

Κάτι περίεργες χαρές
Aναρχική ακτιβίστρια και αδέκαρη συγγραφέας. Με αυτό τον τίτλο αυτοσυστήνεται η Ρεμπέκα Σόλνιτ, βραβευμένη δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος και ιστορικός του πολιτισμού από το Σαν Φρανσίσκο. «Γράφω για τις περίεργες χαρές που ανθούν μες στην καταστροφή» λέει αυτή η γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα, που γράφει με ίδια άνεση και ενθουσιασμό για τις ηφαιστειακές εκρήξεις, για την ιστορία της περιπλάνησης και για τα εξεγερτικά κινήματα. Βιβλία και κείμενά της έχουν εκδοθεί τόσο από έγκριτες πανεπιστημιακές εκδόσεις και μεγάλους οίκους όσο και από οικολογικές επιθεωρήσεις, αριστερά περιοδικά και ροκ εντ ρολ φανζίν.
Ζει μόνη σε ένα δωμάτιο, χωρίς δουλειά με ωράριο και μισθό, στο «κατώτερο όριο των αναγκών» της, όπως λέει, για να έχει την ελευθερία να γράφει όποτε θέλει και ό,τι θέλει. Η γραφή της, που ρέει γοητευτικά και αβίαστα, συνδυάζει την ιστορική ανάλυση με την ποιητική ενόραση, κάνοντας τους κριτικούς να τη συγκρίνουν με «μια πιο ριζοσπάστρια Ναόμι Κλάιν και μια λιγότερο εστέτ Σούζαν Σόνταγκ». Η ίδια αναφέρεται συχνά σε «ετερόδοξους» μαρξιστές κριτικούς, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ, πιστεύοντας ατράνταχτα στη διαλεκτική δύναμη «της ελπίδας για τους απελπισμένους». Διότι, όπως λέει, «η ελπίδα δεν είναι λαχνός που κάθεσαι στον καναπέ σου και τον τραβάς, νιώθοντας την εύνοια της τύχης, αλλά ένα τσεκούρι με το οποίο γκρεμίζεις πόρτες σε κατάσταση ανάγκης».
Στο βιβλίο της «Ελπίδα στο σκοτάδι – Η άγνωστη ιστορία της δύναμης των ανθρώπων» (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Οκτώ) μιλά για την πρόσφατη ιστορία των κινημάτων: από το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης ώς τους Ζαπατίστας και τις μεγαλειώδεις αντιπολεμικές πορείες του 2003, η Σόλνιτ συντάσσει ένα μανιφέστο αισιοδοξίας για τη «Διεθνή της Ελπίδας» του 21ου αιώνα.
- Πώς ξεχωρίζουμε την πλαστή ελπίδα που καθησυχάζει από την ελπίδα που κινητοποιεί;
«Για την πλαστή ελπίδα… εκεί χρειάζεται μια αίσθηση της Ιστορίας και της προπαγάνδας. Όμως, για μένα ο μεγάλος κίνδυνος είναι η ψεύτικη αισιοδοξία, η πίστη ότι όλα θα φτιάξουν, είτε κάνουμε κάτι είτε όχι, ότι το σύστημα αυτήν τη φορά θα λειτουργήσει σωστά ακόμα κι αν δεν το έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν, ακόμα κι αν εμείς κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Φυσικά, και η απαισιοδοξία σε παραλύει. Για μένα η ελπίδα είναι η δύναμη που σε δραστηριοποιεί, διότι βλέπεις ότι υπάρχουν δυνατότητες που μπορούμε να αδράξουμε ή –ακόμα κι αν δεν υπάρχουν τη δεδομένη στιγμή– μπορούμε να τις δημιουργήσουμε προσπαθώντας».
