

Sonar
Του έρωτα, της ποίησης και της ελευθερίας
Έχει θυμό, αγανάκτηση, απογοήτευση, αλλά κυρίως έχει χαρά. Είναι η χαρά της ζωής για τη –στιγμιαία έστω– απόδραση απ’ το ατσάλινο κλουβί της καθημερινότητας και τη φευγαλέα ματιά στην ουτοπία.
Για τις κυβερνήσεις είναι μειοψηφίες που διασαλεύουν την έννομη τάξη, για τα media είναι κουκουλοφόροι και ταραχοποιά στοιχεία που τους προσδίδουν μερικές μονάδες στη μάχη της τηλεθέασης, για τους βιομηχάνους και τους ιδιοκτήτες μεγάλων καταστημάτων είναι οι βασικοί υπαίτιοι για την πτώση του τζίρου τους, για μερίδα της Αριστεράς είναι προβοκάτορες που αντιστρατεύονται τη μαζική οργανωμένη πάλη. Για μας, εκείνες οι στιγμές που ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται, που μια θρυαλλίδα αρκεί για να απελευθερωθεί η συσσωρευμένη οργή και το αυθόρμητο να αναδειχθεί σε αστάθμητο παράγοντα της Ιστορίας. Είναι εξέγερση.
Η ιστορία της εξέγερσης είναι παλιά, όσο παλιά είναι και η ιστορία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Είναι οι 72 ημέρες της Παρισινής Κομμούνας, τα 500 οδοφράγματα στα σοκάκια του Παρισιού με τον φυλακισμένο αναρχικό Αύγουστο Μπλανκί να έχει εκλεγεί πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Είναι η «Ματωμένη Βδομάδα» (21-28 Μαΐου 1871) με τους 30.000 εργάτες που σκοτώθηκαν για να υπερασπιστούν το πρώτο πείραμα σοσιαλιστικής διακυβέρνησης. Είναι οι στίχοι από τον Ύμνο της Διεθνούς «Για να λείψουνε τα δεσμά μας, για να πάψει πια η σκλαβιά, να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας και της ψυχής μας τη φωτιά» που γράφτηκαν από τον κομμουνάρο εργάτη Ευγένιο Ποτιέ την ώρα της μάχης.
Είναι αυτά τα απρογραμμάτιστα ραντεβού με την Ιστορία. Στις 25 του Οχτώβρη το 1917 οι επαναστατημένες μάζες στη Ρωσία καταλαμβάνουν τα χειμερινά ανάκτορα. Μια μέρα μετά, το 2ο συνέδριο των σοβιέτ αποφασίζει το πέρασμα της εξουσίας στα σοβιέτ. Ακόμα κι αν αυτό το πέρασμα διακόπηκε κι αν η συζήτηση για την εξέλιξη και την κατάληξη της επανάστασης στη Ρωσία έχει διαφορετικές απαντήσεις, ένα είναι σίγουρο: αυτή «η έφοδος στον ουρανό» σφράγισε ανεξίτηλα την ανθρωπότητα, κληροδοτώντας μια βαριά εκκρεμότητα στις επόμενες γενιές.
Είναι «η φαντασία στην εξουσία» του γαλλικού Μάη. Ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και οι σύντροφοί του, με σηκωμένες γροθιές και τραγουδώντας τη Διεθνή, να μπαίνουν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Σορβόννης. Η νύχτα των οδοφραγμάτων από τις 10 έως τις 11 Μαΐου, ως ένα ξεχωριστό επεισόδιο στην επαναστατική παράδοση της Γαλλίας, με τους χιλιάδες νέους που έσπασαν το φόβο και γνώρισαν τη συντροφικότητα. Ο βέλγος μαρξιστής Ερνέστ Μαντέλ να ανεβαίνει στο οδόφραγμα και κοιτάζοντας το αυτοκίνητό του τυλιγμένο στις φλόγες να αναφωνεί: «Α! Τι ωραία που είναι! Είναι η Επανάσταση!»
