

Kalashnikov & κιθάρες
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια μουσική που την έλεγαν ροκ. Και οι άνθρωποι που κρατούσαν τις κιθάρες της θεωρούνταν επαναστάτες. Στις μέρες μας διηγούνται ακόμα αυτό το παραμύθι. Μόνο που για να γνωρίσεις πια τους πραγματικούς πρωταγωνιστές του, θα πρέπει να πας μακριά. Στην έρημο, ας πούμε. Στη γη των Τουαρέγκ, των νομάδων της Σαχάρας, των «ανθρώπων με τα μπλε».
Λίγες ροκ μπάντες έχουν μια ιστορία τόσο ξεχωριστή όσο οι Tinariwen. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ροκ σταρ δύσκολα αντέχουν πάνω από ένα τέταρτο έξω από το ξενοδοχείο τους. Οι Tinariwen, όμως, δεν είναι μια συνηθισμένη ροκ μπάντα. Η ιστορία τους τυπικά ξεκινάει το 1979, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης του Καντάφι για νεαρούς εξόριστους Τουαρέγκ – στην πραγματικότητα, όμως, στις 4 Απριλίου του 1960, τη στιγμή που ο τελευταίος Γάλλος εγκατέλειπε το Μάλι. Γιατί η ιστορία των Tinariwen είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ιστορία ενός συγκροτήματος. Είναι η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς νέων που βρέθηκαν πρόσφυγες, στην ανεργία και στο περιθώριο. Είναι η ιστορία της φυλής των Τουαρέγκ στον αγώνα της για επιβίωση. Είναι η ιστορία του τέλους της αποικιοκρατίας, που περιγράφει ο Τζόζεφ Κόνραντ «Στην καρδιά του σκότους» και ο Κόπολα στο «Αποκάλυψη τώρα». Είναι, όμως, τελικά και η ιστορία της θεραπευτικής δύναμης που έχει η μουσική να διηγείται, να μαλακώνει τον πόνο, να κάνει τη θλίψη γλυκιά, σαν το πρώτο ζεστό αεράκι της ερήμου την ανατολή…
Μάλι, δυτική Αφρική. Κάπου κοντά στο Τιμπουκτού
Το λεωφορείο καταπίνει τα χιλιόμετρα. Είχαμε ξεκινήσει στις 2 το μεσημέρι και προβλέπεται να φτάσουμε στις 10 το επόμενο πρωινό.
Διασχίζουμε τη σαβάνα για να φτάσουμε από τη μια μεριά της χώρας στην άλλη. Από την πρωτεύουσα Μπαμακό στο απόμακρο Γκάο, μια κωμόπολη– ο Αλλάχ να την κάνει- πεντακόσια χιλιόμετρα μετά και από το Τιμπουκτού, την πόλη συνώνυμη τού πουθενά στο δυτικό λεξιλόγιο. Εκεί πρέπει να βρούμε το σύνδεσμο που θα μας μεταφέρει με 4x4 διά μέσου της ερήμου στο Τέσσαλιτ, μια όαση στην καρδιά της Σαχάρας και της γης των Τουαρέγκ, μόλις 20 χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Αλγερία, στο αρχηγείο των Tinariwen, όπου είμαστε προσκεκλημένοι του συγκροτήματος. Περνάμε από χωριά με σπίτια από ξεραμένη στον ήλιο λάσπη. Παιδικά χέρια απλώνονται να μας πουλήσουν φρούτα και μπισκότα από τα στενά παράθυρα. Ο Νίγηρας, αυτός ο τεράστιος ποταμός που χωρίζει το Μάλι στη μέση, μας συνοδεύει