

Ραγδαία στελεχόπτωση
Όταν τα παιδιά καριέρας αυτοκτονούν, η ίδια η καριέρα αξίζει να περάσει στην Ιστορία ως η πιο καλά διαφημισμένη τάση του καπιταλισμού. Και να μείνει εκεί. Στην Ιστορία. Γιατί εδώ, στην πραγματικότητα, δεν βοηθάει πια κανέναν. Η καριέρα ως ιδέα και αυτοσκοπός ξεπεράστηκε. Από τις στάχτες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης ξεφύτρωσε ένα νέο μοντέλο εργασίας, θεωρητικά πιο ευέλικτο και απελευθερωτικό. Πρακτικά, εντελώς δυσοίωνο. Ευτυχώς, υπάρχει πάντα το ψάρεμα…
Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου αν η ανεργία σημειώσει αύξηση 3%, οι αυτοκτονίες θα εμφανίσουν άνοδο 4%, οι δολοφονίες θα αυξηθούν κατά 6% και ο αλκοολισμός κατά 28%. Στο μεγάλο κραχ του 1929, για παράδειγμα, οι αυτοκτονίες ανήλθαν σε 23.000. Στο σχόλασμα, τα στελέχη ευχόντουσαν καλό Σαββατοκύριακο και έφευγαν απ’ το παράθυρο. Το θέμα θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, αν δεν φοβόμασταν ότι δουλειά της Ιστορίας είναι να επαναλαμβάνεται.
Τους τελευταίους είκοσι μήνες (μεσούσης της κρίσης, δηλαδή), η France Telecom –γαλλικός κολοσσός στον τομέα των επικοινωνιών– «μέτρησε» 25 αυτοκτονίες υπαλλήλων της και άλλες τόσες απόπειρες, εισάγοντας τη φράση mode du suicide στο καθημερινό λεξιλόγιο κάθε εργαζομένου της. Για την ιστορία, η France Telecom ήταν ο αντίστοιχος δικός μας ΟΤΕ. Όταν ιδιωτικοποιήθηκε, εξαφάνισε 40.000 θέσεις εργασίας – το δίλημμα που είχε τεθεί τότε στους υπαλλήλους ήταν: παραίτηση ή πλήρης αποδοχή των νέων συνθηκών εργασίας. Όσοι έμειναν, λοιπόν, έπρεπε να παλέψουν με τον εκφοβισμό, την ψυχολογική πίεση, τον ανταγωνισμό, την εντατικοποίηση – έννοιες όχι ακριβώς σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, και δη τη φύση του μέσου Ευρωπαίου. Έτσι, άρχισαν να βρίσκουν διέξοδο άλλος βουτώντας στο κενό από το παράθυρο του γραφείου του, άλλος μπήγοντας ένα μαχαίρι στην κοιλιά του κατά τη διάρκεια του meeting. Όταν οι αυτόχειρες έφτασαν τους 25, η εταιρεία μάλλον θορυβήθηκε και αποφάσισε να άρει το μέτρο των διαρκών μεταθέσεων και να καταργήσει το «πλάνο προσωπικών στόχων με χρονοδιάγραμμα». Προσέλαβε εκατό ψυχιάτρους, εγκαινίασε την τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης, μοίρασε ερωτηματολόγια και υποσχέθηκε εχεμύθεια. Την ίδια στιγμή που και άλλες εταιρείες ανά τον πλανήτη μπαίνουν δειλά δειλά στο χορό της αυτοκτονικής επιδημίας.
Στην Ελλάδα η ανεργία σήμερα φτάνει το 9,5%, ενώ στα επόμενα δύο χρόνια θα έχει αγγίξει το 10,9%. Ευτυχώς, όμως, επιδεικνύουμε μέχρι στιγμής τη μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία, μαζί με τους Ισπανούς και τους Ιταλούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ύφεση δεν μας πλήττει. Σημαίνει μάλλον ότι ο μέσος Έλληνας εκλαμβάνει τη δουλειά ως ένα μόνο κομμάτι της ζωής του, δεν την ταυτίζει μ’ αυτήν – όταν δεν μπορεί να αλλάξει τον εξωτερικό παράγοντα, αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον εξωτερικό παράγοντα. Συμπεριλαμβάνεται και αυτός στους εργαζομένους που δίνουν περισσότερο βάρος στην άμεση (και ενδεχομένως προσωρινή) ασφάλεια που τους προσφέρει μια εργασία, παρά στις ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες εργασίας. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν παύει να προβληματίζεται και έχει ήδη αρχίσει –κατά τα παγκόσμια πρότυπα– να αναζητεί διεξόδους στην αγορά του εξωτερικού, στην εγχώρια αγορά αλλάζοντας αντικείμενο, στο ίδιο αντικείμενο αλλά από άλλη θέση, στην ίδια θέση αλλά με πολλούς διαφορετικούς εργοδότες. Αναπόφευκτο, μια και ο εργαζόμενος έχει να αντιμετωπίσει την υπερπροσφορά στην αγορά εργασίας, το δεδομένο ότι θα δουλεύει μέχρι τα 65 του και –εσχάτως– τις δραματικές μεταβολές στο οικονομικό τοπίο.
