

ΖΑΚ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Ένας Σαλονικιός που ζει στην Αθήνα και συμπεριφέρεται σαν να ζει ταυτόχρονα στη Νέα Υόρκη, στο Μάντσεστερ και στο Βερολίνο (και στη Θεσσαλονίκη, φυσικά)! Αναρωτιέται αν είναι λίγο «φλώρος» ή αν θα έπαιρνε μαχαίρια σε μια επανάσταση. «Βογκάει ελληνικά» και στο κατάστρωμα του φέρι μποτ κάνει συναυλία - αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με μπόλικες grunge κιθάρες. Ζακ, καλώς ορίσατε στο «Υποβρύχιο»!
Όταν πρωτογνώρισα τον Ζακ Στεφάνου, πριν από αρκετά χρόνια, η αλήθεια είναι πως μου δεν γέμισε το μάτι. Φαινόταν, απλώς, ένα καλό παιδί που έγραφε συμπαθητικά τραγούδια. Στη διαδρομή, τον θαύμασα για το ταλέντο του, τη συνέπεια και τον αυθορμητισμό του και τον πίστεψα πολύ ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο. Λατρεύω τους τύπους που δεν πλασάρουν τον εαυτό τους και που δεν τους φαίνεται, αλλά το ’χουν και σε κερδίζουν σιγά σιγά.
Τώρα ακούω τον καινούργιο του δίσκο ξανά και ξανά και πηγαίνω να τον συναντήσω έχοντας έναν στίχο του στο μυαλό μου: «Έχει οξυγόνο στην επιφάνεια». Το στούντιο είναι κάπου στην Κατεχάκη και προσπαθώ με διάφορες «ταρζανιές» να προσεγγίσω, αφού η Μεσογείων με την πρώτη βροχή πήζει αφόρητα. Νιώθω σαν ψάρι στη γυάλα, μόνο που το νερό είναι έξω απ’ αυτήν – φαντάζομαι και οι υπόλοιποι στα γύρω αμάξια κάπως έτσι νιώθουν. Βουβά ψάρια σ’ έναν απόλυτα γκρίζο αστικό βυθό.
Στο φανάρι -λίγα μέτρα από το σταθμό του μετρό, όπου πριν από κάμποσες μέρες χρυσαυγίτες έριξαν σπρέι στα μάτια της Σοφίας Παπάζογλου επειδή πέταξε σ’ έναν κάδο το φυλλάδιό τους– τρεις αστυνομικοί κάνουν τον «καθιερωμένο» έλεγχο σ’ έναν μετανάστη απ’ αυτούς που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων. Τραγουδώντας δυνατά «Έχει οξυγόνο στην επιφάνεια», βγάζω φλας αριστερά. Σε λίγα λεπτά ο Ζακ μού ανοίγει την πόρτα.
-Το ξεκίνημά σου έγινε με τον ιδανικότερο τρόπο και πολύ σύντομα γνώρισες την αποδοχή και την επιτυχία. Πώς είναι, αλήθεια, για έναν 20χρονο αυτό; Το διαχειρίστηκες σωστά;
«Όχι, παρόλο που θεωρούσα τότε ότι μπορώ να το διαχειριστώ πλήρως. Κάποια στιγμή την ψιλοψώνισα - θεώρησα πως είμαι πιο σπουδαίος απ’ ό,τι ήμουν. Ευτυχώς, όλο αυτό αφορά μια πολύ μικρή περίοδο, γιατί είχα ανθρώπους που με γείωναν και ανθρώπους που με προετοίμασαν για το τι πρόκειται να συμβεί – είναι πρώτη φορά σε συνέντευξη που αναφέρω πρώτος εγώ τη Δήμητρα Γαλάνη, συνήθως την αναφέρουν πριν προλάβω εγώ. Ήταν εκείνη που με στήριξε όχι μόνο μουσικά, αλλά και σε επίπεδο προσωπικό στο πώς θα το αντιμετωπίσω όλο αυτό. Ομολογώ ότι όλο το σύμπαν συνωμότησε υπέρ μου όταν έβγαλα τον πρώτο μου δίσκο. Κάτι τέτοιο δημιουργεί την εξής ανισορροπία στο μυαλό του 20χρονου: πιστεύει πως έτσι είναι η πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν είναι προτιμότερο να τα βρίσκεις σκούρα στην αρχή ή αν το ταρακούνημα πρέπει να έρθει κάποια στιγμή αργότερα. Όπως και να ’χει, πλέον έχουν ζυγιαστεί τα συναισθήματα και ο ενθουσιασμός».
