό του, αλλά είχε δημοσιεύσει στα δύο μεγαλύτερα επιστημονικά περιοδικά του τομέα του. Ο καθηγητής του στο Δουβλίνο έκανε τούμπες. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, προκηρύχθηκε μια θέση στον «Δημόκριτο», που ζήτημα ήταν αν υπήρχε άλλος που να ήξερε αυτό το αντικείμενο τόσο καλά εκείνη τη χρονική στιγμή. Όταν πήγε τα χαρτιά του και όλη τη δουλειά του στον καθηγητή στον «Δημόκριτο», αυτός, αφού έριξε μια ματιά, γύρισε και του είπε: «Εσένα… ποιος σ’ έστειλε;» Ύστερα κι απ’ αυτό, βρήκε ένα-δυο projects στην ΑΣΟΕΕ, γνωστά στην καθομιλουμένη και ως αρπαχτές, και τον τελευταίο χρόνο κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά του γυμνασίου κάπου στην Κυψέλη.
 
«...και μη μου πεις πως δεν ξέρεις ότι κι ο Ναπολέων ήταν Έλληνας! Ούτε αυτό σας το διδάξανε; Τι σας λένε εκεί μέσα τόσα χρόνια, ήθελα να ’ξερα!»
 
Καθώς άρχισα να χρωστάω παντού, άφησα τις ερευνητικές μου φιλοδοξίες, άρχισα να ψάχνω παντού: φροντιστήρια, ΙΕΚ, ιδιωτικά κολέγια κ.α. Τζίφος! Εκεί στα ΙΕΚ άκουσα για πρώτη φορά και μια καινούργια λέξη… «απόδειξη δαπάνης». Ψάχνανε, λέει, για καθηγητή JAVA, γιατί ο προηγούμενος τους είχε φύγει μάλλον τρέχοντας. Ήξερα και άλλον κόσμο που δούλευε εκεί με 7-8 ευρώ την ώρα. Εμένα, λόγω εξέχουσας προϋπηρεσίας –λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, βλέπεις– μου πρότειναν 11 ευρώ την ώρα μεικτά. Όταν ρώτησα για ασφάλιση, ΙΚΑ και λοιπά, μου είπαν, «Μην ανησυχείς καθόλου, θα κόβουμε εμείς απόδειξη , απόδειξη δαπάνης». – «Δηλαδή, όπως κόβετε σαν έξοδο μια σφουγγαρίστρα, ένα χαρτί υγείας, κόβετε και ένα καθηγητή JAVA;» – «...Μπορείς να το πεις κι έτσι». Έφυγα και πάλι τρέχοντας απ’ τα σκαλιά, αλλά η αλήθεια είναι ότι από τότε παντού με έχουν πληρώσει (ΟΤΑΝ με έχουν πληρώσει) ΜΟΝΟ με απόδειξη δαπάνης. Για ΙΚΑ, ούτε γι’ αστείο. Φαντάσου, θέλουν να γίνουν και ιδιωτικό πανεπιστήμιο και δεν έχουν ούτε έναν καθηγητή ασφαλισμένο!

Μετά πέσανε όλοι πάνω μου με το γνωστό τροπάριο: «Τι θέλεις, να σε βάλουνε και διευθυντή με το καλημέρα;» – «Ο ξάδερφός σου ο Γιωργάκης κι αυτός δούλεψε σκληρά 7-8 χρόνια, αλλά τώρα χέζεται στο τάλιρο!» Έτσι, αναζήτησα την τύχη μου στον ιδιωτικό τομέα. Στη συνέντευξη, το μεγάλο αφεντικό ήταν κατενθουσιασμένο με τη δουλειά μου μέχρι τώρα. Είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που μάλιστα ανησύχησα. Έτσι, αφού τα βρήκαμε στα τυπικά, τον ρώτησα τι γίνεται με τα ωράρια. Εκεί κάπως κόμπιασε και μου είπε: «Α, κοίτα, αν δεν τελειώσει η δουλειά, δεν φεύγει κανένας! Να σκεφτείς, προχτές το πρωί, φτάνοντας, πέτυχα στην είσοδο τους χτεσινούς...»
Σκέφτηκα, 20 Αυγούστου, μίζερα ξημερώματα και να κατεβαίνω την Πατησίων έπειτα από 18 ώρες μπροστά στην οθόνη. Στο τέλος της συνέντευξης με ρώτησε ανοιχτά πόσα θέλω για τη συνεργασία μας. Του εξήγησα ότι έχω δουλέψει έξω και έχω άλλα πρότυπα, αλλά αυτός επέμενε σθεναρά. Έτσι του είπα την αλήθεια: «Κοίτα, αυτή η δουλειά που μου ζητάς στην Ιρλανδία πληρώνεται 100.000 ευρώ το χρόνο συν μπόνους, και εγώ πέρσι που δούλευα στη Μαδρίτη έπαιρνα 340 ευρώ ανά ώρα». Εκεί –και κάπως άδοξα ή, μάλλον, παράδοξα– τέλειωσε η συνέντευξη.
 
