

«Ρούφα μια φωλιά…»
«Αγαπητή τηλεφωνήτρια της ΤάδεBank,
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πιστή φιλία και το αμέριστο ενδιαφέρον που έχετε επιδείξει προς το πρόσωπό μου στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων που η τράπεζά σας με βοηθάει να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Μία φορά να μη με πάρετε τηλέφωνο τέλος του μήνα, αρχίζω και ανησυχώ. Απεναντίας, όταν με παίρνετε κάθε μέρα (και κυρίως σε μεσημεριανές ώρες με απόκρυψη) η χαρά μου δεν περιγράφεται, ησυχάζω – η φίλη μου στην ΤάδεBank με θυμάται, λέω, είναι καλή φίλη. Σας γράφω, παρ’ όλ’ αυτά, γιατί στην τελευταία συνομιλία μας σας άκουσα ταραγμένη. Κι επειδή είμαι κι εγώ καλή φίλη, οφείλω να σας ανταποδώσω το ενδιαφέρον. Να σας θυμίσω, όμως, πρώτα τα γεγονότα με τη σειρά που έλαβαν χώρα εκείνο το πρωινό.
Το βράδυ που είχε προηγηθεί είχε καταστεί ιδιαίτερα βασανιστικό για μένα, καθότι ένας συνδυασμός έντονου εργασιακού και οικονομικού άγχους με ξύπνησε από τις 4.30 τα χαράματα και δεν μου επέτρεψε να ηρεμήσω μέχρι την ενάτη πρωινή. Γνωρίζω, φυσικά, ότι δεν σας αφορούν αυτά – τα παραθέτω μόνο και μόνο για τη δημιουργία ακριβούς ατμόσφαιρας.
Περί τις 9.30, λοιπόν, πάνω που έχει ξανακλείσει το βλέφαρο, τηλεφωνείτε εσείς, αγαπημένη τηλεφωνήτρια, με τη διακριτικότητα που σας χαρακτηρίζει (απόκρυψη αριθμού) και ζητάτε με αγωνία να μιλήσετε μαζί μου. Διακρίνω στη φωνή σας κάτι επείγον, τύπου έπιασε-φωτιά-το-σπίτι-της-Μπάρμπι, οπότε και πετάγομαι απ’ το κρεβάτι. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη από κάθε έλληνα συμπολίτη μου (εσάς συμπεριλαμβανομένης), που δεν θέλησα ποτέ να γίνω υπάλληλος, που εργάζομαι τίμια απ’ το τραπέζι της κουζίνας μου και που, επομένως, στις 9.30 ΕΓΩ ΚΟΙΜΑΜΑΙ. Φυσικά, το αντιλαμβάνεστε γιατί είστε καλή στη δουλειά σας και έχετε κάνει δυο βδομάδες σεμινάριο στην ψυχολογία του πελάτη, και με ρωτάτε: «Σας ξύπνησα;» Απαντώ πως «ναι, με ξυπνήσατε, αλλά δεν πειρ…» - «Κυρρρία Κατσαρρρού, τι θα γίνει με την πληρρρωμή της κάρρρτας σας, επιτέλους;;;!!!» Σκιούζμι; «Είπα! Τι θα γίνει με την πληρρρωμή της κάρρρτας σας;;;» αρχίζετε εσείς να ωρρρύεστε με το χαριτωμένο σας ρο.
«Είπατε και επιτέλους;» - «Κυρρρία Κατσαρρρού, είστε ληξιπρόθεσμη, το καταλαβαίνετε αυτό; Είστε δύο μήνες ληξιπρόθεσμη!» Αυτό λογικά πρέπει να μου κάνει μεγάλη εντύπωση και να με καταπλήξει τραγικά πολύ. «Μάλιστα, είμαι» σας απαντώ, διατηρώντας την ηρεμία μου. «Λη-ξι-πρρρό-θε-σμη! Το καταλαβαίνετε;» - «Μάλιστα» - «Γιατί, κυρρρία Κατσαρρρού;» κι ένας λυγμός σπάει τη φωνή σας. Μου ’χετε κάνει τα μούτρα κιμά. «Γιατί, όπως σας ενημέρωσα και την προηγούμενη εβδομάδα, μου έχουν κλέψει το πορτοφόλι, μέσα στο πορτοφόλι ήταν η κάρτα του ΑΤΜ, χωρίς την κάρτα του ΑΤΜ δεν έχω μετρητά για να πάω να πληρώσω την πιστωτική, δεν έχω καν λεφτά για να έρθω μέχρι το κατάστημά σας», σας απαντώ εγώ, ταπεινωμένη Ελληνοπούλα, μα με το κεφάλι ψηλά. «ΝΑ ΠΑΡΡΡΕΤΕ ΤΡΡΡΙΑΝΤΑ ΕΥΡΡΡΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΤΑ ΒΑΛΕΤΕ!!!» Παύση.