-Από τους στίχους σου καταλαβαίνει κανείς την έντονη επιρροή της εφηβείας και της παιδικής ηλικίας. Σε εμπνέει ακόμη αυτή η ηλικία και τι θέση μπορεί να κατέχει το υλικό της σ’ έναν κόσμο που είναι φτιαγμένος για «μεγάλους»;
«Η εφηβεία και η παιδική ηλικία μετουσιώνονται σε μια ενέργεια που σε κάνει να βιώνεις αυτά που σου συμβαίνουν –καλά ή κακά– σαν να ’ναι πρώτη φορά, σαν καινούργια. Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να γίνονται μίζεροι στα τριάντα τους. Ακόμη και μια αναποδιά να σου κάτσει, να λες “δεν πειράζει, πάμε απ’ την αρχή ξανά” – αυτό είναι η αιώνια εφηβεία».
-Στον πρώτο σου δίσκο έχεις αφιερώσει ένα τραγούδι στη μητέρα σου και ένα στον πατέρα σου, που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα και τα δύο. Οι γονείς σου πώς το αποδέχτηκαν όλο αυτό με τη μουσική;
«Οι γονείς μου είναι πάρα πολύ καλοί άνθρωποι –είναι αριστεροί– (γέλια), θεωρούν ότι “το παιδί μας” πρέπει κάποια στιγμή να “τα σπάσει” και να φύγει απ’ το σπίτι, να ανεξαρτητοποιηθεί. Υποστήριξαν κάθε μου κίνηση ακόμη και όταν διαφωνούσαν. Νομίζω ότι αυτό αποτελεί την πιο υγιή περίπτωση στην οικογενειοκρατούμενη Ελλάδα. Σαφώς, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο η δομή της χώρας, πέραν του θεσμού της οικογένειας, αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο για εκείνον που θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη. Δεν μπορείς να ζήσεις απ’ αυτό. Δυστυχώς, αποδεικνύεις ότι είσαι καλός όταν πλέον γίνεις παλιός και... χρωστάς πολλά στις τράπεζες».
-Η Θεσσαλονίκη πριν από αρκετά χρόνια ήταν ένα πολιτιστικό «μελίσσι», όπου συνέβαιναν πολύ καλά πράγματα και στη μουσική. Πώς βλέπεις σήμερα την πόλη;
«Μάλλον μια αρκούδα πέρασε κι έφαγε το μελίσσι. Εγώ ίσα ίσα πρόλαβα τα τελευταία ζουζουνίσματα. Τώρα, όταν η αμόρφωτη αρκούδα κατεβαίνει με τις παιδιάστικες ακροδεξιές της απόψεις στις εκλογές και την ψηφίζει το 51% του κόσμου… τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Πάντως, δεν είμαι απαισιόδοξος. Στην πόλη που έβγαλε τις Τρύπες και τα Σπαθιά, τα λουλούδια χρησιμοποιούν την κοπριά για λίπασμα και όχι για σκέπασμα».