- Οι Ζαπατίστας, με την εξέγερσή τους, ήδη από το 1996 διακήρυξαν την ίδρυση μιας νέας Διεθνούς, μιας Διεθνούς της Ελπίδας. Ποιοι θα αποτελούσαν μια τέτοια Διεθνή της Ελπίδας σήμερα;
«Αν αναλογιστούμε ότι στη Λατινική Αμερική, μια ήπειρο που ώς πριν από 15 χρόνια κυβερνούσαν οι δικτάτορες και τα αντικομμουνιστικά τάγματα θανάτου, σήμερα υπάρχουν τόσες αριστερές κυβερνήσεις, αυτό από μόνο του είναι εκπληκτικό. Όμως, μια Διεθνής της Ελπίδας θα μπορούσε να οριστεί με ευρύτερο τρόπο, περιλαμβάνοντας αυτούς που έχουν αφήσει πίσω τα παλιά μοντέλα δεξιάς / αριστερής πολιτικής, για να εφεύρουν νέες μορφές αποκεντρωμένης λαϊκής εξουσίας, δημιουργικής συλλογικότητας, εναλλακτικής οργάνωσης, πράσινης οικονομίας και ακόμα περισσότερα, από την Αγγλία ώς την Ινδία».
- Θεωρείτε πως το αντιπολεμικό κίνημα νίκησε;
«Ένας από τους λόγους που έγραψα το “Ελπίδα στο σκοτάδι” ήταν για να πείσω τους αντιπολεμικούς ακτιβιστές, που ένιωθαν ότι απέτυχαν να σταματήσουν τον πόλεμο, ότι ο αγώνας τους δεν ήταν ολότελα χαμένος. Αν και δεν θεωρώ στο σύνολό του το αντιπολεμικό κίνημα λαμπρό παράδειγμα νίκης, έχουμε κερδίσει κάποιες αδιόρατες νίκες. Έχουμε, πάνω απ’ όλα, κερδίσει τη μάχη της Ιστορίας – όλοι συμφωνούν ότι ήταν ένας άδικος, αιματηρός πόλεμος, που έσπειρε θάνατο και φρίκη, και το τίμημα για το έθνος του εισβολέα ήταν χαμένες ανθρώπινες ζωές, χαμένη εθνική υπόληψη και κύρος, και ένα τρισεκατομμύριο δολάρια».
- Σας έχουν ποτέ κατηγορήσει ως υπεραισιόδοξη;
«Ω, ναι! Υπάρχει, μάλιστα, ένα είδος οργισμένου παλαιο-αριστερού, που όταν μιλάω εξοργίζεται ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτό καμιά φορά αναφέρομαι στο καθήκον μου “ν’ αρπάξω το αρκουδάκι της απογοήτευσης από τη στοργική αγκαλιά της Αριστεράς”. Αλλά για μένα η απογοήτευση είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχουν οι απεγνωσμένοι. Αν το αντίθετο της ελπίδας είναι να παραδοθείς σε μια ζωή χωρίς δικαιώματα, χωρίς επαρκή τροφή και στοιχειώδη δικαιοσύνη, τότε δεν έχεις άλλη επιλογή από το να συνεχίσεις να παλεύεις. Αν το εναλλακτικό στην ελπίδα είναι να μουρμουράς για το μαύρο μέλλον και την αδυναμία μας να το αλλάξουμε και να γυρίσεις στο σπίτι σου, στη μεσοαστική σου άνεση, τότε έχεις πολλά να κερδίσεις από αυτήν την γκρίνια, που δεν σου ζητάει τίποτα, αν και τελικά σου στερεί πολλά».
– Eνώ αναφέρεστε σε νίκες κινημάτων ακτιβιστών, περιβαλλοντιστών, γκέι κ.ά., σχεδόν λάμπουν διά της απουσίας τους οι εργατικές νίκες. Θεωρείτε ότι το εργατικό κίνημα έχει δεχτεί ήττα;
«Όντως, οι συνθήκες εργασίας έχουν σε πολλά θέματα χειροτερεύσει τις τελευταίες δεκαετίες, με το “outsourcing”, το φορολογικό “ράλι προς τα κάτω” και άλλες επιχειρηματικές πρακτικές. Η παρακμή του εργατικού κινήματος έχει αφήσει πολλούς εργαζόμενους στο έλεος των εργοδοτών. Όμως, δεν είναι όλα χαμένα. Η ελπίδα μου είναι πως, αν τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά κατά πρόσωπο και οργανωθούμε, έχουμε πιθανότητες να νικήσουμε. Η παρακμή δεν είναι αναπόφευκτη».