πάντα στο αριστερό μας χέρι, σε ένα ταξίδι που δείχνει ατελείωτο. Στο mp3 παίζει Ali Farka Toure, εκείνη η τρομερή δισκάρα «Talking Timbuktu», συνεργασία με τον Ry Cooder. Βλέποντας από το παράθυρο τις ακακίες και τα δέντρα μπαομπάμπ να τρέχουν γοργά προς τα πίσω, καταλαβαίνω γιατί γράφτηκε αυτή η μουσική εδώ πέρα, είναι ιδανική για road movie. Από τα χαριτωμένα διαφημιστικά αφρικανικών λεωφορείων που κατά καιρούς έχετε δει, με τους πάντες να είναι ο ένας πάνω στον άλλον, αφαιρέστε όλο το φολκλόρ και τη ρέγκε και έχετε την πραγματική εικόνα. Άνθρωποι, εμπορεύματα και ζώα (!) στριμωγμένα συνθέτουν ένα μωσαϊκό από εικόνες, μυρωδιές και ήχους που σου μένει για πάντα αξέχαστο. Γύρω στις πέντε τα χαράματα σπάνε από τα πολλά τραντάγματα ταυτόχρονα τρία τζάμια. Κανείς δεν φαίνεται να ταράζεται, ούτε καν ο τύπος δίπλα στον οποίο έπεσαν, σαν λαιμητόμοι, τα τεράστια κομμάτια γυαλί. Όντως, το αξιοπερίεργο είναι πώς δεν είχε συμβεί τόσες ώρες…
Πέντε μέρες πριν μπω στο αεροπλάνο για το Μάλι, οι δυτικές κυβερνήσεις είχαν εκδώσει σαφή ταξιδιωτική οδηγία προς τους πολίτες τους να αποφύγουν τα εδάφη των Τουαρέγκ. Αρκετοί Δυτικοί είχαν απαχθεί τελευταία από ομάδες ληστών, δύο Βρετανοί μάλιστα είχαν εκτελεστεί εν ψυχρώ διότι ο Γκόρντον Μπράουν είχε αρνηθεί να πληρώσει τα λύτρα. Περί αυτού επρόκειτο, ούτως ή άλλως. Φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι και Αλ Κάιντα, μας έλεγαν. Και πράσινα αραβικά άλογα θα συμπλήρωνα…
Tinariwen, ποια είναι αυτή η μπάντα νομάδων της ερήμου της οποίας οι ηλεκτρικές κιθάρες έκαναν τον Damon Albarn των Blur να την λατρέψει; Τον Carlos Santana να τους καλέσει να τζαμάρουν μαζί στην περιοδεία του; Τον Robert Plant να δηλώσει ότι αποτελούν τον κρίκο που οδηγεί πίσω στις χαμένες ρίζες του μπλουζ; Τους Coldplay να αποκαλύψουν ότι ο Brian Eno κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του τελευταίου τους άλμπουμ είχε καρφώσει μόνιμα στο cd τούς Tinariwen για να τους εμπνεύσουν; Το περίφημο Radio 3 του ΒΒC να τους ανακηρύξει μπάντα της χρονιάς το 2005; Και το βρετανικό μουσικό περιοδικό «Uncut» να αναδείξει την πρόσφατη δουλειά τους «Imidiwan» ως cd της χρονιάς για το 2009;
Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι τα περίφημα εξώφυλλα των «Financial Times» για την ελληνική οικονομία μπορεί να μου έσωζαν τη ζωή στις διαπραγματεύσεις με πιθανούς απαγωγείς! «Regardez, je suis Grec. Notre gouvernement n’ a pas d’ argents, rien. Cherchez pour un German, un Français peut-être... Où un Americain, c’ est le meilleure…» (Κοιτάξτε, είμαι Έλληνας. Η κυβέρνησή μας δεν έχει λεφτά. Ψάξτε για κάναν Γερμανό, Γάλλο ίσως. Ή έναν Αμερικανό, αυτό είναι το καλύτερο). Φανταζόμουν το διάλογο, στοιβαγμένος μέσα στο λεωφορείο που μας μετέφερε στο στόμα του λύκου και αυθυποβαλλόμουν με κουράγιο. Στα παιδιά που ήταν μαζί μου, τον Δημήτρη και τον Γιώργο, δεν είχα πει τίποτα φυσικά για όλα αυτά. Μόνο ότι θα έχουμε αναγκαστικά στρατιωτική συνοδεία από το Γκάο στο Τέσαλιτ για λόγους ασφάλειας. Με τη σκέψη «Μαλάκα μου, καλά εσύ, οι άλλοι όμως τι σου φταίνε;» έπλεκα σενάρια. Μήπως ήταν, τελικά, λιγότερο επικίνδυνο αν πηγαίναμε μόνοι μας, χωρίς τη συνοδεία; Μήπως θα έκαναν σίγουρα επίθεση στην πομπή, αφού η συνοδεία υποδήλωνε ότι υπήρχαν Δυτικοί σ’ αυτήν; Και τι θα έκαναν οι φαντάροι σ’ αυτήν την περίπτωση; Θα πολεμούσαν ή θα το έβαζαν στα πόδια; Ρε, μήπως θα μας πουλούσαν οι ίδιοι στους ληστές; «Για να μάθετε, μαλάκες Δυτικοί, που τραβιέστε εδώ κάτω» θα μας έλεγαν...
Ευτυχώς, συνέβαιναν αρκετά απίθανα σκηνικά μέσα στο λεωφορείο ικανά να μου αποσπούν την προσοχή. Στην απογευματινή στάση, ο παραδίπλα είχε επιστρέψει περιχαρής με ένα αρνίσιο κεφαλάκι. Τότε έμαθα δύο νέα πράγματα. Ότι το φρεσκοψημένο αρνίσιο κεφαλάκι μυρίζει όσο ένα κοπάδι από ολόκληρα όταν είναι ζωντανά και ότι τρώγεται μέχρι και το τελευταίο του κοκαλάκι. Ο τύπος το μοιράστηκε με τα δυο παιδιά του – το πιο μεγαλειώδες οικογενειακό τσιμπούσι που έχω δει μέσα σε… ΚΤΕΛ.
Όταν φτάσαμε στο Γκάο, στις δώδεκα το επόμενο μεσημέρι, το λεωφορείο είχε μετατραπεί πια σε στάβλο κι εμείς σε φαντάσματα. Με συνολική χωρητικότητα 50 ατόμων, είχε καταφέρει να μεταφέρει ταυτόχρονα πάνω από τριακόσια πενήντα άτομα τις τελευταίες 24 ώρες και αρκετούς τόνους εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων μιας μηχανής DT και τριών κατσικιών στην οροφή. Ορκίστηκα ότι το όριό μου μέσα σε αφρικανικό λεωφορείο δεν θα ξαναπεράσει τις 10 συνεχείς ώρες. Σκαρφάλωσα στα σακιά με τα εμπορεύματα, που ήταν διάσπαρτα στο διάδρομο, και σύρθηκα μέχρι την πόρτα. Είχαμε φτάσει, επιτέλους, στο Γκάο – αλλά το πραγματικό ταξίδι δεν είχε ξεκινήσει ακόμα…
Δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια
Το επόμενο πρωινό ξυπνάω κομμάτια και με 38,5 πυρετό. Δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Ανοίγω το Lonely Planet στο εκτενές section για την υγεία και διαβάζω τα εξής: «Ένα εκατομμύριο παιδιά πεθαίνουν στην Αφρική κάθε χρόνο από μαλάρια (ελονοσία). Η ασθένεια μεταδίδεται μόνο μέσω τσιμπήματος κουνουπιού. Το πρώιμο στάδιο εκδηλώνεται με πονοκέφαλο, πυρετό και γενικά μπορεί να παρεξηγηθεί ως γρίπη, αφού έχει όλα τα συμπτώματά της. Οποιοσδήποτε έχει πυρετό σε περιοχή διάδοσης της ασθένειας (σ.