-Ο στίχος «καίνε την πόλη - καίνε όλα τα σπίτια και χτίζουν δέντρα στις θέσεις τους» παραπέμπει στον περσινό Δεκέμβρη. Ποια είναι η στάση σου απέναντι σ’ αυτά τα γεγονότα;
«Αυτό το τραγούδι είναι ό,τι πιο ακραίο έχω γράψει, ένα ρέκβιεμ για όσους μας καταδυναστεύουν. Δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ μπροστά στις απαιτήσεις μιας επανάστασης, αν θα έπαιρνα το μαχαίρι να τους σκοτώσω όλους αυτούς. Ίσως είμαι λίγο φλώρος, ίσως πιστεύω ότι η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό κι ότι για να αλλάξει ο κόσμος δεν χρειάζεται απαραίτητα να βάψουμε τα χέρια μας με αίμα. Το μόνο μαχαίρι που κρατώ προς το παρόν είναι το μαχαίρι του στίχου, το οποίο ελπίζω να φέρει πρώτα τις αλλαγές μέσα μας – όσο μπανάλ και να ακούγεται αυτό. Φυσικά, είμαι σύμφωνος με μια εξέγερση που έχει κοινωνικά αίτια, αλλά δεν φτάνει να βγούμε μόνο στους δρόμους, όπως δεν φτάνει να γράφουμε μόνο τραγούδια, όπως δεν φτάνει μόνο να ψηφίζουμε ή να μην ψηφίζουμε. Οι άνθρωποι κάνουν ακόμη όνειρα και πρέπει επειγόντως να σταματήσουν να κάνουν μόνο όνειρα. Τα όνειρα για τις πράξεις είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη. Καιρός, λοιπόν, να κάνουν σκέψεις και να μεταποιούν τις σκέψεις σε πράξεις».
-Έπειτα από δύο δίσκους σε μεγάλη εταιρεία και πολλές συνεργασίες, εμφανίζεσαι μόνος σου με μια εξαιρετική μπάντα και μια καινούργια ανεξάρτητη παραγωγή. Όλα αυτά ύστερα από 4 χρόνια δισκογραφικής σιωπής. Πες μας γι’ αυτό το έργο.
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για την καθυστέρηση και κανένας λόγος για να δικαιολογηθώ. Ο πρώτος και βασικότερος είναι ότι είμαι τεμπέλης. Πέρα απ’ αυτό, ξεκινώντας να δουλεύω με την μΠάντα-Κοάλα συνειδητοποίησα ότι αυτό που έχω στο μυαλό μου θέλει πολλή δουλειά κυρίως από μένα τον ίδιο. Έτσι, λοιπόν, έδωσα χρόνο στον εαυτό μου και στα παιδιά να πειραματιστούμε όσο χρειάζεται. Άλλωστε, τέσσερα μυαλά λειτουργούν καλύτερα από ένα και το αποτέλεσμα είναι πιο ολοκληρωμένο! Ηχογραφήσαμε με θυσίες και υψηλό κόστος με τα καλύτερα μηχανήματα, δουλέψαμε το υλικό μας για τουλάχιστον έναν χρόνο κι αποφασίσαμε το δρόμο της ανεξάρτητης παραγωγής για να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο».
-Σύμφωνα και με το λογοπαίγνιο του ονόματος της μΠάντα-Κοάλα και του δίσκου («Coalaboration»), φαίνεται να πιστεύετε πολύ στη συνεργασία. Πόσο δύσκολο είναι μια συνεργασία να πετύχει σ’ έναν κόσμο που μας θέλει παρτάκηδες;
«Εξαιρετικά εύκολο. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος μάς θέλει παρτάκηδες, απλώς οι περισσότεροι βολεύονται μ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης. Άλλοι προδόθηκαν κάποτε κι είναι πικραμένοι, άλλοι βαριούνται να ψάξουν για συνεργάτες, άλλοι έχουν γονείς δημόσιους υπαλλήλους κι έμαθαν έτσι. Δεν θα κατηγορήσουμε εκείνους που τρώνε το μήλο, αντί να φυτέψουν μια μηλιά και να τρώει μήλα όλη η γειτονιά. Είναι ζήτημα άποψης. Εμείς πιστεύουμε στη συνεργασία, στον καταμερισμό της εργασίας, στην ίση αντιμετώπιση όλων. Κι αγαπάμε ο ένας τον άλλον, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό».
-Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε μια έξαρση των αγγλόφωνων έργων. Τελικά, η αγγλική είναι η γλώσσα της ποπ και της ροκ;
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν στεγανά. Ας μην ξεχνάμε τα παράλογα της Ιστορίας: έχουν γραφτεί όπερες στα γερμανικά! Η μουσική δεν έχει κανόνες, ούτε όρια. Προφανώς, όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες όταν κάνουν σεξ λένε βρομόλογα στα αγγλικά, όταν πονάνε φωνάζουν άουτς, όταν συζητάνε με τους φίλους τους μιλάνε αγγλικά. Έτσι και στην πιο προσωπική στιγμή έκφρασης, όταν γράφουν στίχους, γράφουν αγγλικά. Θα διαβάζουν μάλλον William Blake, Leonard Cohen και Dylan Tomas ολημερίς με ένα λεξικό στο χέρι. Εμείς οι υπόλοιποι, λοιπόν, φλερτάρουμε, κάνουμε χιούμορ και βογκάμε ελληνικά. Βέβαια, πρέπει να δικαιολογήσω εκείνους που θέλουν μια παγκόσμια καριέρα, αλλά να τους προτείνω και κάτι: Easyjet Αθήνα - Βερολίνο 50 ευρώ, διαμέρισμα στο πρώην Αν. Βερολίνο 200 ευρώ/μήνα, κατώτατος μισθός 1.200 ευρώ (προφανώς, όμως, το να πουλάς παγάκια στους Εσκιμώους δεν είναι εύκολο πράγμα). Άντε... θέλω να πετάξω τώρα».
-Τι απέγινε το «κορίτσι του μετρό»; Ήρθε μετά το σόου στο καμαρίνι; Σου είπε το «παρασύνθημα»;
«Ήρθαν κατά καιρούς κάποιες κοπέλες που νόμισαν πως το τραγούδι μιλούσε για κείνες. Το κορίτσι του μετρό μετακόμισε στη Σουηδία και πήδηξε στις ράγες. Ευτυχώς, όμως, ο Cabamaru πετάχτηκε με μια αστραπιαία κίνηση κι έκοψε το συρμό του μετρό στη μέση. Ο οδηγός φρίκαρε για πάντα και αποφάσισε να οδηγεί πλέον μόνο το τελεφερίκ που φτάνει στον πάτο της Νεκράς Θάλασσας, εκεί όπου βρίσκονται όλες οι κακές αναμνήσεις μας. Εμείς είμαστε πλέον στην επιφάνεια και στο κατάστρωμα του φέρι μποτ κάνουμε συναυλία - αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με μπόλικες grunge κιθάρες. Μετά το σόου δεν θα πάμε στο καμαρίνι, αλλά στο υπόγειο – που έχει ντισκοτέκ με μολδαβές τουρίστριες και παίζει Χαριτοδιπλωμένο. Το παρασύνθημα είναι “Ντόρα”».
Όταν πρωτογνώρισα τον Ζακ Στεφάνου, πριν από αρκετά χρόνια, η αλήθεια είναι πως μου δεν γέμισε το μάτι. Φαινόταν, απλώς, ένα καλό παιδί που έγραφε συμπαθητικά τραγούδια. Στη διαδρομή, τον θαύμασα για το ταλέντο του, τη συνέπεια και τον αυθορμητισμό του και τον πίστεψα πολύ ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο. Λατρεύω τους τύπους που δεν πλασάρουν τον εαυτό τους και που δεν τους φαίνεται, αλλά το ’χουν και σε κερδίζουν σιγά σιγά.
Τώρα ακούω τον καινούργιο του δίσκο ξανά και ξανά και πηγαίνω να τον συναντήσω έχοντας έναν στίχο του στο μυαλό μου: «Έχει οξυγόνο στην επιφάνεια». Το στούντιο είναι κάπου στην Κατεχάκη και προσπαθώ με διάφορες «ταρζανιές» να προσεγγίσω, αφού η Μεσογείων με την πρώτη βροχή πήζει αφόρητα. Νιώθω σαν ψάρι στη γυάλα, μόνο που το νερό είναι έξω απ’ αυτήν – φαντάζομαι και οι υπόλοιποι στα γύρω αμάξια κάπως έτσι νιώθουν. Βουβά ψάρια σ’ έναν απόλυτα γκρίζο αστικό βυθό.
