Από την καρδιά της κρίσης (στελέχη & θρύψαλα)
Του Αχιλλέα Πεκλάρη
Share |
Στα συντρίμμια της Lehmann Brothers, στις γειτονιές και στα χρυσά πόμολα, ο Αχιλλέας, δημοσιογράφος, και ο Αλέξανδρος, φωτογράφος (αμφότεροι κάτοικοι Νέας Υόρκης), έρχονται αντιμέτωποι με 150 διαφορετικά πρόσωπα και περσόνες. Οι συναντήσεις τους αποτυπώθηκαν σε ένα λεύκωμα που θα κυκλοφορήσει στις 23 Μαρτίου από τις εκδόσεις Εστία, ενώ την ίδια ημέρα οι φωτογραφίες και τα κείμενα θα παρουσιαστούν στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Και για πρώτη φορά εκτίθενται... υποβρυχίως.




Jayme Illien, 28 ετών,
golden boy


Eίναι ορφανό από τους δρόμους της Καλκούτας. Yιοθετήθηκε από μια γαλλο-αμερικανίδα «Μητέρα Τερέζα» και έφτασε να αποφοιτήσει από το Ταφτς της Βοστώνης με πτυχίο στα χρηματοοικονομικά. Άρχισε στην Goldman Sachs, αλλά διψούσε για εμπειρίες και ρίσκα: «Να μάθω πώς στήνεται μια εταιρεία και όχι να φάω τα χρόνια μου μπροστά σε μια οθόνη». Έγινε αφεντικό σε μια μικρή εταιρεία, σ’ ένα γραφειάκι με εφτά καρέκλες. «Δουλεύαμε 16 ώρες την ημέρα. Πολλοί κοιμόνταν εκεί, πάνω στο πληκτρολόγιο, δεν ξεκολλούσαν». Τους εξαγοράζει η Deutsche Bank. Ο Τζέιμι είναι ο γενικός διευθυντής της θυγατρικής. Κλείνει τα 24. Με κοστούμι και γραβάτα φαίνεται λίγο μεγαλύτερος, αλλά αυτό δεν φτάνει... Δυσκολεύεται να επιβληθεί: «Πήγαινα σε 50άρη διευθυντή τράπεζας για να διαπραγματευτώ μια συμφωνία και νόμιζε ότι κάποιος του έκανε... φάρσα! Ότι δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να είμαι ο managing director θυγατρικής της Deutsche Bank». Τότε, πάνω στη φρενήρη ανάπτυξη, αρχές του 2003, τους τίτλους μοιράστηκαν μεταξύ τους οι 25άρηδες μέτοχοι: Ο ένας πρόεδρος, ο άλλος αντιπρόεδρος, ο τρίτος διευθύνων σύμβουλος. Το χρήμα έρρεε άφθονο.

Παραδέχεται ότι ένας άφραγκος φοιτητής «δεν έχει την ψυχική ωριμότητα να διαχειριστεί τέτοια γιγάντια μεγέθη επιτυχίας και κερδών». «Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Αγόραζα τα πάντα χωρίς να κοιτάζω τις τιμές. Ξόδευα σαράντα χιλιάδες το μήνα σε εστιατόρια, σε μπαρ, σε ξενοδοχεία, όπου μπορούσα». Σκέφτηκε να αποταμιεύσει; «Με τίποτα. Όταν είσαι 24 και βγάζεις τόσα λεφτά, λες ότι ‘‘αφού βγάζω τόσα τώρα, φαντάσου τι θα βγάζω στα σαράντα’’. Άρα, είναι ώρα για πάρτι!»
Η νόσος των νεαρών ροκ σταρ χτυπάει τους νεαρούς γιάπηδες. Δεν μπορούν να χειριστούν τα μεγέθη, χάνουν την μπάλα.

Ο Τζέιμι παραιτήθηκε πριν από έξι μήνες. Αποφάσισε να ακολουθήσει αυτό που έκανε η μητέρα του: δημιούργησε ένα ίδρυμα υιοθεσιών. Αποφαίνεται: «Μ’ αυτήν την αγορά, ακόμα και τις καλύτερες επιδόσεις να έχεις φέτος, δεν κερδίζεις. Στη Γουόλ Στριτ λένε: ‘‘Φέτος δεν είναι καλή χρονιά για να είναι η καλή σου χρονιά’’». Ίσως ούτε καν η επόμενη, χρυσό αγόρι...