– Γράφετε ότι η Αριστερά όπως την ξέραμε ανήκει στο παρελθόν. Υπάρχει ανάγκη για μια νέα Αριστερά;
«Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για νέους ορισμούς. Στις ΗΠΑ πολλοί είναι εχθρικοί ή αποξενωμένοι από την Αριστερά, ακόμα κι αν συμφωνούν με τη θεωρία της. Είναι ζήτημα ύφους και ανήκει στην κληρονομιά των “baby boomers”, που άφησαν μια παρακαταθήκη πολιτιστικής διαφορετικότητας στα 60s. Πρέπει να θέσουμε ένα νέο οπλοστάσιο από κοινούς παρονομαστές, αν θέλουμε να χτίσουμε ένα νέο λαϊκό κίνημα».
Rebecca Solnit: Bio (box)
Γεννήθηκε στην Καλιφόρνια το 1961, τη χρονιά που οικοδομήθηκε το Τείχος του Βερολίνου, την ίδια χρονιά με τον Μπάρακ Ομπάμα. Κόρη ενός εβραίου πατέρα και μιας ιρλανδής μητέρας με αγροτικές ρίζες, κληρονόμησε από τους γονείς της τόσο το ένστικτο της περιπλάνησης και το δέσιμο με την κοινότητα όσο και την αγάπη για τη φύση. Βραβευμένη συγγραφέας, κριτικός και δοκιμιογράφος, έχει εκδώσει πάνω από 12 βιβλία, με διασημότερο το «Wanderlust» – μία πολιτιστική ιστορία της πεζοπορίας. Ιστορικός των πόλεων, όπως και ο στενός της φίλος Μάικ Ντέιβις, έχει γράψει μία τοπογραφία της αγαπημένης της πόλης, του Σαν Φρανσίσκο, στο «Hollow City». Το πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι το «Paradise Built in Hell», στο οποίο με γνήσια επαναστατική αισιοδοξία ανιχνεύει τις «ανορθόδοξες κοινότητες που ανθίζουν στην καταστροφή», τις σχέσεις αλτρουισμού, αλληλεγγύης, ακόμα και κοινοκτημοσύνης που δημιουργούνται (κόντρα στον ολοκληρωτισμό των «δυνάμεων ασφαλείας») σε συνθήκες «έκτακτης ανάγκης»: από τον μεγάλο σεισμό του Σαν Φρανσίσκο το 1906 μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου και τον τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη. Το βιβλίο της «Ελπίδα στο σκοτάδι» (εκδ. Οκτώ, μτφρ. Φώτης Τερζάκης) είναι προς το παρόν το μοναδικό που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Επαναστατική αισιοδοξία (box)
Η Σόλνιτ δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η μόνη που μίλησε για την αναγκαιότητα της ελπίδας – ιδιαίτερα όταν η κατάσταση γύρω μας φαντάζει συνθλιπτική. Ξεκινώντας από τη θέση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι «η ελπίδα μάς δόθηκε μόνο για χάρη των απελπισμένων», η αναρχική ακτιβίστρια Ρεμπέκα Σόλνιτ εμπνέεται από τον «Παράγοντα της ελπίδας» του μαρξιστή φιλόσοφου Ερνεστ Μπλοχ. Ο Μπλοχ διακρίνει δύο είδη ελπίδας, την πλαστή ελπίδα (που θεωρεί ολέθρια και καταστρεπτική) και την αυθεντική ελπίδα, ως τη μόνη απελευθερωτική και επαναστατική. Η πλαστή ελπίδα είναι εκείνη που μας εφησυχάζει, είναι η τυφλή πίστη στους τάχα άκαμπτους νόμους της Ιστορίας, η μεταφυσική αντίληψη ότι η κατάσταση κάποτε θα αλλάξει από μόνη της, «θα γυρίσει ο τροχός». Η αυθεντική ελπίδα, εκείνη που μας κινητοποιεί σε δράση, προκύπτει μόνο μέσα από τη γνώση της πραγματικότητας, τη βαθιά κατανόηση των προβλημάτων, την αναζήτηση τρόπων να αλλάξουμε τον κόσμο. Η επαναστατική αισιοδοξία δεν ταυτίζεται με τη μακαριότητα της άγνοιας, βρίσκεται στον ακριβώς αντίθετο πόλο. Ίσως η διασημότερη ώς σήμερα συμπύκνωση της επαναστατικής αισιοδοξίας παραμένει η προτροπή του κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, «να πορευόμαστε με την απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της βούλησης». Ή όπως το είχε θέσει ο αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, από τη σκοπιά του διορατικού πεσιμιστή: «Πρέπει κανείς να είναι σε θέση να βλέπει ότι τα πράγματα είναι απελπιστικά και, ωστόσο, να παραμένει αποφασισμένος να τα αλλάξει». Γιατί χωρίς ελπίδα κανένας αγώνας δεν ξεκινά – και χωρίς αγώνα η ελπίδα ξεφτίζει γρήγορα και μεταστρέφεται στο αντίθετό της.