σ.: όπως το Μάλι) θα πρέπει να υποθέσει ότι έχει μολυνθεί, ακόμα και αν έπαιρνε χάπια πρόληψης, μέχρι μια εξέταση αίματος να αποδείξει το αντίθετο. Αν δεν παρασχεθεί ιατρική βοήθεια, το επόμενο στάδιο μπορεί να αναπτυχθεί στις 24 ώρες που ακολουθούν και να οδηγήσει αρχικά σε κώμα και κατόπιν σε θάνατο. Η νοσοκομειακή περίθαλψη είναι απαραίτητη – αν και, ακόμα και στις καλύτερες κλινικές, το ποσοστό θανάτου είναι υψηλό (10%). Πολλοί ταξιδιώτες έχουν την εντύπωση ότι η ελονοσία είναι μια ελαφριά ασθένεια και ότι η θεραπεία είναι πάντα εύκολη και επιτυχημένη. Στην Αφρική, ωστόσο, αυτό δυστυχώς δεν είναι αλήθεια…»
Αρχίζω να καταριέμαι τον εαυτό μου. Τα χάπια ελονοσίας είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ να ξεκινήσεις να τα παίρνεις κάποιες μέρες πριν από το ταξίδι. Εγώ πήρα το πρώτο χάπι μισό λεπτό αφού με τσίμπησε το πρώτο κουνούπι στο Μπαμακό. Λάθος! Πόσο μαλάκας μπορείς να είσαι; άρχισα να αναρωτιέμαι φωναχτά. Σέρνομαι μέχρι το νοσοκομείο. Στην ουρά, σαράντα μανάδες με τα μικρά τους στην αγκαλιά να κλαίνε. Οι στατιστικές που διάβαζα στις ευρωπαϊκές εφημερίδες αποκτούν πρόσωπο. Οι συνθήκες υγιεινής εκεί μέσα θυμίζουν ανέκδοτο έκθεσης του ΟΗΕ. Κάνω την εξέταση. «Σε είκοσι λεπτά τα αποτελέσματα» μου λένε. Νιώθω σαν να έχω πιάσει τους πέντε αριθμούς στο ΛΟΤΤΟ και περιμένω να βγει ο έκτος. Φτάνει ο γιατρός, κρατώντας ένα κομμάτι χαρτί. Δεν έχω ξανακοιτάξει ποτέ κάτι με μεγαλύτερη λαχτάρα. Τελικά, ένα αδιόρατο μυστικιστικό νήμα δείχνει να συνδέει τον ακατανόητο γραφικό χαρακτήρα των γιατρών ανά τον πλανήτη. «Αρνητικό», μου λέει, «αλλά υπάρχει και ένα 20% να πέφτουμε έξω». Αυτή η συζήτηση που αφορούσε τα ποσοστά επιβίωσής μου είχε αρχίσει να γίνεται κουραστική…
Μου δίνουν κάποια πιο ισχυρά χάπια και μου λένε να τα παίρνω τέσσερα τέσσερα κάθε έξι ώρες. Κι εγώ που υπολόγιζα να πάω στην έρημο…
Τα χαράματα το καραβάνι με τη στρατιωτική συνοδεία θα ξεκινούσε για να διασχίσει την έρημο. Έχω μερικές ώρες να αποφασίσω τι θα κάνω και να σκεφτώ κάποια πράγματα όπως ποτέ πριν.
Γύρω στις 2 το πρωί ο πυρετός έχει πέσει στο τριανταεφτάμισι. Πετάω βιαστικά τα πράγματα στο σακίδιο, παίρνω το 80% μου και φεύγουμε για να προλάβουμε τη συνοδεία. Αφού υπάρχει εξίσωση επιβίωσης εδώ πέρα, ας προσθέσουμε μερικές παραμέτρους ακόμα, αυξάνοντας την εντροπία… «Από δω και πέρα οτιδήποτε μπορεί να συμβεί».
«Fini le goudron» – τέρμα η άσφαλτος6.20 π.μ.
