

Φαβέλα
Ένας νέος σκηνοθέτης στο ζενίθ της καριέρας του, ένας Αθηναίος με καλοστημένη ζωή, ξυπνά ένα πρωί, πουλάει το σπίτι του, αποχαιρετά τους φίλους κι ό,τι τον δένει με την πόλη του, παίρνει το αεροπλάνο και προσγειώνεται στην άλλη άκρη του κόσμου. Ξένος μέσα στους ξένους, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, κυνηγάει το όνειρό του: να βρει μια θεατρική ομάδα στις παραγκουπόλεις και να ανεβάσει τις “Βάκχες”.
Ένα απόγευμα του Απρίλη του 2008 ανέβηκε στο λόφο Dois irmãos και συναντήθηκε με το θίασο της Πόλης του Θεού. Έξω απ’ το θέατρο οι ίδιοι άνθρωποι ζουν μια σκληρή καθημερινότητα, με διαλείμματα σάμπας και βακχείας, ενώ οι μπάτσοι πουλάνε όπλα στις συμμορίες για να “παίζουν” πόλεμο με αληθινές σφαίρες και να αλληλοσκοτώνονται για τον έλεγχο της πώλησης ναρκωτικών. Ο Σωτήρης Καραμεσίνης επέλεξε να ζήσει μέσα στη φαβέλα (την παραγκούπολη), έγινε μέλος της ομάδας, κι έμαθε πορτογαλικά μέσα σε λίγους μήνες, για να επικοινωνεί με τους ηθοποιούς του στην γλώσσα τους. Έγινε έτσι ο πρώτος ξένος σκηνοθέτης που ανεβάζει στη Βραζιλία την τελευταία αρχαία ελληνική τραγωδία και ο μοναδικός ξένος που ζει και συνεργάζεται με την ομάδα στα 22 χρόνια ιστορίας της.
«Ενάμιση χρόνο τώρα ζω ψηλά σ’ έναν λόφο του Ρίο ντε Τζανέιρο, σε μια φαβέλα που τη λένε Vidigal. Εκεί βρίσκεται η θεατρική ομάδα Nos do Morro (θα πει “Εμείς απ’ το λόφο” – σε αντιδιαστολή με τους άλλους της ασφάλτου, τους “κανονικούς”), γνωστή σ’ εμάς από την ταινία “Η πόλη του Θεού”. Η φαβέλα μου μόνο πόλη του Θεού δεν είναι. Σ’ αυτήν την τεράστια τροπική χώρα οι κάτοικοι βαφτίζουν τις πόλεις στο όνομά Του κι Εκείνος μετά τους ξεχνά. Ο “Λυτρωτής Ιησούς” του Ρίο, πάνω στο Corcovado, μοιάζει να αγκαλιάζει με τα ανοιχτά του χέρια το πλουσιότερο κομμάτι της πόλης όπου ζουν οι λευκοί και γυρίζει την πλάτη στους υπόλοιπους…
»Τον ξένο στη Βραζιλία τον αποκαλούν gringo. Εγώ τους διόρθωνα να με φωνάζουν Grego. Ξέρουν πλέον στη φαβέλα μου πως είναι άλλο gringo και άλλο Grego. Υπάρχει, βέβαια, το στερεότυπο πως οι Έλληνες “τα σπάνε”, πως γλεντάνε συνέχεια και γι’ αυτό αρέσουμε. Εδώ πιστεύουν ότι όλα τα ζούμε στα άκρα. Συνέχεια με ρωτούν για το σπάσιμο των πιάτων – πλέον τους απαντώ πως είναι ένα είδος κάθαρσης.
»Στην Ελλάδα ήμουν ένας επαγγελματίας σκηνοθέτης, αλλά όταν έφτανα στο μη περαιτέρω με τον “επαγγελματισμό” μας, ξυπνούσε η επιθυμία να επαναστατήσω, να κάνω ουσιαστικότερο θέατρο, μαχητικό, θεραπευτικό, μια πολιτική πράξη. Πού αλλού θα μπορούσα να το κάνω καλύτερα αυτό, αν όχι μέσα στις φαβέλες;
»Πρώτα αγάπησα τη μουσική. Μετά ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Στην πορεία συνάντησα το θέατρο, την τραγωδία. Στη Βραζιλία ένωσα τις μεγάλες μου αγάπες. Κάνω ένα είδος “ιεραποστολής” μέσω του θεάτρου –μετά μουσικής– για την πνευματική μου αναζήτηση (το λέει και η βίζα μου: missão cultural – όλοι οι ιεραπόστολοι κάνουν ό,τι κάνουν για τη δική τους λύτρωση).