Το πρότυπο της μίας και μοναδικής καριέρας κατέρρευσε. Η ύφεση απαιτεί αλλαγή της κοινωνικής μας αντίληψης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι καταργούνται όσο το δυνατόν περισσότερες μόνιμες θέσεις και αυξάνονται οι θέσεις προσωρινής απασχόλησης. Το νέο μοντέλο είναι εδώ: απασχολεί τον υπάλληλο τις μισές ώρες σε σχέση με πριν, του πληρώνει τα μισά λεφτά, υποτίθεται ότι προσφέρει δουλειά σε περισσότερους, ευνοεί τη διαρκή εναλλαγή εργοδοτών ή την ταυτόχρονη πρόσληψη από διαφορετικούς εργοδότες.
Με σημαία τους την ανάπτυξη και την πρόοδο και πάντα παρακινούμενοι από αισθήματα αγάπης και ενδιαφέροντος για τον εργαζόμενο, οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες ευαγγελίζονται τη σύζευξη της ασφάλειας με την ευελιξία. Εισάγουν καινούργιο λήμμα με το όνομα flexicurity (flexibility + security), το οποίο συνίσταται στα εξής τρία βασικά σημεία: 1. Επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα των εργαζομένων. 2. Κοινωνική προστασία μέσω υψηλών επιδομάτων ανεργίας. 3. Διά βίου εκπαίδευση. Ακούγεται ευέλικτο, απελευθερωτικό και πολύ… κοσμοπόλιταν, αλλά επί του πρακτέου σκοτώνει. Πρόκειται για το ίδιο σύστημα που εφάρμοσε η France Telecom, με όχι και σπουδαία αποτελέσματα.
Με πρόσχημα τη flexicurity, ένα νέο είδος επιχείρησης κάνει την εμφάνισή του: οι εταιρείες διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού ή εταιρείες προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ), που αντικείμενό τους είναι η ενοικίαση εργαζομένων σε εταιρείες. Μία μάλλον «ποδοσφαιρική» προσέγγιση των εργασιακών σχέσεων, στα πρότυπα των μεγάλων ομάδων που «αγοράζουν» παίκτες και στη συνέχεια τους «δανείζουν» σε μικρότερες. Οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης λειτουργούν ως μεσάζοντες, παίρνουν μίζα και από τις δύο πλευρές, προσφέρουν δουλειά πάσης φύσεως για διάστημα μέχρι και ενός μήνα. Έτσι, οι εταιρείες-πελάτες τους καταργούν τα έξοδα πρόσληψης - απόλυσης, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν κανενός είδους συνδικαλισμό και, ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας εναπόκεινται στην καλή θέληση του επιχειρηματία. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι να ιδρύουν τέτοιου είδους θυγατρικές εταιρείες και να υπενοικιάζουν υπαλλήλους στους εαυτούς τους με πολύ χαμηλότερο κόστος. Ίσως αυτό να λέγεται μαζική προλεταριοποίηση, ίσως να λέγεται δουλεμπόριο – δυστυχώς, όμως, αποτελεί λύση στην οποία έχουν καταφύγει πάνω από 25.000 εργαζόμενοι στην Ελλάδα.