Στο φανάρι -λίγα μέτρα από το σταθμό του μετρό, όπου πριν από κάμποσες μέρες χρυσαυγίτες έριξαν σπρέι στα μάτια της Σοφίας Παπάζογλου επειδή πέταξε σ’ έναν κάδο το φυλλάδιό τους– τρεις αστυνομικοί κάνουν τον «καθιερωμένο» έλεγχο σ’ έναν μετανάστη απ’ αυτούς που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων. Τραγουδώντας δυνατά «Έχει οξυγόνο στην επιφάνεια», βγάζω φλας αριστερά. Σε λίγα λεπτά ο Ζακ μού ανοίγει την πόρτα.
-Το ξεκίνημά σου έγινε με τον ιδανικότερο τρόπο και πολύ σύντομα γνώρισες την αποδοχή και την επιτυχία. Πώς είναι, αλήθεια, για έναν 20χρονο αυτό; Το διαχειρίστηκες σωστά;
«Όχι, παρόλο που θεωρούσα τότε ότι μπορώ να το διαχειριστώ πλήρως. Κάποια στιγμή την ψιλοψώνισα - θεώρησα πως είμαι πιο σπουδαίος απ’ ό,τι ήμουν. Ευτυχώς, όλο αυτό αφορά μια πολύ μικρή περίοδο, γιατί είχα ανθρώπους που με γείωναν και ανθρώπους που με προετοίμασαν για το τι πρόκειται να συμβεί – είναι πρώτη φορά σε συνέντευξη που αναφέρω πρώτος εγώ τη Δήμητρα Γαλάνη, συνήθως την αναφέρουν πριν προλάβω εγώ. Ήταν εκείνη που με στήριξε όχι μόνο μουσικά, αλλά και σε επίπεδο προσωπικό στο πώς θα το αντιμετωπίσω όλο αυτό. Ομολογώ ότι όλο το σύμπαν συνωμότησε υπέρ μου όταν έβγαλα τον πρώτο μου δίσκο. Κάτι τέτοιο δημιουργεί την εξής ανισορροπία στο μυαλό του 20χρονου: πιστεύει πως έτσι είναι η πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν είναι προτιμότερο να τα βρίσκεις σκούρα στην αρχή ή αν το ταρακούνημα πρέπει να έρθει κάποια στιγμή αργότερα. Όπως και να ’χει, πλέον έχουν ζυγιαστεί τα συναισθήματα και ο ενθουσιασμός».
-Από τους στίχους σου καταλαβαίνει κανείς την έντονη επιρροή της εφηβείας και της παιδικής ηλικίας. Σε εμπνέει ακόμη αυτή η ηλικία και τι θέση μπορεί να κατέχει το υλικό της σ’ έναν κόσμο που είναι φτιαγμένος για «μεγάλους»;
«Η εφηβεία και η παιδική ηλικία μετουσιώνονται σε μια ενέργεια που σε κάνει να βιώνεις αυτά που σου συμβαίνουν –καλά ή κακά– σαν να ’ναι πρώτη φορά, σαν καινούργια. Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να γίνονται μίζεροι στα τριάντα τους. Ακόμη και μια αναποδιά να σου κάτσει, να λες “δεν πειράζει, πάμε απ’ την αρχή ξανά” – αυτό είναι η αιώνια εφηβεία».
-Στον πρώτο σου δίσκο έχεις αφιερώσει ένα τραγούδι στη μητέρα σου και ένα στον πατέρα σου, που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα και τα δύο. Οι γονείς σου πώς το αποδέχτηκαν όλο αυτό με τη μουσική;
«Οι γονείς μου είναι πάρα πολύ καλοί άνθρωποι –είναι αριστεροί– (γέλια), θεωρούν ότι “το παιδί μας” πρέπει κάποια στιγμή να “τα σπάσει” και να φύγει απ’ το σπίτι, να ανεξαρτητοποιηθεί. Υποστήριξαν κάθε μου κίνηση ακόμη και όταν διαφωνούσαν. Νομίζω ότι αυτό αποτελεί την πιο υγιή περίπτωση στην οικογενειοκρατούμενη Ελλάδα. Σαφώς, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο η δομή της χώρας, πέραν του θεσμού της οικογένειας, αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο για εκείνον που θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη. Δεν μπορείς να ζήσεις απ’ αυτό. Δυστυχώς, αποδεικνύεις ότι είσαι καλός όταν πλέον γίνεις παλιός και... χρωστάς πολλά στις τράπεζες».