»Έφυγα γιατί αναζητούσα τη Μούσα, χρειαζόμουν έμπνευση. Επιθυμούσα μια οριακή εμπειρία, να διευρύνω τη συνείδησή μου για να κάνω θέατρο πέρα από τα γνωστά μου όρια. Και για να το κάνω αυτό χρειαζόμουν συγκεκριμένο όραμα, πολύ χρόνο και μια διαθέσιμη ομάδα. Εδώ είδα ότι βρίσκεται η ομάδα που έψαχνα. Ανέλαβα το κόστος που όριζαν οι επιλογές μου και εξοικειώθηκα ακόμη και με την ιδέα του θανάτου. Δεν γίνεται αλλιώς. Τις βδομάδες που γίνεται πόλεμος εδώ πάνω, η ζωή συνεχίζεται, το ίδιο και οι πρόβες μας. Καθόμαστε κάτω για να αποφύγουμε τις αδέσποτες σφαίρες και ξανασηκωνόμαστε για να συνεχίσουμε.
»Μιαν από αυτές τις εμπόλεμες μέρες δουλεύαμε και πεινάσαμε. Κάποια ηθοποιός μου προσφέρθηκε να πάει να φέρει τρόφιμα αντί για μένα, για να μη διακόψω την πρόβα. Μόλις βγήκε, άρχισε μια βροχή από σφαίρες. Ακούσαμε ότι μια κοπέλα χτυπήθηκε από την αστυνομία, κι εγώ δεν είχα τρόπο επικοινωνίας με τη δικιά μου για δύο ολόκληρες ώρες. Τελικά, ευτυχώς, ήταν κλεισμένη στο σούπερ μάρκετ.
»Εδώ είδα μάτια εκπληκτικά και έκπληκτα. Την ίδια ώρα που έξω μαίνεται πόλεμος, μέσα στο θέατρο εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, μετά το σχολείο ή τη δουλειά τους, ασκούνται καθημερινά στην υποκριτική, στο τραγούδι, στο χορό, στα κρουστά, στην καποέιρα. Ο θίασός μας απαρτίζεται κυρίως από ηθοποιούς κατοίκους της φαβέλας. Ώς τώρα τραγωδία έκαναν μόνο οι “μπουρζουάδες” του θεάτρου και όχι οι “φαβελάτοι”.
»Πρόσβαση στον πολιτισμό, στην παιδεία για τους φτωχούς δεν υπάρχει και οι μεγάλοι σκηνοθέτες του Ρίο και του Σάο Πάολο ανεβάζουν τραγωδία στη λόγια γλώσσα, που είναι αδύνατο να κατανοήσει ένας “κοινός θνητός”. Σχεδόν το 1/3 της πορτογαλικής γλώσσας έχει ελληνικές ρίζες. Η λόγια γλώσσα εμπλουτίζεται διαρκώς με δικές μας λέξεις που “πορτογαλίζονται” και μένουν στο τέλος ακατανόητες για τους πολλούς. Γι’ αυτό, κάναμε μαζί με τον φίλο πλέον και φιλέλληνα Fernando Gil μια ολοκαίνουργια –την πρώτη κατανοητή– μετάφραση αρχαίας τραγωδίας στα πορτογαλικά.
»Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι άνθρωποι αναγνωρίζουν το θέατρο ως τη μόνη ελληνική τέχνη και στοιχηματίζουν ότι στην Ελλάδα είναι 200 χρόνια μπροστά. Για κείνους το γεγονός ότι 16.000 άνθρωποι συρρέουν κάποιες νύχτες στην Επίδαυρο για να δουν μια παράσταση είναι ουτοπικό.
Στις Βάκχες, δουλεύω πάνω στην τελετουργία που οδηγεί στην έκσταση. Χρησιμοποιώ μια μέθοδο για την ενσυνείδητη συνεργασία του ηθοποιού με το υποσυνείδητο, ένα σύστημα ασκήσεων που το ονομάζω “tranceacting”- ένα από τα σημαντικά εργαλεία για να πετύχω τον σκοπό μου να κάνω “οργανικό θέατρο”. Πιστεύω ότι όπως ο αρχέγονος ηθοποιός, πρέπει και ο σύγχρονος να μπορεί να μεταμορφώνεται σε άνεμο, λιοντάρι ή φωτιά αν του ζητηθεί.