«...η λέξη CERN σού λέει τίποτα; Το μεγαλύτερο πειραματικό κέντρο στον κόσμο, ένας θεός ξέρει τι κάνουνε εκεί μέσα! Ελληνικό, ναι, καλά ακούς,  ε λ λ η ν ι κ ό !  Ξέρεις πόσοι έλληνες επιστήμονες δουλεύουν εκεί μέσα; Μη σου πω οι μισοί, γιατί θα είμαι υπερβολικός! Στη ΝΑSΑ; κι εκεί Έλληνες, τι να κάνουνε εδώ… σου λέει. Παίρνουνε τα καλύτερα μυαλά οι Αμερικάνοι, ξέρουν αυτοί, και τα κρατάνε για πάντα. Χαζοί είναι να τ’ αφήσουνε; Γι’ αυτό και πάνε μπροστά. Εδώ τι θα κάνανε, σε κανένα σουβλατζίδικο θα δουλεύανε, άντε το πολύ σε κανένα ταξί, όπως εγώ!»
 
Προχτές έμαθα και μια καινούργια λέξη: overqualification. Μου την είπε ένας φίλος μου που δουλεύει σε φροντιστήριο. Αν έχεις πολλά προσόντα και προϋπηρεσία, τον τρομάζεις τον άλλον. Θα σκεφτεί, «Αυτός εδώ θα μου ζητάει, ασφάλειες, ένσημα, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, αργίες, υπερωρίες και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμη!». Αύριο έχω άλλη μία συνέντευξη σε ένα φροντιστήριο και δεν πρέπει να αποτύχω, γιατί από τα χρέη θα μπω στον «Τειρεσία». Λοιπόν, έχουμε και λέμε, κόβω από το βιογραφικό το διδακτορικό, το μάστερ το αφήνω με μια επιφύλαξη, ξένες γλώσσες ούτε γι’ αστείο, αγγλικά και πολύ είναι. Προϋπηρεσία βάζω ένα-δυο φροντιστήρια που δούλευα παλιά, όλες τις πιτσαρίες με τα references τους και το μπαρ στα Πατήσια που δούλεψα λίγο πέρσι. ΜΙΤ, ΙΕΕΕ και λοιπές δημοσιεύσεις… τον πούλο! Όσο πιο πεινασμένος φανώ τόσο το καλύτερο. Όχι, όμως, απελπισμένος – αυτό δεν βοηθάει, θέλουν νέους, δυναμικούς και φιλόδοξους ανθρώπους. Αυτό είναι! Ρίχνω έναν ύπνο 3-4 ώρες, τυπώνω το βιογραφικό, βάζω τα καλά μου κι έφυγα. Κι ό,τι και να μου πούνε αυτήν τη φορά για λεφτά, απόδειξη δαπάνης (δεν πά’ να μου κόψει και για Άζαξ!), ασφάλιση και λοιπές μπούρδες, με τη μία «ναι», τι «ναι»; ΚΑΡΑ-ΝΑΙ!
 
«Ούλοφ Πάλμε!»
«Κάτσε, ρε φίλε, κι ο Ούλοφ Πάλμε Έλληνας; Θα μας τρελάνεις!»
«Όχι, ο Ούλοφ Πάλμε ήταν Σουηδός, αλλά εμείς φτάσαμε στην Ούλοφ Πάλμε, εφτά σαράντα!»


fashion addiction