Μάλιστα. Να πάρω τριάντα ευρώ απ’ τον «μπαμπά» μου και να τους τα βάλω… Τα 25 μου χρόνια, τα πτυχία μου, οι μαλάκες εργοδότες που μου χρωστάνε τ’ άντερά τους, οι δουλειές του ποδαριού που έχω κάνει προκειμένου να είμαι ανεξάρτητη και το παιδί που μεγαλώνει στην κοιλιά μου μου βαράνε από μία κλοτσιά ο καθένας.
Λατρεμένη τηλεφωνήτρια, ακόμη μετανιώνω που δεν σας ξέχεσα – που δεν ζήτησα καν τα στοιχεία σας. Αλλά, βλέπετε, ο «μπαμπάς» του οποίου τα τριάντα ευρώ ζητήσατε με τόση ευγένεια, για μια τράπεζα δουλεύει κι αυτός. Τυχαίνει να ξέρω πώς είναι να ξυπνάς για όλη σου τη ζωή στις 6.30 το πρωί, να χτυπάς κάρτα στις 7.40, να ξεσπάνε πάνω σου για λεφτά που εσύ δεν θα δεις ποτέ, ενώ το παιδί σου δίπλα σου κάνει χαρτοκοπτική με τα εμβάσματα, να έχεις την αγωνία μην κάνεις λάθος γιατί θα το πληρώσεις απ’ την τσέπη σου, να βλέπεις τους μασόνους συναδέλφους σου να σκαρφαλώνουν στα πόστα και να σου κάνουν υποδείξεις ενώ εσύ τους έχεις μάθει τη δουλειά, να σχολάς στις 15.30 και να φεύγεις στις 19.00 γιατί δεν έχεις τελειώσει. Στη δική σας περίπτωση, βέβαια, αγαπημένη τηλεφωνήτρια, ισχύει και κάτι ακόμη: να αγωνιάτε να φτάσετε τα στάνταρ παραγωγικότητας που σου επιβάλλουν (τύπου μάζεψε-τόσα-φράγκα-το-μήνα) για να μη χάσετε τη δουλειά σας και στο τέλος να παίρνετε 600 ευρώ. Η εικόνα της μάνας μου και του πατέρα μου πίσω απ’ το γκισέ ώρες ατελείωτες με έκανε να σας πω απαντήσω απλά: «Σας παρακαλώ, είναι 9.30 το πρωί και μιλάτε σε ενήλικο πελάτη, σεβαστείτε το».
Κατόπιν τούτου, σας το έκλεισα στη μούρη με περισσή ευγένεια – και δεν ειρωνεύομαι, τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάρει άσχημη τροπή, πιστέψτε με. Λυπήθηκα, βέβαια, γιατί μόλις είχα κλοτσήσει τη μοναδική ευκαιρία να ξεσπάσω κι εγώ κάπου όλα μου τα νεύρα για τα λεφτά που χρωστάω, τα λεφτά που μου χρωστάνε, την ανεργία μου, την τιμή της ντομάτας, την αγαμία των φίλων μου και, κυρίως, τη δική σας. Η συνομιλία μας, ωστόσο, με βοήθησε να κατακτήσω το απόλυτο ζεν και να αποφασίσω ότι σ’ αυτήν τη δύσκολη συγκυρία δεν θα υιοθετήσω τη συμπεριφορά του Έλληνα Μαλάκα™ – αλλά την ψυχραιμία ξανθιάς Σουηδής.
Μέσα απ’ αυτό το γράμμα ήθελα απλώς να σας πω «ψιτ, δεσποινίς, στο ίδιο καζάνι βράζουμε», να σας αποστείλω έτσι ένα μήνυμα ενότητας (ενάντια στην κοινωνική διάσπαση που επιβάλλουν οι καιροί), αλλά και να σας εκμυστηρευτώ ποια θα ήταν η αντίδρασή μου υπό κανονικές συνθήκες.