»Τώρα… γιατί διάλεξα τη Βραζιλία; Έχει κι αλλού φαβέλες. Διότι, πέρα από το ότι αγαπώ και μελετώ τη βραζιλιάνικη κουλτούρα, είχα αυτήν τη χώρα μέσα μου ως ύστατη διαφυγή σε έναν άλλο κόσμο, σε ρεαλιστικό και φαντασιακό επίπεδο. Μια διαφορετική οπτική της ζωής –και της ζωής μου στην Ελλάδα– από την κάτω μεριά του πλανήτη, από έναν “Τρίτο Κόσμο”. Με μια διάθεση γενίκευσης, θα έλεγα ότι ο Διόνυσος ζει στη Βραζιλία πλέον και όχι στην Ελλάδα. Τι δουλειά έχει ο Βάκχος μέσα στις πίστες και στα κλαμπ;
»Το “ευοί ευάν” μεταφράζεται “evoé”. Αυτό ήταν για δεκαετίες το σύνθημα για να ξεκινήσει το καρναβάλι. Το βραζιλιάνικο καρναβάλι αποτελεί μια κατάφαση, ένα μεγάλο ναι στην υπερβολή, στο άγγιγμα των ορίων, στο ζωικό στοιχείο, στην ίδια τη ζωή. Θα αφεθώ να με παρασύρουν οι αισθήσεις, η επιθυμία, τα ένστικτα, να πετάξω οποιαδήποτε καταπίεση, οποιονδήποτε περιορισμό μού γεννά η φτώχεια, η αδικία, η έλλειψη ελπίδας, η ίδια μου η ύπαρξη. Θα απολαύσω, θα πιω, θα χορέψω, θα ουρλιάξω, θα χτυπήσω τα τύμπανα με alegria, θα εκστασιαστώ!
»Και το ξημέρωμα, όταν η festa έχει τελειώσει, έρχεται η saudade, η γλυκόπικρη νοσταλγία που δεν υπάρχει σχεδόν τραγούδι χωρίς αυτήν. Ω, ναι, υπάρχει και θλιμμένη samba και bossanova. Οι δύο αυτές κυρίες μού σύστησαν την ψυχοσύνθεση του Βραζιλιάνου, κυρίως του carioca – του κατοίκου του Ρίο.
» Με συγκινεί ο άγγελος (δούλος), που αφηγείται τον σπαραγμό του Πενθέα στον Κιθαιρώνα. Εξιστορώ όλο το έργο μέσα απ΄ το βλέμμα αυτού του ρόλου. Είδα την ευλάβεια, τη θρησκευτικότητα στα μάτια των ηθοποιών μου και αισθάνομαι ότι δύσκολα θα μπορούσα να τις συναντήσω σε άλλους ηθοποιούς. Εκείνοι ταυτίστηκαν με τους ήρωες του έργου κι αυτό είναι συγκινητικό. Δούλεψαν το τελετουργικό με ιερότητα και τόλμησαν πολλά.
»Εδώ απελευθερώθηκα από την καταδυνάστευση τού “ποιος είσαι εσύ, ρε μαλάκα, που θα κάνεις αυτό;”. Θέση που δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα. Δεν έχει τόση σημασία τι κάνεις, το έργο σου, αλλά το ποιος “πουλιέται”, πώς είσαι: Είσαι in; Ασχολούνται τα μέσα; Έχεις κάνει “καριέρα”, άρα έχεις χώρο να δουλέψεις. Όμως, για μένα στην τέχνη δεν ξεκινάς με στόχο την καριέρα. Πρέπει να εργαστείς, να ερευνήσεις, να γοητευτείς, να απογοητευτείς και να παραμείνεις, για να γνωρίσεις το θέατρο, για να σου “δοθεί”. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για καριέρα.
»Η ομάδα μας επιχορηγείται από το υπουργείο Ενέργειας: τα βραζιλιάνικα πετρέλαια, την Petrobras. Θα περιοδεύσουμε σε διεθνή φεστιβάλ. Ονειρεύομαι να είναι αυτοί οι πρώτοι Βραζιλιάνοι που θα παίξουν τραγωδία σε αρχαίο ελληνικό θέατρο. Και εργάζομαι γι’ αυτό».