Η Α.Θ., ενοικιαζόμενη εργαζόμενη και συνδικαλίστρια, μας μιλάει για την επιτακτική ανάγκη της συσπείρωσης σε έναν χώρο όπου η μονάδα χάνεται: «Τα περιθώρια βελτίωσης με την ατομική προσπάθεια είναι πάρα πολύ περιορισμένα. Η δύναμη είναι στους πολλούς και μια τέτοια διεκδίκηση δεν μπορεί να διαπραγματευθεί μέσω πειθούς, αλλά να πείσει μέσω της δύναμής της και της δικής μας δύναμης». Η ανάγκη για συνδικαλισμό δεν έχει γίνει συνήθεια (ή ακόμα και συνείδηση) στους περισσότερους απ’ τους συναδέλφους της, μια και ο φόβος της απόλυσης είναι μάλλον το βασικότερο μέσο χειραγώγησης των ενοικιαζόμενων εργαζομένων. Αν, για παράδειγμα, κάποιος κινηθεί νομικά για να διεκδικήσει κεκτημένο δικαίωμα, θα δικαιωθεί μεν, θα χάσει τη δουλειά του δε. «Το βασικό μας αίτημα είναι η ίση αμοιβή και ίση εργασία με το μόνιμο προσωπικό τής εκάστοτε επιχείρησης. Στην ουσία, η ένταξή μας στην εταιρεία όπου εργαζόμαστε, η μονιμοποίησή μας. Αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν τήρηση της νομοθεσίας (του Εργατικού Δικαίου, δηλαδή), το οποίο μέχρι και εμείς οι συνδικαλιστές δεν γνωρίζουμε καλά».
Αν και σε πολλές περιπτώσεις η συναδελφικότητα υπερτερεί και οι μόνιμοι υποστηρίζουν τους «προσωρινούς», υπάρχουν και οι άλλες περιπτώσεις που το ψυχολογικό πλήγμα που αντιμετωπίζουν οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι ξεπερνά και το οικονομικό. Η διάκριση στον ίδιο χώρο, σε διπλανά γραφεία. Αν ο μόνιμος σχολάει στην ώρα του, ο ενοικιαζόμενος θα μείνει για υπερωρίες – για τις οποίες έχει υπογράψει ότι δεν θα πληρωθεί. Αν ο μόνιμος θεωρεί μια δουλειά «ψιλολόι», θα την αναθέσει στον ενοικιαζόμενο. Αν ο ενοικιαζόμενος κάνει δουλειά για την οποία φέρει ευθύνη, δεν θα βρει ποτέ το δίκιο του σε περίπτωση λάθους. «Παρ’ όλ’ αυτά», λέει η Α.Θ., «είναι καλύτερο απ’ το να δουλεύεις με μπλοκάκι!».
Μια ομάδα δέκα ενοικιαζόμενων εργαζομένων, που δουλεύει εδώ και καιρό για κρατική τράπεζα, απάντησε σε ερωτήσεις μας. Οι απαντήσεις ήταν πάνω-κάτω κοινές και τα συμπεράσματα τα εξής:
• Κανένας τους δεν είχε καταλάβει εξαρχής ότι συνήψε σύμβαση με ΕΠΑ και όχι με την τράπεζα απευθείας. Μάλιστα, δεν γνώριζαν καν αυτό το είδος εργασιακής σχέσης.
• Ως ενοικιαζόμενος εργαζόμενος, το άγχος που υφίστασαι είναι μεγαλύτερο, μια και οι εργοδότες είναι δύο, αλλά οι θέσεις περισσότερο επισφαλείς. Επίσης, δεν υπάρχει περιθώριο προαγωγής, οι ενοικιαζόμενοι (άσχετα με τις υποχρεώσεις τους) είναι ισόβαθμοι.
• Όλοι θα συνεχίσουν να εργάζονται μέσω ΕΠΑ, παρότι δεν τους καλύπτει, είτε γιατί δεν έχουν εναλλακτική λύση είτε γιατί «δύσκολα αποφασίζεις να αφήσεις πίσω σου 9 χρόνια προϋπηρεσίας και να τολμήσεις κάτι καινούργιο».
• Περιθώρια συνδικαλισμού υπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστα. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, τα συνδικαλιστικά συμφέροντα συγκρούονται.
• Η τωρινή τους εργασία δεν σχετίζεται με το αντικείμενο σπουδών τους, ενώ υπάρχει και περίπτωση ατόμου που έχει δουλέψει σε οχτώ διαφορετικές μέχρι στιγμής δουλειές και καμία δεν είχε σχέση με το αντικείμενο σπουδών του.
• Όλοι αντιμετωπίζουν το καθημερινό άγχος και βρίσκουν χαρά αποκλειστικά σε δραστηριότητες εκτός δουλειάς.