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της «Καθημερινής»)



Julius Hollingsworth, 48 ετών,
θεατρικός συγγραφέας / σερβιτόρος



Με την πρώτη ματιά σού φέρνει στο μυαλό τον Έντι Μέρφι. Στους κεντρικούς δρόμους του δυτικού Χάρλεμ τον χαιρετάνε πολλοί, είναι φιγούρα της περιοχής. Έχει συμμετοχή και ρόλο στην αφροαμερικανική κοινότητα, γράφει κείμενα και σενάρια για θεατρικά και για παραστάσεις χορού. Δουλεύει και σερβιτόρος για το σίγουρο μεροκάματο. Μετά την πρώτη γνωριμία μας, με κάλεσε στο Apollo Theater, το ναό της αφροαμερικάνικης μουσικής στην Ανατολική Ακτή. Από τη σκηνή του έχουν βγει οι Ella Fitzgerald, Sarah Vaughan, Billie Holiday, Sammy Davis Jr., James Brown, Stevie Wonder, Bill Cosby, Gladys Knight, Luther Vandross, Lauryn Hill και άλλοι. Εκεί έκανε το ντεμπούτο του το ’69 o Michael Jacskon.

Ο Τζούλιους είναι η προσωποποίηση της ομορφιάς της Μαύρης Αμερικής. Δεν «κλαίγεται», δεν μιζεριάζει, δεν είναι απρόθυμος να βοηθήσει τον εαυτό του. Δουλεύει σκληρά και είναι ψυχολογικά ισορροπημένος. Ξέρει ότι το χρώμα του δέρματός του θα τον δυσκολέψει (κακά τα ψέματα), αλλά δεν το βάζει κάτω. «Η Νέα Υόρκη είναι μια διαρκής μάχη, με νίκες και ήττες. Διαλέγοντας τους σωστούς ανθρώπους για συμμάχους, ελαττώνεις τις ήττες» λέει και δεν κρύβει ότι πολλές φορές βρέθηκε στον άσο: «Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα ήταν πως όταν είσαι στο μηδέν εμφανίζονται άνθρωποι από το πουθενά για να σε στηρίξουν». Δεν θα φύγει ποτέ από δω, ό,τι και να γίνει: «Γεννήθηκα εδώ. Δεν έχω μάθει τίποτ’ άλλο. Εδώ είναι το σπίτι μου. Πού να πάω;»

Βλέπει κολοσσούς γύρω του να καταρρέουν και ανθρώπους να χάνουν επενδύσεις και οικονομίες δεκαετιών. «Θα μας πάρει 2-3 χρόνια για να ανακάμψουμε. Ευτυχώς, ο Ομπάμα μάς πάει στη σωστή κατεύθυνση» υποστηρίζει. Θεωρεί ότι πολλοί από αυτούς που επένδυσαν και έχασαν τα χρήματά τους, πιστεύοντας ότι το χρήμα θα ρέει για πάντα, ήταν αφελείς. Γελάει: «Όταν κάτι φαίνεται “πολύ καλό για να ’ναι αληθινό”, πιθανότατα έτσι είναι κιόλας»! Ο ίδιος δεν έχασε ούτε δολάριο. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Ή, πιο αμερικάνικα, «from nothing, you get nothing».


Eddie Martinez, 63 ετών,
εργάτης από το Πόρτο Ρίκο


Οι νεαροί στην πόρτα του σπιτιού του, στο Σάνσετ Παρκ του Μπρούκλιν, αρνούνται ότι τον γνωρίζουν. Δεν έχουν ξανακούσει ποτέ στη ζωή τους το όνομα Έντι Μαρτίνεζ. Όταν του τηλεφωνούμε στο κινητό («Έλα, κατέβα, είμαστε από κάτω»), χαλαρώνουν, σκάνε χαμόγελα: «Α, τον ξέρετε...» Συστήνονται. Είναι οι δύο γιοι του. «Σας περάσαμε για μπάτσους» απολογούνται. Και, φυσικά, δεν μας τον «έδωσαν».

«Ρατσισμός. Υπάρχει ρατσισμός» λέει, χειρονομώντας έντονα. «Μπήκαν στο σπίτι μου προχθές το βράδυ. Οι μπάτσοι. Έσπασαν την πόρτα...» καταγγέλλει και όλοι γύρω κουνάνε καταφατικά τα κεφάλια τους. Γιατί; «Με βλέπουν εδώ στη γειτονιά που με ξέρουν όλοι και είμαι γνωστός» κορδώνεται «και νομίζουν ότι πουλάω ναρκωτικά. Φυσικά, δεν βρήκαν τίποτα...» Αλήθεια λέει, τουλάχιστον για το κομμάτι του ρατσισμού με τους «Σπανιόλους». Αυτή είναι η γνώμη που έχουν πολλοί λευκοί Νεοϋορκέζοι γι’ αυτούς. Στερεότυπα που ίσως κάποτε αλλάξουν, όμως σίγουρα θα περάσει καιρός μέχρι τότε, μια-δυο γενιές.