Δείτε στο δίκτυο:
http://www.youtube.com/watch?v=J0E6LdB4AoI
Ένα απόγευμα του Απρίλη του 2008 ανέβηκε στο λόφο Dois irmãos και συναντήθηκε με το θίασο της Πόλης του Θεού. Έξω απ’ το θέατρο οι ίδιοι άνθρωποι ζουν μια σκληρή καθημερινότητα, με διαλείμματα σάμπας και βακχείας, ενώ οι μπάτσοι πουλάνε όπλα στις συμμορίες για να “παίζουν” πόλεμο με αληθινές σφαίρες και να αλληλοσκοτώνονται για τον έλεγχο της πώλησης ναρκωτικών. Ο Σωτήρης Καραμεσίνης επέλεξε να ζήσει μέσα στη φαβέλα (την παραγκούπολη), έγινε μέλος της ομάδας, κι έμαθε πορτογαλικά μέσα σε λίγους μήνες, για να επικοινωνεί με τους ηθοποιούς του στην γλώσσα τους. Έγινε έτσι ο πρώτος ξένος σκηνοθέτης που ανεβάζει στη Βραζιλία την τελευταία αρχαία ελληνική τραγωδία και ο μοναδικός ξένος που ζει και συνεργάζεται με την ομάδα στα 22 χρόνια ιστορίας της.
«Ενάμιση χρόνο τώρα ζω ψηλά σ’ έναν λόφο του Ρίο ντε Τζανέιρο, σε μια φαβέλα που τη λένε Vidigal. Εκεί βρίσκεται η θεατρική ομάδα Nos do Morro (θα πει “Εμείς απ’ το λόφο” – σε αντιδιαστολή με τους άλλους της ασφάλτου, τους “κανονικούς”), γνωστή σ’ εμάς από την ταινία “Η πόλη του Θεού”. Η φαβέλα μου μόνο πόλη του Θεού δεν είναι. Σ’ αυτήν την τεράστια τροπική χώρα οι κάτοικοι βαφτίζουν τις πόλεις στο όνομά Του κι Εκείνος μετά τους ξεχνά. Ο “Λυτρωτής Ιησούς” του Ρίο, πάνω στο Corcovado, μοιάζει να αγκαλιάζει με τα ανοιχτά του χέρια το πλουσιότερο κομμάτι της πόλης όπου ζουν οι λευκοί και γυρίζει την πλάτη στους υπόλοιπους…
»Τον ξένο στη Βραζιλία τον αποκαλούν gringo. Εγώ τους διόρθωνα να με φωνάζουν Grego. Ξέρουν πλέον στη φαβέλα μου πως είναι άλλο gringo και άλλο Grego. Υπάρχει, βέβαια, το στερεότυπο πως οι Έλληνες “τα σπάνε”, πως γλεντάνε συνέχεια και γι’ αυτό αρέσουμε. Εδώ πιστεύουν ότι όλα τα ζούμε στα άκρα. Συνέχεια με ρωτούν για το σπάσιμο των πιάτων – πλέον τους απαντώ πως είναι ένα είδος κάθαρσης.
»Στην Ελλάδα ήμουν ένας επαγγελματίας σκηνοθέτης, αλλά όταν έφτανα στο μη περαιτέρω με τον “επαγγελματισμό” μας, ξυπνούσε η επιθυμία να επαναστατήσω, να κάνω ουσιαστικότερο θέατρο, μαχητικό, θεραπευτικό, μια πολιτική πράξη. Πού αλλού θα μπορούσα να το κάνω καλύτερα αυτό, αν όχι μέσα στις φαβέλες;
»Πρώτα αγάπησα τη μουσική. Μετά ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Στην πορεία συνάντησα το θέατρο, την τραγωδία. Στη Βραζιλία ένωσα τις μεγάλες μου αγάπες. Κάνω ένα είδος “ιεραποστολής” μέσω του θεάτρου –μετά μουσικής– για την πνευματική μου αναζήτηση (το λέει και η βίζα μου: missão cultural – όλοι οι ιεραπόστολοι κάνουν ό,τι κάνουν για τη δική τους λύτρωση).