Ζει μόνη σε ένα δωμάτιο, χωρίς δουλειά με ωράριο και μισθό, στο «κατώτερο όριο των αναγκών» της, όπως λέει, για να έχει την ελευθερία να γράφει όποτε θέλει και ό,τι θέλει. Η γραφή της, που ρέει γοητευτικά και αβίαστα, συνδυάζει την ιστορική ανάλυση με την ποιητική ενόραση, κάνοντας τους κριτικούς να τη συγκρίνουν με «μια πιο ριζοσπάστρια Ναόμι Κλάιν και μια λιγότερο εστέτ Σούζαν Σόνταγκ». Η ίδια αναφέρεται συχνά σε «ετερόδοξους» μαρξιστές κριτικούς, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ, πιστεύοντας ατράνταχτα στη διαλεκτική δύναμη «της ελπίδας για τους απελπισμένους». Διότι, όπως λέει, «η ελπίδα δεν είναι λαχνός που κάθεσαι στον καναπέ σου και τον τραβάς, νιώθοντας την εύνοια της τύχης, αλλά ένα τσεκούρι με το οποίο γκρεμίζεις πόρτες σε κατάσταση ανάγκης».
Στο βιβλίο της «Ελπίδα στο σκοτάδι – Η άγνωστη ιστορία της δύναμης των ανθρώπων» (μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Οκτώ) μιλά για την πρόσφατη ιστορία των κινημάτων: από το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης ώς τους Ζαπατίστας και τις μεγαλειώδεις αντιπολεμικές πορείες του 2003, η Σόλνιτ συντάσσει ένα μανιφέστο αισιοδοξίας για τη «Διεθνή της Ελπίδας» του 21ου αιώνα.
- Πώς ξεχωρίζουμε την πλαστή ελπίδα που καθησυχάζει από την ελπίδα που κινητοποιεί;
«Για την πλαστή ελπίδα… εκεί χρειάζεται μια αίσθηση της Ιστορίας και της προπαγάνδας. Όμως, για μένα ο μεγάλος κίνδυνος είναι η ψεύτικη αισιοδοξία, η πίστη ότι όλα θα φτιάξουν, είτε κάνουμε κάτι είτε όχι, ότι το σύστημα αυτήν τη φορά θα λειτουργήσει σωστά ακόμα κι αν δεν το έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν, ακόμα κι αν εμείς κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια. Φυσικά, και η απαισιοδοξία σε παραλύει. Για μένα η ελπίδα είναι η δύναμη που σε δραστηριοποιεί, διότι βλέπεις ότι υπάρχουν δυνατότητες που μπορούμε να αδράξουμε ή –ακόμα κι αν δεν υπάρχουν τη δεδομένη στιγμή– μπορούμε να τις δημιουργήσουμε προσπαθώντας».
- Οι Ζαπατίστας, με την εξέγερσή τους, ήδη από το 1996 διακήρυξαν την ίδρυση μιας νέας Διεθνούς, μιας Διεθνούς της Ελπίδας. Ποιοι θα αποτελούσαν μια τέτοια Διεθνή της Ελπίδας σήμερα;
«Αν αναλογιστούμε ότι στη Λατινική Αμερική, μια ήπειρο που ώς πριν από 15 χρόνια κυβερνούσαν οι δικτάτορες και τα αντικομμουνιστικά τάγματα θανάτου, σήμερα υπάρχουν τόσες αριστερές κυβερνήσεις, αυτό από μόνο του είναι εκπληκτικό. Όμως, μια Διεθνής της Ελπίδας θα μπορούσε να οριστεί με ευρύτερο τρόπο, περιλαμβάνοντας αυτούς που έχουν αφήσει πίσω τα παλιά μοντέλα δεξιάς / αριστερής πολιτικής, για να εφεύρουν νέες μορφές αποκεντρωμένης λαϊκής εξουσίας, δημιουργικής συλλογικότητας, εναλλακτικής οργάνωσης, πράσινης οικονομίας και ακόμα περισσότερα, από την Αγγλία ώς την Ινδία».