Μας καλούν στο block party. Όλη η γειτονιά είναι εκεί, στο γκαράζ η οικογένεια του Έντι ψήνει – μπάρμπεκιου στους ήχους της σάλσα: μια μπάντα από κρουστά και πνευστά αυτοσχεδιάζει, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Όπως και όλοι οι Πορτορικανοί, άλλωστε, για να επιβιώσουν σε μια πόλη κατά τα άλλα φιλελεύθερη, που όμως ακόμα τους κοιτάζει με μισό μάτι...


Lauren Covey,
στυλίστρια


Από τη μακρινή Βιρτζίνια του slow motion στους φρενήρεις ρυθμούς του Μανχάταν και της βιομηχανίας της μόδας. Η Λόρεν Κόβεϊ σήμερα εργάζεται ως free lance στυλίστρια και σχεδιάστρια μόδας. Ξανθιά, χαμογελαστή και sweetheart. Έρχεται από τη νότια Βιρτζίνια, έναν άλλο πλανήτη – που βρίσκεται κάπου 10 ώρες απόσταση με το αυτοκίνητο και χιλιάδες έτη φωτός σε νοοτροπία από το Μανχάταν. «Οι κάτοικοι της Βιρτζίνια είναι πολύ πιο τυπικοί Αμερικανοί σε σχέση με τους Νεοϋορκέζους. Η θέα μιας σημαίας του Νότου σήμερα, σ’ αυτόν τον αιώνα, με κάνει να αηδιάζω. Ωστόσο, αναγνωρίζω ότι είναι άνθρωποι περήφανοι, αγαπούν και κρατούν την παράδοσή τους». Και το βράδυ, μετά από αρκετό μπέρμπον, αρχίζουν να βρίζουν την Ανατολική Ακτή, τους γιάπηδες, τις αδερφές και τους Εβραίους, που κάνουν κουμάντο σ’ αυτήν τη χώρα...

Οι δυσκολίες της κρίσης είναι πολλές. «Όπως όλοι, έτσι κι εμείς έχουμε επηρεαστεί από το πρόβλημα. Ως free lance βοηθός στυλίστρια παρατηρώ ότι συνεχίζουν να υπάρχουν πολλές δουλειές για editorial μόδας περιοδικών, για επιδείξεις μόδας, για styling επωνύμων πελατών. Όμως, οι προϋπολογισμοί έχουν κοπεί σημαντικά» παρατηρεί και μας δίνει ένα παράδειγμα: «Πριν από την κρίση ένα περιοδικό θα με πλήρωνε για τρεις μέρες προετοιμασίας σε μια φωτογράφηση μόδας. Τώρα παίρνω πάλι τη δουλειά, αλλά πληρώνουν μόνο την ημέρα της φωτογράφησης. Δεν φτάνει, όμως – κι αυτό σημαίνει ότι θα δουλεύω τζάμπα για τρεις μέρες, ώστε να φτάσω, τελικά, να πληρωθώ τη μία μέρα της φωτογράφησης...»

Αστειεύεται, τι άλλο μπορεί να κάνει; «Εμείς ειδικά, οι βοηθητικοί, που είμαστε στον πάτο της “τροφικής αλυσίδας”, την πληρώνουμε περισσότερο απ’ όλους» λέει, αλλά δεν μετανιώνει για τις επιλογές της: «Μ’ αρέσει η δουλειά μου, δεν βαριέσαι ποτέ!» Δεν έχει κάνει και λίγα. Από το styling του εθνικού συμβόλου που ακούει στο όνομα Bruce Springsteen μέχρι φωτογραφήσεις για το «Elle», το ιταλικό και κινέζικο «Vogue», το γιαπωνέζικο «GQ», συνεργασία με τον Andre 3000 και άλλους σχεδιαστές. «Κι αυτή είναι μόνο η αρχή» λέει η Λόρεν και σκύβει γελώντας στη βεράντα της ένα συννεφιασμένο φθινοπωρινό απόγευμα.


fashion addiction