Τι θα απαντούσατε, αλήθεια, στη φράση «Ρούφα μια ψωλιά»;
Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πιστή φιλία και το αμέριστο ενδιαφέρον που έχετε επιδείξει προς το πρόσωπό μου στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων που η τράπεζά σας με βοηθάει να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Μία φορά να μη με πάρετε τηλέφωνο τέλος του μήνα, αρχίζω και ανησυχώ. Απεναντίας, όταν με παίρνετε κάθε μέρα (και κυρίως σε μεσημεριανές ώρες με απόκρυψη) η χαρά μου δεν περιγράφεται, ησυχάζω – η φίλη μου στην ΤάδεBank με θυμάται, λέω, είναι καλή φίλη. Σας γράφω, παρ’ όλ’ αυτά, γιατί στην τελευταία συνομιλία μας σας άκουσα ταραγμένη. Κι επειδή είμαι κι εγώ καλή φίλη, οφείλω να σας ανταποδώσω το ενδιαφέρον. Να σας θυμίσω, όμως, πρώτα τα γεγονότα με τη σειρά που έλαβαν χώρα εκείνο το πρωινό.
Το βράδυ που είχε προηγηθεί είχε καταστεί ιδιαίτερα βασανιστικό για μένα, καθότι ένας συνδυασμός έντονου εργασιακού και οικονομικού άγχους με ξύπνησε από τις 4.30 τα χαράματα και δεν μου επέτρεψε να ηρεμήσω μέχρι την ενάτη πρωινή. Γνωρίζω, φυσικά, ότι δεν σας αφορούν αυτά – τα παραθέτω μόνο και μόνο για τη δημιουργία ακριβούς ατμόσφαιρας.
Περί τις 9.30, λοιπόν, πάνω που έχει ξανακλείσει το βλέφαρο, τηλεφωνείτε εσείς, αγαπημένη τηλεφωνήτρια, με τη διακριτικότητα που σας χαρακτηρίζει (απόκρυψη αριθμού) και ζητάτε με αγωνία να μιλήσετε μαζί μου. Διακρίνω στη φωνή σας κάτι επείγον, τύπου έπιασε-φωτιά-το-σπίτι-της-Μπάρμπι, οπότε και πετάγομαι απ’ το κρεβάτι. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη από κάθε έλληνα συμπολίτη μου (εσάς συμπεριλαμβανομένης), που δεν θέλησα ποτέ να γίνω υπάλληλος, που εργάζομαι τίμια απ’ το τραπέζι της κουζίνας μου και που, επομένως, στις 9.30 ΕΓΩ ΚΟΙΜΑΜΑΙ. Φυσικά, το αντιλαμβάνεστε γιατί είστε καλή στη δουλειά σας και έχετε κάνει δυο βδομάδες σεμινάριο στην ψυχολογία του πελάτη, και με ρωτάτε: «Σας ξύπνησα;» Απαντώ πως «ναι, με ξυπνήσατε, αλλά δεν πειρ…» - «Κυρρρία Κατσαρρρού, τι θα γίνει με την πληρρρωμή της κάρρρτας σας, επιτέλους;;;!!!» Σκιούζμι; «Είπα! Τι θα γίνει με την πληρρρωμή της κάρρρτας σας;;;» αρχίζετε εσείς να ωρρρύεστε με το χαριτωμένο σας ρο.
«Είπατε και επιτέλους;» - «Κυρρρία Κατσαρρρού, είστε ληξιπρόθεσμη, το καταλαβαίνετε αυτό; Είστε δύο μήνες ληξιπρόθεσμη!» Αυτό λογικά πρέπει να μου κάνει μεγάλη εντύπωση και να με καταπλήξει τραγικά πολύ. «Μάλιστα, είμαι» σας απαντώ, διατηρώντας την ηρεμία μου. «Λη-ξι-πρρρό-θε-σμη! Το καταλαβαίνετε;» - «Μάλιστα» - «Γιατί, κυρρρία Κατσαρρρού;» κι ένας λυγμός σπάει τη φωνή σας. Μου ’χετε κάνει τα μούτρα κιμά. «Γιατί, όπως σας ενημέρωσα και την προηγούμενη εβδομάδα, μου έχουν κλέψει το πορτοφόλι, μέσα στο πορτοφόλι ήταν η κάρτα του ΑΤΜ, χωρίς την κάρτα του ΑΤΜ δεν έχω μετρητά για να πάω να πληρώσω την πιστωτική, δεν έχω καν λεφτά για να έρθω μέχρι το κατάστημά σας», σας απαντώ εγώ, ταπεινωμένη Ελληνοπούλα, μα με το κεφάλι ψηλά. «ΝΑ ΠΑΡΡΡΕΤΕ ΤΡΡΡΙΑΝΤΑ ΕΥΡΡΡΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΤΑ ΒΑΛΕΤΕ!!!» Παύση.