• Τα αιτήματα είναι κοινά σε όλους. Ίδιοι μισθοί, ασφάλιση, μπόνους, υποχρεώσεις, προοπτικές ανέλιξης με τους μόνιμους. Ίσα δικαιώματα, ίση αντιμετώπιση.
• Στην ερώτηση αν θα προέτρεπαν κάποιον να εισχωρήσει σε μια ΕΠΑ, οι περισσότεροι απάντησαν: «Μόνον αν δεν υπάρχει εναλλακτική». Υπήρξε, όμως, και η άποψη ότι «Τα ποσοστά ανεργίας ανεβαίνουν, κατά συνέπεια η εκμετάλλευση στον ιδιωτικό τομέα είναι μη ελεγχόμενη και μη αντιμετωπίσιμη, γιατί δεν υπάρχει όπως είναι γνωστό συνδικαλισμός σ’ αυτόν τον τομέα. Η Επιθεώρηση Εργασίας είναι πια κέντρο πληροφοριών. Άρα, ναι, θα τον προέτρεπα».
Η κ. Αλίκη Μουρίκη, κοινωνιολόγος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών, επιχειρώντας μια κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου, υποστηρίζει ότι δεν φταίνε οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθούν να τις εντάξουν στη χώρα μας: «Η ουσία της flexicurity είναι οι αμοιβαίες παραχωρήσεις. Όπως καταλαβαίνετε, κάτι τέτοιο στην Ελλάδα είναι ανέφικτο λόγω των κακών εργασιακών σχέσεων, της πολιτικής που ακολουθούν οι επιχειρήσεις – που μόνο στόχο έχει τη μείωση του εργατικού κόστους και όχι την αύξηση παραγωγικότητας και αποδοτικότητας. Έτσι, οι υποχωρήσεις γίνονται μονομερώς – απ’ την πλευρά των εργαζομένων, εννοείται. Έπειτα, είναι και θέμα κουλτούρας, κοινωνικού διαλόγου μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, πράγμα άγνωστο εδώ. Η flexicurity είναι πολύ βασικό στοιχείο για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν συντρέχουν ούτε οι πολύ βασικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν με επιτυχία τέτοιες πολιτικές. Ας μη δαιμονοποιούμε, λοιπόν, την ιδέα της ευέλικτης εργασίας – αλλά το δυσμενές πλαίσιο στο οποίο αυτή καλείται να υλοποιηθεί».
Για τους άμεσα εμπλεκομένους, η κ. Μουρίκη προτείνει «ο ορίζοντάς μας να είναι προσωρινός στην προσωρινή απασχόληση».
Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτών σε λίγα χρόνια; Η ίδια μόνο αισιόδοξη δεν είναι. «Ανησυχώ γι’ αυτήν την υπερμορφωμένη γενιά, που τα πολλά πτυχία δεν της εξασφαλίζουν πια ούτε δουλειά, ούτε κύρος, ούτε κοινωνική κινητικότητα όπως παλιά. Αυτοί που δεν είναι καν ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι θα αναγκαστούν είτε να γίνουν είτε να καταφύγουν στο delivery. Θα συνθέσουν ένα χαρτοφυλάκιο από πρόχειρες δουλειές –όχι αντάξιες των προσόντων και των προσδοκιών τους– προκειμένου να συγκεντρώσουν έναν πενιχρό μισθό. Αυτό το θολό τοπίο αβεβαιότητας δεν είναι παρά μια βραδυφλεγής βόμβα. Γι’ αυτό και η ανεργία θα έπρεπε να είναι προτεραιότητα κυβερνήσεων και πολιτών…»
Κάπου εδώ εγώ πρέπει να κάνω την αντιπρόταση. Κάπου εδώ εγώ δεν έχω απολύτως τίποτα να αντιπροτείνω, αλλά δύο βασικές πληροφορίες να καταθέσω: Η πρώτη είναι ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές, στο Μεξικό, την πρωτεύουσα της φτώχειας και της ανεργίας, ζουν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Η δεύτερη είναι ότι στο εξωτερικό κάθε άνθρωπος αλλάζει κατά μέσον όρο εφτά καριέρες. Όχι θέσεις εργασίας – εφτά διαφορετικά επαγγέλματα. Μία άλλη προσέγγιση της ευελιξίας, μάλλον.