- Θεωρείτε πως το αντιπολεμικό κίνημα νίκησε;
«Ένας από τους λόγους που έγραψα το “Ελπίδα στο σκοτάδι” ήταν για να πείσω τους αντιπολεμικούς ακτιβιστές, που ένιωθαν ότι απέτυχαν να σταματήσουν τον πόλεμο, ότι ο αγώνας τους δεν ήταν ολότελα χαμένος. Αν και δεν θεωρώ στο σύνολό του το αντιπολεμικό κίνημα λαμπρό παράδειγμα νίκης, έχουμε κερδίσει κάποιες αδιόρατες νίκες. Έχουμε, πάνω απ’ όλα, κερδίσει τη μάχη της Ιστορίας – όλοι συμφωνούν ότι ήταν ένας άδικος, αιματηρός πόλεμος, που έσπειρε θάνατο και φρίκη, και το τίμημα για το έθνος του εισβολέα ήταν χαμένες ανθρώπινες ζωές, χαμένη εθνική υπόληψη και κύρος, και ένα τρισεκατομμύριο δολάρια».
- Σας έχουν ποτέ κατηγορήσει ως υπεραισιόδοξη;
«Ω, ναι! Υπάρχει, μάλιστα, ένα είδος οργισμένου παλαιο-αριστερού, που όταν μιλάω εξοργίζεται ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτό καμιά φορά αναφέρομαι στο καθήκον μου “ν’ αρπάξω το αρκουδάκι της απογοήτευσης από τη στοργική αγκαλιά της Αριστεράς”. Αλλά για μένα η απογοήτευση είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχουν οι απεγνωσμένοι. Αν το αντίθετο της ελπίδας είναι να παραδοθείς σε μια ζωή χωρίς δικαιώματα, χωρίς επαρκή τροφή και στοιχειώδη δικαιοσύνη, τότε δεν έχεις άλλη επιλογή από το να συνεχίσεις να παλεύεις. Αν το εναλλακτικό στην ελπίδα είναι να μουρμουράς για το μαύρο μέλλον και την αδυναμία μας να το αλλάξουμε και να γυρίσεις στο σπίτι σου, στη μεσοαστική σου άνεση, τότε έχεις πολλά να κερδίσεις από αυτήν την γκρίνια, που δεν σου ζητάει τίποτα, αν και τελικά σου στερεί πολλά».
– Eνώ αναφέρεστε σε νίκες κινημάτων ακτιβιστών, περιβαλλοντιστών, γκέι κ.ά., σχεδόν λάμπουν διά της απουσίας τους οι εργατικές νίκες. Θεωρείτε ότι το εργατικό κίνημα έχει δεχτεί ήττα;
«Όντως, οι συνθήκες εργασίας έχουν σε πολλά θέματα χειροτερεύσει τις τελευταίες δεκαετίες, με το “outsourcing”, το φορολογικό “ράλι προς τα κάτω” και άλλες επιχειρηματικές πρακτικές. Η παρακμή του εργατικού κινήματος έχει αφήσει πολλούς εργαζόμενους στο έλεος των εργοδοτών. Όμως, δεν είναι όλα χαμένα. Η ελπίδα μου είναι πως, αν τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά κατά πρόσωπο και οργανωθούμε, έχουμε πιθανότητες να νικήσουμε. Η παρακμή δεν είναι αναπόφευκτη».
– Γράφετε ότι η Αριστερά όπως την ξέραμε ανήκει στο παρελθόν. Υπάρχει ανάγκη για μια νέα Αριστερά;
«Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για νέους ορισμούς. Στις ΗΠΑ πολλοί είναι εχθρικοί ή αποξενωμένοι από την Αριστερά, ακόμα κι αν συμφωνούν με τη θεωρία της. Είναι ζήτημα ύφους και ανήκει στην κληρονομιά των “baby boomers”, που άφησαν μια παρακαταθήκη πολιτιστικής διαφορετικότητας στα 60s. Πρέπει να θέσουμε ένα νέο οπλοστάσιο από κοινούς παρονομαστές, αν θέλουμε να χτίσουμε ένα νέο λαϊκό κίνημα».