-Η Θεσσαλονίκη πριν από αρκετά χρόνια ήταν ένα πολιτιστικό «μελίσσι», όπου συνέβαιναν πολύ καλά πράγματα και στη μουσική. Πώς βλέπεις σήμερα την πόλη;
«Μάλλον μια αρκούδα πέρασε κι έφαγε το μελίσσι. Εγώ ίσα ίσα πρόλαβα τα τελευταία ζουζουνίσματα. Τώρα, όταν η αμόρφωτη αρκούδα κατεβαίνει με τις παιδιάστικες ακροδεξιές της απόψεις στις εκλογές και την ψηφίζει το 51% του κόσμου… τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Πάντως, δεν είμαι απαισιόδοξος. Στην πόλη που έβγαλε τις Τρύπες και τα Σπαθιά, τα λουλούδια χρησιμοποιούν την κοπριά για λίπασμα και όχι για σκέπασμα».
-Ο στίχος «καίνε την πόλη - καίνε όλα τα σπίτια και χτίζουν δέντρα στις θέσεις τους» παραπέμπει στον περσινό Δεκέμβρη. Ποια είναι η στάση σου απέναντι σ’ αυτά τα γεγονότα;
«Αυτό το τραγούδι είναι ό,τι πιο ακραίο έχω γράψει, ένα ρέκβιεμ για όσους μας καταδυναστεύουν. Δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ μπροστά στις απαιτήσεις μιας επανάστασης, αν θα έπαιρνα το μαχαίρι να τους σκοτώσω όλους αυτούς. Ίσως είμαι λίγο φλώρος, ίσως πιστεύω ότι η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό κι ότι για να αλλάξει ο κόσμος δεν χρειάζεται απαραίτητα να βάψουμε τα χέρια μας με αίμα. Το μόνο μαχαίρι που κρατώ προς το παρόν είναι το μαχαίρι του στίχου, το οποίο ελπίζω να φέρει πρώτα τις αλλαγές μέσα μας – όσο μπανάλ και να ακούγεται αυτό. Φυσικά, είμαι σύμφωνος με μια εξέγερση που έχει κοινωνικά αίτια, αλλά δεν φτάνει να βγούμε μόνο στους δρόμους, όπως δεν φτάνει να γράφουμε μόνο τραγούδια, όπως δεν φτάνει μόνο να ψηφίζουμε ή να μην ψηφίζουμε. Οι άνθρωποι κάνουν ακόμη όνειρα και πρέπει επειγόντως να σταματήσουν να κάνουν μόνο όνειρα. Τα όνειρα για τις πράξεις είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη. Καιρός, λοιπόν, να κάνουν σκέψεις και να μεταποιούν τις σκέψεις σε πράξεις».
-Έπειτα από δύο δίσκους σε μεγάλη εταιρεία και πολλές συνεργασίες, εμφανίζεσαι μόνος σου με μια εξαιρετική μπάντα και μια καινούργια ανεξάρτητη παραγωγή. Όλα αυτά ύστερα από 4 χρόνια δισκογραφικής σιωπής. Πες μας γι’ αυτό το έργο.
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για την καθυστέρηση και κανένας λόγος για να δικαιολογηθώ. Ο πρώτος και βασικότερος είναι ότι είμαι τεμπέλης. Πέρα απ’ αυτό, ξεκινώντας να δουλεύω με την μΠάντα-Κοάλα συνειδητοποίησα ότι αυτό που έχω στο μυαλό μου θέλει πολλή δουλειά κυρίως από μένα τον ίδιο. Έτσι, λοιπόν, έδωσα χρόνο στον εαυτό μου και στα παιδιά να πειραματιστούμε όσο χρειάζεται. Άλλωστε, τέσσερα μυαλά λειτουργούν καλύτερα από ένα και το αποτέλεσμα είναι πιο ολοκληρωμένο! Ηχογραφήσαμε με θυσίες και υψηλό κόστος με τα καλύτερα μηχανήματα, δουλέψαμε το υλικό μας για τουλάχιστον έναν χρόνο κι αποφασίσαμε το δρόμο της ανεξάρτητης παραγωγής για να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο».