Μήπως έφτασε ο καιρός να αναθεωρήσουμε; Να ιεραρχήσουμε ξανά τις προσωπικές μας ανάγκες; Να ξεβολευτούμε και να απαιτήσουμε –πρώτα από εμάς τους ίδιους– λίγο σεβασμό και άλλη τόση χαρά; Μήπως να απαλλαγούμε από τις επαγγελματικές αποφάσεις που ο δεκαεξάχρονος εαυτός μας έλαβε για μας και να πάμε για ψάρεμα;
Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου αν η ανεργία σημειώσει αύξηση 3%, οι αυτοκτονίες θα εμφανίσουν άνοδο 4%, οι δολοφονίες θα αυξηθούν κατά 6% και ο αλκοολισμός κατά 28%. Στο μεγάλο κραχ του 1929, για παράδειγμα, οι αυτοκτονίες ανήλθαν σε 23.000. Στο σχόλασμα, τα στελέχη ευχόντουσαν καλό Σαββατοκύριακο και έφευγαν απ’ το παράθυρο. Το θέμα θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, αν δεν φοβόμασταν ότι δουλειά της Ιστορίας είναι να επαναλαμβάνεται.
Τους τελευταίους είκοσι μήνες (μεσούσης της κρίσης, δηλαδή), η France Telecom –γαλλικός κολοσσός στον τομέα των επικοινωνιών– «μέτρησε» 25 αυτοκτονίες υπαλλήλων της και άλλες τόσες απόπειρες, εισάγοντας τη φράση mode du suicide στο καθημερινό λεξιλόγιο κάθε εργαζομένου της. Για την ιστορία, η France Telecom ήταν ο αντίστοιχος δικός μας ΟΤΕ. Όταν ιδιωτικοποιήθηκε, εξαφάνισε 40.000 θέσεις εργασίας – το δίλημμα που είχε τεθεί τότε στους υπαλλήλους ήταν: παραίτηση ή πλήρης αποδοχή των νέων συνθηκών εργασίας. Όσοι έμειναν, λοιπόν, έπρεπε να παλέψουν με τον εκφοβισμό, την ψυχολογική πίεση, τον ανταγωνισμό, την εντατικοποίηση – έννοιες όχι ακριβώς σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, και δη τη φύση του μέσου Ευρωπαίου. Έτσι, άρχισαν να βρίσκουν διέξοδο άλλος βουτώντας στο κενό από το παράθυρο του γραφείου του, άλλος μπήγοντας ένα μαχαίρι στην κοιλιά του κατά τη διάρκεια του meeting. Όταν οι αυτόχειρες έφτασαν τους 25, η εταιρεία μάλλον θορυβήθηκε και αποφάσισε να άρει το μέτρο των διαρκών μεταθέσεων και να καταργήσει το «πλάνο προσωπικών στόχων με χρονοδιάγραμμα». Προσέλαβε εκατό ψυχιάτρους, εγκαινίασε την τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης, μοίρασε ερωτηματολόγια και υποσχέθηκε εχεμύθεια. Την ίδια στιγμή που και άλλες εταιρείες ανά τον πλανήτη μπαίνουν δειλά δειλά στο χορό της αυτοκτονικής επιδημίας.
Στην Ελλάδα η ανεργία σήμερα φτάνει το 9,5%, ενώ στα επόμενα δύο χρόνια θα έχει αγγίξει το 10,9%. Ευτυχώς, όμως, επιδεικνύουμε μέχρι στιγμής τη μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία, μαζί με τους Ισπανούς και τους Ιταλούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ύφεση δεν μας πλήττει. Σημαίνει μάλλον ότι ο μέσος Έλληνας εκλαμβάνει τη δουλειά ως ένα μόνο κομμάτι της ζωής του, δεν την ταυτίζει μ’ αυτήν – όταν δεν μπορεί να αλλάξει τον εξωτερικό παράγοντα, αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον εξωτερικό παράγοντα. Συμπεριλαμβάνεται και αυτός στους εργαζομένους που δίνουν περισσότερο βάρος στην άμεση (και ενδεχομένως προσωρινή) ασφάλεια που τους προσφέρει μια εργασία, παρά στις ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες εργασίας. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν παύει να προβληματίζεται και έχει ήδη αρχίσει –κατά τα παγκόσμια πρότυπα– να αναζητεί διεξόδους στην αγορά του εξωτερικού, στην εγχώρια αγορά αλλάζοντας αντικείμενο, στο ίδιο αντικείμενο αλλά από άλλη θέση, στην ίδια θέση αλλά με πολλούς διαφορετικούς εργοδότες. Αναπόφευκτο, μια και ο εργαζόμενος έχει να αντιμετωπίσει την υπερπροσφορά στην αγορά εργασίας, το δεδομένο ότι θα δουλεύει μέχρι τα 65 του και –εσχάτως– τις δραματικές μεταβολές στο οικονομικό τοπίο.