Μαζί και τα ψέματα. Έρημος Σαχάρα. Το πιο αφιλόξενο τοπίο του κόσμου. Εδώ επιβιώνουν μόνο τα πιο σκληραγωγημένα όντα του πλανήτη. Οι καμήλες , οι σκορπιοί και οι Τουαρέγκ είναι μερικά από αυτά. Και, ενίοτε, μερικοί απερίσκεπτοι Δυτικοί με πυρετό. Το πρώτο φως βρίσκει το τζιπ μας να βγάζει καπνούς. Η χωματερή του δυτικού πολιτισμού έχει όνομα. Λέγεται Αφρική. Ό,τι είναι να πεταχτεί καταλήγει εδώ αφού απογυμνωθεί από οτιδήποτε χρήσιμο. Το Toyota Land Cruiser μας δεν αποτελεί εξαίρεση. Αναγκαστική στάση για ολόκληρο το καραβάνι των οχημάτων. Συνολικά δώδεκα, τέσσερα στρατιωτικά, ένα των Ηνωμένων Εθνών και τα υπόλοιπα με δυτικούς. Το κρύο είναι απίστευτο, πιρουνιάζει, έχει-δεν έχει τρεις βαθμούς. Σε λίγες ώρες στο ίδιο σημείο θα έχει τριάντα πέντε. Οι φαντάροι που μας συνοδεύουν ξεπεζεύουν από τις καρότσες των «πειραγμένων» 4x4 με τα πυροβόλα και ανάβουν φωτιά για να φτιάξουν τσάι να ζεσταθούν.
Η παρασκευή του τσαγιού σ’ αυτά τα μέρη αποτελεί ιεροτελεστία. Μόλις βράσει, το ρίχνουν από ύψος στο φλιτζάνι, σαν να φτιάχνουν κοκτέιλ στη Νέα Υόρκη για να αφρίσει και να ανακατευτεί καλύτερα. Στην έρημο πίνουν πάντα τρία φλιτζάνια τσάι. Το πρώτο πικρό σαν το θάνατο, το δεύτερο ήπιο σαν τη ζωή και το τρίτο γλυκό σαν τον έρωτα. Εμείς θα λέγαμε σκέτο, στη μύτη και βαρύ γλυκό…
Έρημος, η απόλυτη φυλακή ή η απόλυτη ελευθερία;
Τυλιγμένος με τουρμπάνι, όπως όλοι, για να αποφεύγω την άμμο που τρυπώνει παντού, παρατηρώ τα υποτυπώδη σημάδια βλάστησης να χάνονται καθώς προχωράμε όλο και πιο βαθιά στη Σαχάρα. Δεν έχω δει ποτέ κάτι πιο άγριο, πιο απόκοσμο, πιο ήσυχο, πιο ασάλευτο. Έχουμε να καλύψουμε στην έρημο συνολικά χίλια διακόσια χιλιόμετρα πήγαιν’ - έλα. Βρισκόμαστε στο πιο αραιοκατοικημένο μέρος του πλανήτη. Για τα δεδομένα της ερήμου, το «διπλανό χωριό» απέχει συνήθως διακόσια-τριακόσια χιλιόμετρα. Στη δική μας περίπτωση απέχει εξακόσια, είναι ήδη μεσημέρι, τα πάντα έχουν πυρώσει κι εμείς έχουμε αρκετό δρόμο ακόμα…
Το τζιπ πλανάρει συχνά στην άμμο, φεύγουμε ίσα πάνω σε ένα δέντρο. Αγκαλιάζουμε τον οδηγό μας. «Άσε και κανά δέντρο ρε Μαχμούντ. Έρημο το κατάντησες.» Εμείς γελούσαμε αλλά ο τύπος που διοργάνωσε πρώτη φορά το φεστιβάλ της ερήμου, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό στην έρημο στην τρίτη μόλις χρονιά τους φεστιβάλ. Κάποια 4Χ4 τα είδαμε να ντεραπάρουν μπροστά στα μάτια μας. Αν κοιτάξετε στατιστικές για το Μάλι, παραλείψτε τη συγκεκριμένη, θα μελαγχολήσετε. Μάλλον όμως θα μελαγχολήσετε και με όλες τις υπόλοιπες. Τρίτη χώρα σε παραγωγή χρυσού στην Αφρική την ίδια ώρα που το 72% του πληθυσμού ζει με κάτω από 2$ την ημέρα και ο μ. ό. ηλικίας είναι τα 50.