»Έφυγα γιατί αναζητούσα τη Μούσα, χρειαζόμουν έμπνευση. Επιθυμούσα μια οριακή εμπειρία, να διευρύνω τη συνείδησή μου για να κάνω θέατρο πέρα από τα γνωστά μου όρια. Και για να το κάνω αυτό χρειαζόμουν συγκεκριμένο όραμα, πολύ χρόνο και μια διαθέσιμη ομάδα. Εδώ είδα ότι βρίσκεται η ομάδα που έψαχνα. Ανέλαβα το κόστος που όριζαν οι επιλογές μου και εξοικειώθηκα ακόμη και με την ιδέα του θανάτου. Δεν γίνεται αλλιώς. Τις βδομάδες που γίνεται πόλεμος εδώ πάνω, η ζωή συνεχίζεται, το ίδιο και οι πρόβες μας. Καθόμαστε κάτω για να αποφύγουμε τις αδέσποτες σφαίρες και ξανασηκωνόμαστε για να συνεχίσουμε.
»Μιαν από αυτές τις εμπόλεμες μέρες δουλεύαμε και πεινάσαμε. Κάποια ηθοποιός μου προσφέρθηκε να πάει να φέρει τρόφιμα αντί για μένα, για να μη διακόψω την πρόβα. Μόλις βγήκε, άρχισε μια βροχή από σφαίρες. Ακούσαμε ότι μια κοπέλα χτυπήθηκε από την αστυνομία, κι εγώ δεν είχα τρόπο επικοινωνίας με τη δικιά μου για δύο ολόκληρες ώρες. Τελικά, ευτυχώς, ήταν κλεισμένη στο σούπερ μάρκετ.
»Εδώ είδα μάτια εκπληκτικά και έκπληκτα. Την ίδια ώρα που έξω μαίνεται πόλεμος, μέσα στο θέατρο εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, μετά το σχολείο ή τη δουλειά τους, ασκούνται καθημερινά στην υποκριτική, στο τραγούδι, στο χορό, στα κρουστά, στην καποέιρα. Ο θίασός μας απαρτίζεται κυρίως από ηθοποιούς κατοίκους της φαβέλας. Ώς τώρα τραγωδία έκαναν μόνο οι “μπουρζουάδες” του θεάτρου και όχι οι “φαβελάτοι”.
»Πρόσβαση στον πολιτισμό, στην παιδεία για τους φτωχούς δεν υπάρχει και οι μεγάλοι σκηνοθέτες του Ρίο και του Σάο Πάολο ανεβάζουν τραγωδία στη λόγια γλώσσα, που είναι αδύνατο να κατανοήσει ένας “κοινός θνητός”. Σχεδόν το 1/3 της πορτογαλικής γλώσσας έχει ελληνικές ρίζες. Η λόγια γλώσσα εμπλουτίζεται διαρκώς με δικές μας λέξεις που “πορτογαλίζονται” και μένουν στο τέλος ακατανόητες για τους πολλούς. Γι’ αυτό, κάναμε μαζί με τον φίλο πλέον και φιλέλληνα Fernando Gil μια ολοκαίνουργια –την πρώτη κατανοητή– μετάφραση αρχαίας τραγωδίας στα πορτογαλικά.
»Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι άνθρωποι αναγνωρίζουν το θέατρο ως τη μόνη ελληνική τέχνη και στοιχηματίζουν ότι στην Ελλάδα είναι 200 χρόνια μπροστά. Για κείνους το γεγονός ότι 16.000 άνθρωποι συρρέουν κάποιες νύχτες στην Επίδαυρο για να δουν μια παράσταση είναι ουτοπικό.
Στις Βάκχες, δουλεύω πάνω στην τελετουργία που οδηγεί στην έκσταση. Χρησιμοποιώ μια μέθοδο για την ενσυνείδητη συνεργασία του ηθοποιού με το υποσυνείδητο, ένα σύστημα ασκήσεων που το ονομάζω “tranceacting”- ένα από τα σημαντικά εργαλεία για να πετύχω τον σκοπό μου να κάνω “οργανικό θέατρο”. Πιστεύω ότι όπως ο αρχέγονος ηθοποιός, πρέπει και ο σύγχρονος να μπορεί να μεταμορφώνεται σε άνεμο, λιοντάρι ή φωτιά αν του ζητηθεί.