Rebecca Solnit: Bio (box)
Γεννήθηκε στην Καλιφόρνια το 1961, τη χρονιά που οικοδομήθηκε το Τείχος του Βερολίνου, την ίδια χρονιά με τον Μπάρακ Ομπάμα. Κόρη ενός εβραίου πατέρα και μιας ιρλανδής μητέρας με αγροτικές ρίζες, κληρονόμησε από τους γονείς της τόσο το ένστικτο της περιπλάνησης και το δέσιμο με την κοινότητα όσο και την αγάπη για τη φύση. Βραβευμένη συγγραφέας, κριτικός και δοκιμιογράφος, έχει εκδώσει πάνω από 12 βιβλία, με διασημότερο το «Wanderlust» – μία πολιτιστική ιστορία της πεζοπορίας. Ιστορικός των πόλεων, όπως και ο στενός της φίλος Μάικ Ντέιβις, έχει γράψει μία τοπογραφία της αγαπημένης της πόλης, του Σαν Φρανσίσκο, στο «Hollow City». Το πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι το «Paradise Built in Hell», στο οποίο με γνήσια επαναστατική αισιοδοξία ανιχνεύει τις «ανορθόδοξες κοινότητες που ανθίζουν στην καταστροφή», τις σχέσεις αλτρουισμού, αλληλεγγύης, ακόμα και κοινοκτημοσύνης που δημιουργούνται (κόντρα στον ολοκληρωτισμό των «δυνάμεων ασφαλείας») σε συνθήκες «έκτακτης ανάγκης»: από τον μεγάλο σεισμό του Σαν Φρανσίσκο το 1906 μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου και τον τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη. Το βιβλίο της «Ελπίδα στο σκοτάδι» (εκδ. Οκτώ, μτφρ. Φώτης Τερζάκης) είναι προς το παρόν το μοναδικό που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Επαναστατική αισιοδοξία (box)
Η Σόλνιτ δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η μόνη που μίλησε για την αναγκαιότητα της ελπίδας – ιδιαίτερα όταν η κατάσταση γύρω μας φαντάζει συνθλιπτική. Ξεκινώντας από τη θέση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι «η ελπίδα μάς δόθηκε μόνο για χάρη των απελπισμένων», η αναρχική ακτιβίστρια Ρεμπέκα Σόλνιτ εμπνέεται από τον «Παράγοντα της ελπίδας» του μαρξιστή φιλόσοφου Ερνεστ Μπλοχ. Ο Μπλοχ διακρίνει δύο είδη ελπίδας, την πλαστή ελπίδα (που θεωρεί ολέθρια και καταστρεπτική) και την αυθεντική ελπίδα, ως τη μόνη απελευθερωτική και επαναστατική. Η πλαστή ελπίδα είναι εκείνη που μας εφησυχάζει, είναι η τυφλή πίστη στους τάχα άκαμπτους νόμους της Ιστορίας, η μεταφυσική αντίληψη ότι η κατάσταση κάποτε θα αλλάξει από μόνη της, «θα γυρίσει ο τροχός». Η αυθεντική ελπίδα, εκείνη που μας κινητοποιεί σε δράση, προκύπτει μόνο μέσα από τη γνώση της πραγματικότητας, τη βαθιά κατανόηση των προβλημάτων, την αναζήτηση τρόπων να αλλάξουμε τον κόσμο. Η επαναστατική αισιοδοξία δεν ταυτίζεται με τη μακαριότητα της άγνοιας, βρίσκεται στον ακριβώς αντίθετο πόλο. Ίσως η διασημότερη ώς σήμερα συμπύκνωση της επαναστατικής αισιοδοξίας παραμένει η προτροπή του κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, «να πορευόμαστε με την απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της βούλησης». Ή όπως το είχε θέσει ο αμερικανός συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, από τη σκοπιά του διορατικού πεσιμιστή: «Πρέπει κανείς να είναι σε θέση να βλέπει ότι τα πράγματα είναι απελπιστικά και, ωστόσο, να παραμένει αποφασισμένος να τα αλλάξει». Γιατί χωρίς ελπίδα κανένας αγώνας δεν ξεκινά – και χωρίς αγώνα η ελπίδα ξεφτίζει γρήγορα και μεταστρέφεται στο αντίθετό της.