Αιώνες πριν, στην ίδια αυτή καυτή άμμο άφηναν τα ίχνη τους οι χιλιάδες καμήλες των καραβανιών της αυτοκρατορίας του Μάλι, φορτωμένες με αλάτι και χρυσό. Ο έλεγχος του υπερσαχάριου εμπορίου εξασφάλιζε πλούτο και δύναμη. Τα τέλη, όμως, του 19ου αιώνα βρίσκουν όλη τη δυτική Αφρική υπό τον έλεγχο των Γάλλων. Το τέλος της αποικιοκρατίας στα μέσα του 20ού αφήνει το Μάλι με στοιχειώδεις υποδομές. Η φυλή των Μπαμπάρα, που ως πολυπληθέστερη έλαβε τη σκυτάλη στην εξουσία από τους Γάλλους το 1960, αποφασίζει ότι αυτοί οι ατίθασοι νομάδες, οι Τουαρέγκ, θα πρέπει να «εκπολιτισθούν». Έτσι ξεκινάει μία χωρίς προηγούμενο επιχείρηση τρομοκρατίας στα χωριά των Τουαρέγκ, με εκτελέσεις, λεηλασίες, καταστροφές.
Ο Ιμπραήμ, ο αρχηγός και ιδρυτής των Tinariwen, ήταν τριών χρονών όταν ο στρατός εισέβαλε στο χωριό και σκότωσε τον πατέρα του. «Ξαφνικά άκουσα όλο το χωριό να χειροκροτεί» μου λέει. Οι στρατιώτες είχαν υποχρεώσει τους χωρικούς να χτυπάνε παλαμάκια κάθε φορά που εκτελούσαν κάποιον! Μετά εκτέλεσαν μέχρι και τα κοπάδια τους… Ο Ιμπραήμ, έχοντας μείνει με το απόλυτο τίποτα στη μέση της ερήμου, αναγκάζεται να τη διασχίσει και να καταφύγει στην Αλγερία, όπως και χιλιάδες νεαροί Τουαρέγκ. Είναι μια εφηβεία δύσκολη, στην εξορία και στο περιθώριο, μια γενιά που υποτιμητικά θα ονομαστεί «ίσουμαρ» από το γαλλικό chommage που σημαίνει ανεργία. Ο Ιμπραήμ και οι φίλοι του μετατρέπουν τη βρισιά σε παράσημο τιμής, παίζουν μουσική και, ως γνήσιοι νομάδες, εξαφανίζονται στην έρημο κάθε φορά που έχουν μπλεξίματα με την αστυνομία – που συχνά ξεσπάει στους μικρούς Τουαρέγκ. Ο κόσμος αρχίζει να τους αποκαλεί Kel Tinariwen – δηλαδή, οι άνθρωποι της ερήμου.