Το πρότυπο της μίας και μοναδικής καριέρας κατέρρευσε. Η ύφεση απαιτεί αλλαγή της κοινωνικής μας αντίληψης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι καταργούνται όσο το δυνατόν περισσότερες μόνιμες θέσεις και αυξάνονται οι θέσεις προσωρινής απασχόλησης. Το νέο μοντέλο είναι εδώ: απασχολεί τον υπάλληλο τις μισές ώρες σε σχέση με πριν, του πληρώνει τα μισά λεφτά, υποτίθεται ότι προσφέρει δουλειά σε περισσότερους, ευνοεί τη διαρκή εναλλαγή εργοδοτών ή την ταυτόχρονη πρόσληψη από διαφορετικούς εργοδότες.
Με σημαία τους την ανάπτυξη και την πρόοδο και πάντα παρακινούμενοι από αισθήματα αγάπης και ενδιαφέροντος για τον εργαζόμενο, οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες ευαγγελίζονται τη σύζευξη της ασφάλειας με την ευελιξία. Εισάγουν καινούργιο λήμμα με το όνομα flexicurity (flexibility + security), το οποίο συνίσταται στα εξής τρία βασικά σημεία: 1. Επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα των εργαζομένων. 2. Κοινωνική προστασία μέσω υψηλών επιδομάτων ανεργίας. 3. Διά βίου εκπαίδευση. Ακούγεται ευέλικτο, απελευθερωτικό και πολύ… κοσμοπόλιταν, αλλά επί του πρακτέου σκοτώνει. Πρόκειται για το ίδιο σύστημα που εφάρμοσε η France Telecom, με όχι και σπουδαία αποτελέσματα.
Με πρόσχημα τη flexicurity, ένα νέο είδος επιχείρησης κάνει την εμφάνισή του: οι εταιρείες διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού ή εταιρείες προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ), που αντικείμενό τους είναι η ενοικίαση εργαζομένων σε εταιρείες. Μία μάλλον «ποδοσφαιρική» προσέγγιση των εργασιακών σχέσεων, στα πρότυπα των μεγάλων ομάδων που «αγοράζουν» παίκτες και στη συνέχεια τους «δανείζουν» σε μικρότερες. Οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης λειτουργούν ως μεσάζοντες, παίρνουν μίζα και από τις δύο πλευρές, προσφέρουν δουλειά πάσης φύσεως για διάστημα μέχρι και ενός μήνα. Έτσι, οι εταιρείες-πελάτες τους καταργούν τα έξοδα πρόσληψης - απόλυσης, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν κανενός είδους συνδικαλισμό και, ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας εναπόκεινται στην καλή θέληση του επιχειρηματία. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι να ιδρύουν τέτοιου είδους θυγατρικές εταιρείες και να υπενοικιάζουν υπαλλήλους στους εαυτούς τους με πολύ χαμηλότερο κόστος. Ίσως αυτό να λέγεται μαζική προλεταριοποίηση, ίσως να λέγεται δουλεμπόριο – δυστυχώς, όμως, αποτελεί λύση στην οποία έχουν καταφύγει πάνω από 25.000 εργαζόμενοι στην Ελλάδα.
