Music
Του Λεωνίδα Αντωνόπουλου [Leonidas@world-music.gr]
Share |
Σε λίγο θα κυκλοφορούν μόνο τα φαντάσματα: Μιας άλλης χώρας, μιας άλλης πόλης, ενός άλλου εαυτού μας. Σαν τη Νικόλ Κίντμαν στην ταινία «Άλλοι», θα ζούμε την ψευδαίσθηση μιας πραγματικότητας που κάποτε υπήρξε σαν να είμαστε ακόμη εδώ. Η ζωή που ζούσαμε θα έχει φύγει από πάνω μας, σαν πουκάμισο φιδιού, και εμείς ακίνητοι, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίωσης, θα περιμένουμε ν’ ακούσουμε ένα παλιό τραγούδι, ένα «Non, je ne regrette rien», όπως οι πρωταγωνιστές του «Inception», να μας δώσει το σύνθημα για να περάσουμε στην επόμενη φάση του ονείρου. Αλλάζουν όλα, αλλάζουμε όλοι, αλλάζει αυτό που περιμένουμε αύριο και μοιάζει πολύ με το χθες. Ένα παλιό τραγούδι είναι ελπίδα. Θυμίζει αυτό που ήμασταν, έναν τόπο που ζήσαμε, κάτι που υπήρξε στ’ αλήθεια.
 
Υπάρχουν μύθοι μικρότεροι από την αλήθεια και υπάρχουν αλήθειες μεγαλύτερες από τους μύθους.

Η εποχή που η μουσική ήταν για τους μουσικούς υπόθεση σοβαρή όσο και η ζωή τους φαίνεται σήμερα τόσο μυθική και μακρινή όσο οι Τιτάνες και οι Γίγαντες. Κι όμως, υπήρξε. Ήταν η εποχή της τζαζ. Όχι η jazz era της δεκαετίας του ’20 και του «Μεγάλου Γκάτσμπι» που απαθανάτισε λογοτεχνικά και με περίσσιο ρομαντισμό ο Σκοτ Φιτζέραλντ, αλλά η εποχή που οι μουσικοί απέσπασαν την τζαζ από τα νύχια του γλυκανάλατου σουίνγκ – τηρουμένων των αναλογιών, το σουίνγκ ήταν η ποπ του Μεσοπολέμου. Τότε αποκαλούσαν τη μουσική τους be bop και hot jazz, και ύστερα modern jazz και hard bop. Και τη στόλισαν με αγωνιώδεις αυτοσχεδιασμούς, με ένταση και πάθος σαν να μην υπάρχει αύριο. Τη φόρτωσαν και τη φόρτισαν με σημαίνοντα κοινωνικά και πολιτικά – ο ρατσισμός, τα πολιτικά δικαιώματα, η μαύρη ταυτότητα. Με τη μουσική τους άλλαξαν τη μεταπολεμική Αμερική, η οποία (ενώ νίκησε σε έναν παγκόσμιο πόλεμο στο όνομα της ελευθερίας και της ισότητας) στο έδαφός της διατηρούσε νόμους που δεν επέτρεπαν σε λευκούς και μαύρους να πηγαίνουν στην ίδια τουαλέτα!
 
Η μεταπολεμική Αμερική του κυνηγιού των μακαρθικών μαγισσών σύντομα ήρθε αντιμέτωπη όχι μόνο με το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και την «Black Power», αλλά και με τα πύρινα σαξόφωνα των μουσικών της τζαζ. Με κάτι κολοσσούς του ήχου που έπαιρναν τα παλιά τραγουδάκια και τους έβγαζαν τα σωθικά κάνοντάς τα αγνώριστα, που γονάτιζαν κάθε έννοια φόρμας λυγίζοντας νότες, τέμπο, αρμονίες. Με κάτι τύπους εκκεντρικούς και περιθωριακούς, που ολοένα και περισσότεροι νεαροί λευκοί τούς είχαν για είδωλα.. Η πραγματική «εποχή της τζαζ» ήταν μια εποχή πολέμου. Και είχε, φυσικά, τους δικούς της ήρωες. Οι περισσότεροι δεν ζουν πια, έπεσαν μαχόμενοι ανάμεσα σε δύο live ή δύο ηχογραφήσεις.
 