Τη δεκαετία του ’80 όλοι οι εξόριστοι Τουαρέγκ ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Καντάφι για εκπαίδευση στα στρατόπεδά του. Ο συνταγματάρχης τούς υπόσχεται να τους βοηθήσει να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους και να πάρουν εκδίκηση. Σ’ αυτά τα στρατόπεδα ο Ιμπραήμ και η παρέα του ηχογραφούν τις πρώτες κασέτες της μουσικής κολεκτίβας των Tinariwen, που μιλούν για εξέγερση, για τη νοσταλγία μακριά από την έρημο και για τον πόθο των Τουαρέγκ για ελευθερία. Οι κασέτες κοπιάρονται χιλιάδες φορές, από χέρι σε χέρι, και λαθραία φτάνουν σε κάθε χωριό Τουαρέγκ. Οι υπνωτικά καταιγιστικές τους κιθάρες ισοδυναμούν με χιλιάδες ριπές καλάσνικοφ. Δεν αργεί η στιγμή που περνάνε τα σύνορα οπλισμένοι. Η επανάσταση ξεκινά, και οι Tinariwen έχουν τα χέρια τους γεμάτα. Στο ένα το καλάσνικοφ, στο άλλο η κιθάρα. Διαπιστώνουν ότι όπου και να πάνε τους ξέρουν όλοι από τις κασέτες τους. «Κάθε Τουαρέγκ είναι Tinariwen» ακούγεται από τα χείλη όλων. Δεν είναι απλώς μια ροκ μπάντα της ερήμου, είναι κίνημα…
Ευτυχώς, το αιματοκύλισμα δεν κρατά για πολύ. Έπειτα από μερικούς μήνες μια εύθραυστη συμφωνία, που σταματά προσωρινά τις εχθροπραξίες, υπογράφεται ανάμεσα στην κυβέρνηση του Μάλι και στους Τουαρέγκ. Επιτέλους, τα μέλη των Tinariwen μπορούν να πάνε στα σπίτια όπου γεννήθηκαν και να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς να φοβούνται. Αυτή η εύθραυστη ειρήνη διακόπτεται συχνά πυκνά από χαμηλής έντασης αψιμαχίες.
Το 2001 διοργανώνεται στη Σαχάρα το διάσημο πλέον φεστιβάλ της ερήμου για πρώτη φορά, με headliners τους Tinariwen, βασισμένο στο παραδοσιακό ετήσιο αντάμωμα των Τουαρέγκ. Η φήμη τους αρχίζει να ξεπερνάει τα σύνορα. Οι πόρτες των μεγαλύτερων φεστιβάλ του κόσμου –WOMAD, Roskilde, Glastonbury– ανοίγουν και οι Δυτικοί ακούνε για πρώτη φορά, εκστασιασμένοι, τις κιθάρες των ανθρώπων με τα τουρμπάνια και τις κελεμπίες. Πραγματική αποκάλυψη…
Γνώρισα τους Tinariwen από κοντά στο φεστιβάλ της Σάνης, στη Χαλκιδική το 2008, όταν ήρθαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μίλησα με τον Ιμπραήμ για αρκετή ώρα. «Κοίτα», μου λέει, «για να μας καταλάβεις καλύτερα θα πρέπει να έρθεις στην έρημο». Η πρόσκληση ίσχυε ακόμα όταν ανταμώσαμε πέρυσι το καλοκαίρι στο φεστιβάλ του Kosmos στην Αθήνα. «Φέτος θα έρθω» του είπα. «Τότε έλα να μας βρεις στο Τέσσαλιτ, στην αλλαγή του χρόνου» μου απάντησε. «Το φεστιβάλ της ερήμου έχει γίνει πολύ εμπορικό πια για μας και το βαριόμαστε. Αν θες να δεις την έρημο, έλα στο Τέσσαλιτ. Εκεί θα έχουμε στήσει ένα αυθεντικό πανηγύρι Τουαρέγκ».