Η Α.Θ., ενοικιαζόμενη εργαζόμενη και συνδικαλίστρια, μας μιλάει για την επιτακτική ανάγκη της συσπείρωσης σε έναν χώρο όπου η μονάδα χάνεται: «Τα περιθώρια βελτίωσης με την ατομική προσπάθεια είναι πάρα πολύ περιορισμένα. Η δύναμη είναι στους πολλούς και μια τέτοια διεκδίκηση δεν μπορεί να διαπραγματευθεί μέσω πειθούς, αλλά να πείσει μέσω της δύναμής της και της δικής μας δύναμης». Η ανάγκη για συνδικαλισμό δεν έχει γίνει συνήθεια (ή ακόμα και συνείδηση) στους περισσότερους απ’ τους συναδέλφους της, μια και ο φόβος της απόλυσης είναι μάλλον το βασικότερο μέσο χειραγώγησης των ενοικιαζόμενων εργαζομένων. Αν, για παράδειγμα, κάποιος κινηθεί νομικά για να διεκδικήσει κεκτημένο δικαίωμα, θα δικαιωθεί μεν, θα χάσει τη δουλειά του δε. «Το βασικό μας αίτημα είναι η ίση αμοιβή και ίση εργασία με το μόνιμο προσωπικό τής εκάστοτε επιχείρησης. Στην ουσία, η ένταξή μας στην εταιρεία όπου εργαζόμαστε, η μονιμοποίησή μας. Αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν τήρηση της νομοθεσίας (του Εργατικού Δικαίου, δηλαδή), το οποίο μέχρι και εμείς οι συνδικαλιστές δεν γνωρίζουμε καλά».
Αν και σε πολλές περιπτώσεις η συναδελφικότητα υπερτερεί και οι μόνιμοι υποστηρίζουν τους «προσωρινούς», υπάρχουν και οι άλλες περιπτώσεις που το ψυχολογικό πλήγμα που αντιμετωπίζουν οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι ξεπερνά και το οικονομικό. Η διάκριση στον ίδιο χώρο, σε διπλανά γραφεία. Αν ο μόνιμος σχολάει στην ώρα του, ο ενοικιαζόμενος θα μείνει για υπερωρίες – για τις οποίες έχει υπογράψει ότι δεν θα πληρωθεί. Αν ο μόνιμος θεωρεί μια δουλειά «ψιλολόι», θα την αναθέσει στον ενοικιαζόμενο. Αν ο ενοικιαζόμενος κάνει δουλειά για την οποία φέρει ευθύνη, δεν θα βρει ποτέ το δίκιο του σε περίπτωση λάθους. «Παρ’ όλ’ αυτά», λέει η Α.Θ., «είναι καλύτερο απ’ το να δουλεύεις με μπλοκάκι!».
Μια ομάδα δέκα ενοικιαζόμενων εργαζομένων, που δουλεύει εδώ και καιρό για κρατική τράπεζα, απάντησε σε ερωτήσεις μας. Οι απαντήσεις ήταν πάνω-κάτω κοινές και τα συμπεράσματα τα εξής:
• Κανένας τους δεν είχε καταλάβει εξαρχής ότι συνήψε σύμβαση με ΕΠΑ και όχι με την τράπεζα απευθείας. Μάλιστα, δεν γνώριζαν καν αυτό το είδος εργασιακής σχέσης.
• Ως ενοικιαζόμενος εργαζόμενος, το άγχος που υφίστασαι είναι μεγαλύτερο, μια και οι εργοδότες είναι δύο, αλλά οι θέσεις περισσότερο επισφαλείς. Επίσης, δεν υπάρχει περιθώριο προαγωγής, οι ενοικιαζόμενοι (άσχετα με τις υποχρεώσεις τους) είναι ισόβαθμοι.
• Όλοι θα συνεχίσουν να εργάζονται μέσω ΕΠΑ, παρότι δεν τους καλύπτει, είτε γιατί δεν έχουν εναλλακτική λύση είτε γιατί «δύσκολα αποφασίζεις να αφήσεις πίσω σου 9 χρόνια προϋπηρεσίας και να τολμήσεις κάτι καινούργιο».
• Περιθώρια συνδικαλισμού υπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστα. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, τα συνδικαλιστικά συμφέροντα συγκρούονται.
• Η τωρινή τους εργασία δεν σχετίζεται με το αντικείμενο σπουδών τους, ενώ υπάρχει και περίπτωση ατόμου που έχει δουλέψει σε οχτώ διαφορετικές μέχρι στιγμής δουλειές και καμία δεν είχε σχέση με το αντικείμενο σπουδών του.
• Όλοι αντιμετωπίζουν το καθημερινό άγχος και βρίσκουν χαρά αποκλειστικά σε δραστηριότητες εκτός δουλειάς.
• Τα αιτήματα είναι κοινά σε όλους. Ίδιοι μισθοί, ασφάλιση, μπόνους, υποχρεώσεις, προοπτικές ανέλιξης με τους μόνιμους. Ίσα δικαιώματα, ίση αντιμετώπιση.