»Τώρα… γιατί διάλεξα τη Βραζιλία; Έχει κι αλλού φαβέλες. Διότι, πέρα από το ότι αγαπώ και μελετώ τη βραζιλιάνικη κουλτούρα, είχα αυτήν τη χώρα μέσα μου ως ύστατη διαφυγή σε έναν άλλο κόσμο, σε ρεαλιστικό και φαντασιακό επίπεδο. Μια διαφορετική οπτική της ζωής –και της ζωής μου στην Ελλάδα– από την κάτω μεριά του πλανήτη, από έναν “Τρίτο Κόσμο”. Με μια διάθεση γενίκευσης, θα έλεγα ότι ο Διόνυσος ζει στη Βραζιλία πλέον και όχι στην Ελλάδα. Τι δουλειά έχει ο Βάκχος μέσα στις πίστες και στα κλαμπ;
»Το “ευοί ευάν” μεταφράζεται “evoé”. Αυτό ήταν για δεκαετίες το σύνθημα για να ξεκινήσει το καρναβάλι. Το βραζιλιάνικο καρναβάλι αποτελεί μια κατάφαση, ένα μεγάλο ναι στην υπερβολή, στο άγγιγμα των ορίων, στο ζωικό στοιχείο, στην ίδια τη ζωή. Θα αφεθώ να με παρασύρουν οι αισθήσεις, η επιθυμία, τα ένστικτα, να πετάξω οποιαδήποτε καταπίεση, οποιονδήποτε περιορισμό μού γεννά η φτώχεια, η αδικία, η έλλειψη ελπίδας, η ίδια μου η ύπαρξη. Θα απολαύσω, θα πιω, θα χορέψω, θα ουρλιάξω, θα χτυπήσω τα τύμπανα με alegria, θα εκστασιαστώ!
»Και το ξημέρωμα, όταν η festa έχει τελειώσει, έρχεται η saudade, η γλυκόπικρη νοσταλγία που δεν υπάρχει σχεδόν τραγούδι χωρίς αυτήν. Ω, ναι, υπάρχει και θλιμμένη samba και bossanova. Οι δύο αυτές κυρίες μού σύστησαν την ψυχοσύνθεση του Βραζιλιάνου, κυρίως του carioca – του κατοίκου του Ρίο.
» Με συγκινεί ο άγγελος (δούλος), που αφηγείται τον σπαραγμό του Πενθέα στον Κιθαιρώνα. Εξιστορώ όλο το έργο μέσα απ΄ το βλέμμα αυτού του ρόλου. Είδα την ευλάβεια, τη θρησκευτικότητα στα μάτια των ηθοποιών μου και αισθάνομαι ότι δύσκολα θα μπορούσα να τις συναντήσω σε άλλους ηθοποιούς. Εκείνοι ταυτίστηκαν με τους ήρωες του έργου κι αυτό είναι συγκινητικό. Δούλεψαν το τελετουργικό με ιερότητα και τόλμησαν πολλά.
»Εδώ απελευθερώθηκα από την καταδυνάστευση τού “ποιος είσαι εσύ, ρε μαλάκα, που θα κάνεις αυτό;”. Θέση που δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα. Δεν έχει τόση σημασία τι κάνεις, το έργο σου, αλλά το ποιος “πουλιέται”, πώς είσαι: Είσαι in; Ασχολούνται τα μέσα; Έχεις κάνει “καριέρα”, άρα έχεις χώρο να δουλέψεις. Όμως, για μένα στην τέχνη δεν ξεκινάς με στόχο την καριέρα. Πρέπει να εργαστείς, να ερευνήσεις, να γοητευτείς, να απογοητευτείς και να παραμείνεις, για να γνωρίσεις το θέατρο, για να σου “δοθεί”. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για καριέρα.
»Η ομάδα μας επιχορηγείται από το υπουργείο Ενέργειας: τα βραζιλιάνικα πετρέλαια, την Petrobras. Θα περιοδεύσουμε σε διεθνή φεστιβάλ. Ονειρεύομαι να είναι αυτοί οι πρώτοι Βραζιλιάνοι που θα παίξουν τραγωδία σε αρχαίο ελληνικό θέατρο. Και εργάζομαι γι’ αυτό».
Δείτε στο δίκτυο:
http://www.youtube.com/watch?v=J0E6LdB4AoI