Να ‘μαι, λοιπόν, στα τέλη του Δεκέμβρη να διασχίζω την έρημο για να φτάσω στο Τέσσαλιτ. «What time are we arriving?» ρωτάει ένα ζευγάρι Αυστραλών. «Ici, c’ est l’ Afrique. Il n y a pas cette question» τους απαντάω ευγενικά. Δυο μέρες αργότερα θα έσπαγαν. Δεν προσαρμόστηκαν ποτέ. Ο οδηγός μας είναι Τουαρέγκ και δε γουστάρει που περιστοιχίζεται από τόσο ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Οι φαντάροι στις καρότσες ήταν μονίμως με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Δεν είχε μερικούς μήνες που οι Τουαρέγκ είχαν έρθει σε μία ακόμα συμφωνία με την κυβέρνηση για την «οριστική» κατάπαυση του πυρός. Πρόπερυσι η μισή περιοδεία των Tinariwen στην Ευρώπη είχε ακυρωθεί, αφού στην ίδια περιοχή που εμείς διασχίζαμε τώρα, ένα ελικόπτερο άρχισε να τους πυροβολεί και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω. Οι παλιοί εχθροί, όμως, φαίνεται ότι πια τα έχουν βρει. Το πρόβλημα πλέον είναι οι ανεξέλεγκτες ομάδες φονταμενταλιστών, με πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα.
Λίγο πριν πέσει η νύχτα φτάνουμε στη γιορτή, επιτέλους, και πέφτω μισολιπόθυμος στη σκηνή των νομάδων. Ακούω τη μουσική από τις κιθάρες να διαχέεται και να αγκαλιάζει την έρημο, ενώ παραδίδομαι στα πυρετώδη όνειρά μου. Γλιστράω πάνω στον ήχο από τις κιθάρες ενώ βυθίζομαι στο ασυνείδητο. Είναι το καλύτερο φάρμακο. Την επόμενη μέρα ξυπνάω περδίκι. Οι Tinariwen θα παίξουν το βράδυ· χθες απλώς τζαμάρανε κάποια μέλη τους. Ο Ιμπραήμ φτάνει απόψε. Η μέρα κυλάει αργά μέσα στη δροσερή παραδοσιακή σκηνή των Τουαρέγκ, η κατάσταση μυρίζει Γαύδο – επιτέλους, ξεκούραση ύστερα από πολλές μέρες μετακίνησης! Για περισσότερο από μια βδομάδα έπρεπε να ξυπνάμε το αργότερο στις τρεις τα χαράματα και να ξεκινάμε το ταξίδι.
Το ηλιοβασίλεμα, την πιο γλυκιά ώρα στην έρημο, ένας νεαρός μπαίνει στη σκηνή μας και ζητάει την κιθάρα που ο Δημήτρης υπομονετικά κουβαλούσε σε ολόκληρο το ταξίδι. «Τη θέλει για λίγο ο Japonais (σ.σ.: Γιαπωνέζος)» μας λένε. Είχα ακούσει γι’ αυτόν τον τύπο με το παρατσούκλι Ζαπονέ τα χειρότερα –με την καλή έννοια-, αλλά επειδή δεν συνοδεύει τους Tinariwen στις περιοδείες δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ. «Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής στη γλώσσα των Τάμασεκ (Τουαρέγκ)», «Είναι ο Σιντ Βίσιους της ερήμου.», «Μέθυσος, ρέμπελος, τρομερό ταλέντο, πρέπει να τον γνωρίσεις οπωσδήποτε» ήταν μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που τον συνόδευαν. Δεν πίστευα στην τύχη μου. Και όταν είδα αυτό τον Τουαρέγκ με το παράξενο ασιατικό παρουσιαστικό κατάλαβα ότι γνώριζα έναν πολύ ιδιαίτερο άνθρωπο…
Η έρημος χρειάζεται υπομονή. Και ταπεινά θα ζητήσω από εσένα αγαπητέ αναγνώστη να επιδείξεις την ανάλογη περιμένοντας το επόμενο τεύχος του Υποβρυχίου για να διαβάσεις το β μέρος της περιπέτειας στο Μάλι. Για το παραμυθένιο τζαμί της Τζενέ, για το οδοιπορικό στη γη των Ντογκόν στην καρδιά της ανιμιστικής κουλτούρας της Αφρικής και της ιδιότυπης σχέσης τους με τον Σείριο και για το πιο εξωτικό φεστιβάλ του κόσμου, αυτό της ερήμου στο Τιμπουκτού…