Μάλιστα. Να πάρω τριάντα ευρώ απ’ τον «μπαμπά» μου και να τους τα βάλω… Τα 25 μου χρόνια, τα πτυχία μου, οι μαλάκες εργοδότες που μου χρωστάνε τ’ άντερά τους, οι δουλειές του ποδαριού που έχω κάνει προκειμένου να είμαι ανεξάρτητη και το παιδί που μεγαλώνει στην κοιλιά μου μου βαράνε από μία κλοτσιά ο καθένας.
Λατρεμένη τηλεφωνήτρια, ακόμη μετανιώνω που δεν σας ξέχεσα – που δεν ζήτησα καν τα στοιχεία σας. Αλλά, βλέπετε, ο «μπαμπάς» του οποίου τα τριάντα ευρώ ζητήσατε με τόση ευγένεια, για μια τράπεζα δουλεύει κι αυτός. Τυχαίνει να ξέρω πώς είναι να ξυπνάς για όλη σου τη ζωή στις 6.30 το πρωί, να χτυπάς κάρτα στις 7.40, να ξεσπάνε πάνω σου για λεφτά που εσύ δεν θα δεις ποτέ, ενώ το παιδί σου δίπλα σου κάνει χαρτοκοπτική με τα εμβάσματα, να έχεις την αγωνία μην κάνεις λάθος γιατί θα το πληρώσεις απ’ την τσέπη σου, να βλέπεις τους μασόνους συναδέλφους σου να σκαρφαλώνουν στα πόστα και να σου κάνουν υποδείξεις ενώ εσύ τους έχεις μάθει τη δουλειά, να σχολάς στις 15.30 και να φεύγεις στις 19.00 γιατί δεν έχεις τελειώσει. Στη δική σας περίπτωση, βέβαια, αγαπημένη τηλεφωνήτρια, ισχύει και κάτι ακόμη: να αγωνιάτε να φτάσετε τα στάνταρ παραγωγικότητας που σου επιβάλλουν (τύπου μάζεψε-τόσα-φράγκα-το-μήνα) για να μη χάσετε τη δουλειά σας και στο τέλος να παίρνετε 600 ευρώ. Η εικόνα της μάνας μου και του πατέρα μου πίσω απ’ το γκισέ ώρες ατελείωτες με έκανε να σας πω απαντήσω απλά: «Σας παρακαλώ, είναι 9.30 το πρωί και μιλάτε σε ενήλικο πελάτη, σεβαστείτε το».
Κατόπιν τούτου, σας το έκλεισα στη μούρη με περισσή ευγένεια – και δεν ειρωνεύομαι, τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάρει άσχημη τροπή, πιστέψτε με. Λυπήθηκα, βέβαια, γιατί μόλις είχα κλοτσήσει τη μοναδική ευκαιρία να ξεσπάσω κι εγώ κάπου όλα μου τα νεύρα για τα λεφτά που χρωστάω, τα λεφτά που μου χρωστάνε, την ανεργία μου, την τιμή της ντομάτας, την αγαμία των φίλων μου και, κυρίως, τη δική σας. Η συνομιλία μας, ωστόσο, με βοήθησε να κατακτήσω το απόλυτο ζεν και να αποφασίσω ότι σ’ αυτήν τη δύσκολη συγκυρία δεν θα υιοθετήσω τη συμπεριφορά του Έλληνα Μαλάκα™ – αλλά την ψυχραιμία ξανθιάς Σουηδής.
Μέσα απ’ αυτό το γράμμα ήθελα απλώς να σας πω «ψιτ, δεσποινίς, στο ίδιο καζάνι βράζουμε», να σας αποστείλω έτσι ένα μήνυμα ενότητας (ενάντια στην κοινωνική διάσπαση που επιβάλλουν οι καιροί), αλλά και να σας εκμυστηρευτώ ποια θα ήταν η αντίδρασή μου υπό κανονικές συνθήκες.
Τι θα απαντούσατε, αλήθεια, στη φράση «Ρούφα μια ψωλιά»;