-Σύμφωνα και με το λογοπαίγνιο του ονόματος της μΠάντα-Κοάλα και του δίσκου («Coalaboration»), φαίνεται να πιστεύετε πολύ στη συνεργασία. Πόσο δύσκολο είναι μια συνεργασία να πετύχει σ’ έναν κόσμο που μας θέλει παρτάκηδες;
«Εξαιρετικά εύκολο. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος μάς θέλει παρτάκηδες, απλώς οι περισσότεροι βολεύονται μ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης. Άλλοι προδόθηκαν κάποτε κι είναι πικραμένοι, άλλοι βαριούνται να ψάξουν για συνεργάτες, άλλοι έχουν γονείς δημόσιους υπαλλήλους κι έμαθαν έτσι. Δεν θα κατηγορήσουμε εκείνους που τρώνε το μήλο, αντί να φυτέψουν μια μηλιά και να τρώει μήλα όλη η γειτονιά. Είναι ζήτημα άποψης. Εμείς πιστεύουμε στη συνεργασία, στον καταμερισμό της εργασίας, στην ίση αντιμετώπιση όλων. Κι αγαπάμε ο ένας τον άλλον, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό».
-Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε μια έξαρση των αγγλόφωνων έργων. Τελικά, η αγγλική είναι η γλώσσα της ποπ και της ροκ;
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν στεγανά. Ας μην ξεχνάμε τα παράλογα της Ιστορίας: έχουν γραφτεί όπερες στα γερμανικά! Η μουσική δεν έχει κανόνες, ούτε όρια. Προφανώς, όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες όταν κάνουν σεξ λένε βρομόλογα στα αγγλικά, όταν πονάνε φωνάζουν άουτς, όταν συζητάνε με τους φίλους τους μιλάνε αγγλικά. Έτσι και στην πιο προσωπική στιγμή έκφρασης, όταν γράφουν στίχους, γράφουν αγγλικά. Θα διαβάζουν μάλλον William Blake, Leonard Cohen και Dylan Tomas ολημερίς με ένα λεξικό στο χέρι. Εμείς οι υπόλοιποι, λοιπόν, φλερτάρουμε, κάνουμε χιούμορ και βογκάμε ελληνικά. Βέβαια, πρέπει να δικαιολογήσω εκείνους που θέλουν μια παγκόσμια καριέρα, αλλά να τους προτείνω και κάτι: Easyjet Αθήνα - Βερολίνο 50 ευρώ, διαμέρισμα στο πρώην Αν. Βερολίνο 200 ευρώ/μήνα, κατώτατος μισθός 1.200 ευρώ (προφανώς, όμως, το να πουλάς παγάκια στους Εσκιμώους δεν είναι εύκολο πράγμα). Άντε... θέλω να πετάξω τώρα».
-Τι απέγινε το «κορίτσι του μετρό»; Ήρθε μετά το σόου στο καμαρίνι; Σου είπε το «παρασύνθημα»;
«Ήρθαν κατά καιρούς κάποιες κοπέλες που νόμισαν πως το τραγούδι μιλούσε για κείνες. Το κορίτσι του μετρό μετακόμισε στη Σουηδία και πήδηξε στις ράγες. Ευτυχώς, όμως, ο Cabamaru πετάχτηκε με μια αστραπιαία κίνηση κι έκοψε το συρμό του μετρό στη μέση. Ο οδηγός φρίκαρε για πάντα και αποφάσισε να οδηγεί πλέον μόνο το τελεφερίκ που φτάνει στον πάτο της Νεκράς Θάλασσας, εκεί όπου βρίσκονται όλες οι κακές αναμνήσεις μας. Εμείς είμαστε πλέον στην επιφάνεια και στο κατάστρωμα του φέρι μποτ κάνουμε συναυλία - αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με μπόλικες grunge κιθάρες. Μετά το σόου δεν θα πάμε στο καμαρίνι, αλλά στο υπόγειο – που έχει ντισκοτέκ με μολδαβές τουρίστριες και παίζει Χαριτοδιπλωμένο. Το παρασύνθημα είναι “Ντόρα”».