Ο τελευταίος ήρωας εκείνης της εποχής του διαρκούς πολέμου, ο τελευταίος των αληθινά μεγάλων μουσικών της τζαζ που διέσχισαν τον καιρό περνώντας μέσα από τη φωτιά, ο σαξοφωνίστας Sonny Rollins, ζει και έρχεται από πολύ μακριά, από την εποχή του ονείρου. Θα παίξει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στις 28 Νοεμβρίου, στο «Παλλάς» – και μόνο το γεγονός ότι γράφω γι’ αυτόν σε ενεστώτα χρόνο με συγκινεί. Είναι ο σαξοφωνίστας με την απόλυτη αίσθηση του ρυθμού, ένας μουσικός σχεδόν αυτοδίδακτος ο οποίος κατέκτησε τον έλεγχο του τενόρο σαξοφώνου του βαδίζοντας καθημερινά, επί ώρες, μπρος-πίσω, τη γέφυρα Williamsburg στη Lower East Side του Μανχάταν και φυσώντας ακατάπαυστα. Ο σαξοφωνίστας που «έκανε τον John Coltrane να χ….. απάνω του», αν πιστέψουμε τον Miles Davis. Ο μουσικός που έπαιξε με τον Charlie Parker, τον Thelonious Monk, τον Fats Navarro, τον Miles, τον Max Roach, τον Clifford Brown, σαν ίσος μεταξύ των μεγάλων. Ήπιε, κάπνισε, ρούφηξε, αποτραβήχτηκε δύο φορές, πήγε στην Ινδία και γύρισε, και ο ήχος του σαξοφώνου του, ακόμη και στις πιο φευγάτες φάσεις του, παρέμενε σφριγηλός, εμφατικός, ρυθμικός.
 
Ακούω συχνά τους δίσκους του, όπως το «Saxophone Colossus», το «Tenor Madness», το «The Bridge», το «Freedom Suite», το «Way Out West» και το «A Night At The Village Vanguard» και μου είναι ακόμη ακατανόητη η πηγή μιας τέτοιας μουσικής δύναμης. Κι αν η τεχνική του παίρνει αμέσως από τα μούτρα κάθε φιλόδοξο μουσικό, αυτό που ρίχνει εμένα στα πατώματα είναι η αισθητική του ήχου του, το μοντέρνο παίξιμο σε μια εποχή που τίποτε δεν σε καθησύχαζε ότι θα είσαι και αύριο εδώ, η αίσθηση του κατεπείγοντος, το χτίσιμο ενός μουσικού έργου που η σύγχρονη τζαζ το διατήρησε, τελικώς, αυτούσιο.
 
Σπεύδω να προλάβω εκείνους που σκέφτονται: «Καλά όλα αυτά, αλλά ποιος ο λόγος να δώσεις μερικές δεκάδες ευρώ για να πας να ακούσεις έναν 80χρονο παππού, ο οποίος, όπως και να το κάνουμε, όσο σπουδαίος κι αν υπήρξε, τα έχει φάει τα ψωμιά του;» Επειδή, όσο κι αν δείχνει σαν να πρόκειται για κάποιο θαύμα της φύσης, ο Sonny Rollins δεν σταμάτησε ούτε μία μέρα να προπονείται, να παίρνει και να δίνει ζωή στο τενόρο του, να λέει ιστορίες με συνέπεια, ουσία και δύναμη φυσώντας μέσα από αυτό τον χάλκινο σωλήνα με τα μπερδεμένα ελατήρια και κλειδιά. Και επειδή –κι ας ακουστώ κυνικός– είναι ένα ατόφιο, γνήσιο κομμάτι ενός παρελθόντος που η μουσική δεν ήταν δεκανίκι για πρόωρα κουρασμένα πιτσιρίκια, ένα ακόμη ξύσιμο μέσα στη νωθρή καθημερινότητα, αλλά υπόθεση αγριάδας, αίματος και τρέλας, συχνά χωρίς επιστροφή. Μια αλήθεια έξω από το όνειρο.




fashion addiction