• Στην ερώτηση αν θα προέτρεπαν κάποιον να εισχωρήσει σε μια ΕΠΑ, οι περισσότεροι απάντησαν: «Μόνον αν δεν υπάρχει εναλλακτική». Υπήρξε, όμως, και η άποψη ότι «Τα ποσοστά ανεργίας ανεβαίνουν, κατά συνέπεια η εκμετάλλευση στον ιδιωτικό τομέα είναι μη ελεγχόμενη και μη αντιμετωπίσιμη, γιατί δεν υπάρχει όπως είναι γνωστό συνδικαλισμός σ’ αυτόν τον τομέα. Η Επιθεώρηση Εργασίας είναι πια κέντρο πληροφοριών. Άρα, ναι, θα τον προέτρεπα».
Η κ. Αλίκη Μουρίκη, κοινωνιολόγος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών, επιχειρώντας μια κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου, υποστηρίζει ότι δεν φταίνε οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθούν να τις εντάξουν στη χώρα μας: «Η ουσία της flexicurity είναι οι αμοιβαίες παραχωρήσεις. Όπως καταλαβαίνετε, κάτι τέτοιο στην Ελλάδα είναι ανέφικτο λόγω των κακών εργασιακών σχέσεων, της πολιτικής που ακολουθούν οι επιχειρήσεις – που μόνο στόχο έχει τη μείωση του εργατικού κόστους και όχι την αύξηση παραγωγικότητας και αποδοτικότητας. Έτσι, οι υποχωρήσεις γίνονται μονομερώς – απ’ την πλευρά των εργαζομένων, εννοείται. Έπειτα, είναι και θέμα κουλτούρας, κοινωνικού διαλόγου μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, πράγμα άγνωστο εδώ. Η flexicurity είναι πολύ βασικό στοιχείο για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν συντρέχουν ούτε οι πολύ βασικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν με επιτυχία τέτοιες πολιτικές. Ας μη δαιμονοποιούμε, λοιπόν, την ιδέα της ευέλικτης εργασίας – αλλά το δυσμενές πλαίσιο στο οποίο αυτή καλείται να υλοποιηθεί».
Για τους άμεσα εμπλεκομένους, η κ. Μουρίκη προτείνει «ο ορίζοντάς μας να είναι προσωρινός στην προσωρινή απασχόληση».
Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτών σε λίγα χρόνια; Η ίδια μόνο αισιόδοξη δεν είναι. «Ανησυχώ γι’ αυτήν την υπερμορφωμένη γενιά, που τα πολλά πτυχία δεν της εξασφαλίζουν πια ούτε δουλειά, ούτε κύρος, ούτε κοινωνική κινητικότητα όπως παλιά. Αυτοί που δεν είναι καν ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι θα αναγκαστούν είτε να γίνουν είτε να καταφύγουν στο delivery. Θα συνθέσουν ένα χαρτοφυλάκιο από πρόχειρες δουλειές –όχι αντάξιες των προσόντων και των προσδοκιών τους– προκειμένου να συγκεντρώσουν έναν πενιχρό μισθό. Αυτό το θολό τοπίο αβεβαιότητας δεν είναι παρά μια βραδυφλεγής βόμβα. Γι’ αυτό και η ανεργία θα έπρεπε να είναι προτεραιότητα κυβερνήσεων και πολιτών…»
Κάπου εδώ εγώ πρέπει να κάνω την αντιπρόταση. Κάπου εδώ εγώ δεν έχω απολύτως τίποτα να αντιπροτείνω, αλλά δύο βασικές πληροφορίες να καταθέσω: Η πρώτη είναι ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές, στο Μεξικό, την πρωτεύουσα της φτώχειας και της ανεργίας, ζουν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Η δεύτερη είναι ότι στο εξωτερικό κάθε άνθρωπος αλλάζει κατά μέσον όρο εφτά καριέρες. Όχι θέσεις εργασίας – εφτά διαφορετικά επαγγέλματα. Μία άλλη προσέγγιση της ευελιξίας, μάλλον.
Μήπως έφτασε ο καιρός να αναθεωρήσουμε; Να ιεραρχήσουμε ξανά τις προσωπικές μας ανάγκες; Να ξεβολευτούμε και να απαιτήσουμε –πρώτα από εμάς τους ίδιους– λίγο σεβασμό και άλλη τόση χαρά; Μήπως να απαλλαγούμε από τις επαγγελματικές αποφάσεις που ο δεκαεξάχρονος εαυτός μας έλαβε για μας και να πάμε για ψάρεμα;