Χωρίς τα τανκς με σπασμένα φρένα
Είναι η ελληνική εκδοχή του Μάη, η εξέγερση του Πολυτεχνείου, εκείνο το συγκλονιστικό τριήμερο που έφερε πιο κοντά το τέρμα στα πέτρινα χρόνια της χούντας. Οι φοιτητές στο προαύλιο του ΕΜΠ να τραγουδούν «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και ο ελληνικός λαός να επενδύει ελπίδες και οράματα ετών σ’ αυτήν τη γενιά – που έμελλε να σημαδέψει όλο το μεταπολιτευτικό σκηνικό, είτε κεφαλαιοποιώντας την εμπειρία της με χαρτοφυλάκια και επιτροπάτα είτε παρούσα ακόμα στους δρόμους και στα αμφιθέατρα του αγώνα ενάντια στη νέα «χούντα».
Η ιστορία όμως δεν τελείωσε το ’90, όπως αρκετοί ευαγγελίζονταν, αλλά έκρυβε ακόμα αρκετές εκπλήξεις. Στις 30 Απριλίου το 1992 η αθώωση 4 αστυνομικών στο Λος Άντζελες για επίθεση εις βάρος ενός μετανάστη, οδήγησε σ’ αυτό που έγινε γνωστό στην Ελλάδα με το σύνθημα «L.A., L.A., fuck the USA». Οι μαζικές καταστροφές πλούσιων συνοικιών και οι επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα δεν ήταν μόνο ένα ξέσπασμα ενάντια σε μια άδικη δικαστική απόφαση και στην αυθαιρεσία της αστυνομίας, αλλά ένα εξεγερσιακό διάβημα επαναδιεκδίκησης της πόλης απ’ αυτούς που ζούσαν στο περιθώριό της.
Το cacerolato (ομαδικό χτύπημα κατσαρόλας), οι γενικές συνελεύσεις στις γειτονιές, οι καταλήψεις εργοστασίων, οι αγρότισσες που τραγουδώντας ακύρωναν πλειστηριασμούς αγροτικής γης δεν ήταν μόνο κορυφαίες στιγμές της εξέγερσης της Αργεντινής το 2001, αλλά και ψηλάφηση ενός εναλλακτικού τρόπου οργάνωσης της ζωής βασισμένου στις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτοδιαχείρισης.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 2005, το βαθύτερο νόημα από τις 15 νύχτες της φωτιάς στα γαλλικά προάστια τραγούδησε με δυναμική η Keny Arkana, «τη θέληση να ζήσουμε και να ζήσουμε το τώρα, να επιλέγουμε το μέλλον μας ελεύθεροι και απελευθερωμένοι από τα καταπιεστικά τους σχέδια».
Και μετά ήρθε ο Δεκέμβρης. Ο δικός μας Δεκέμβρης. Ακριβώς 2 χρόνια πριν… ως ρωγμή στη βιτρίνα της κανονικότητας, τη μοναδική πραγματικά σπασμένη βιτρίνα. Η σιωπή που έγινε κραυγή και το παρατεταμένο σκοτάδι της ελληνικής πραγματικότητας έσπασε απ’ τα πυροτεχνήματα. 15χρονοι μαθητές πετάνε πέτρες έξω απ’ τα αστυνομικά τμήματα και επιμένουν – παρά τα δακρυγόνα, το ξύλο και τις συλλήψεις. Ένα φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος και μερικές σπασμένες τηλεοπτικές οθόνες στο Μοναστηράκι απορρίπτουν τα σύμβολα της κατανάλωσης και της χειραγώγησης. Η κατάληψη της Λυρικής Σκηνής γίνεται ζωντανό εργαστήρι καλλιτεχνικής δημιουργίας, συλλογικής έκφρασης και αντιεμπορευματικής κουλτούρας.
Από την εξέγερση του Δεκέμβρη, όμως (όπως κι από κάθε εξέγερση), το ίχνος παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα σε μια νεολαία που εισέβαλε βίαια στο πολιτικό σκηνικό και αναζητά ακόμα τρόπους για να φτιάξει το μύθο της, έναν μη θρησκευτικό δρόμο «ξαναμαγέματος του κόσμου», που θα έλεγε και ο Μαξ Βέμπερ. Και δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη.
Στην εποχή της κρίσης η θετική πλευρά της εξέγερσης εύκολα παρεξηγείται ως γραφική συμπεριφορά του δήθεν ανώριμου ανθρώπου. Οι τηλε-δικαστές των δελτίων ειδήσεων χρησιμοποιούν την ειρωνεία για να ακυρώσουν κάθε συνειρμό χαράς και διαμαρτυρίας, όταν πρόκειται για μια διαδήλωση ή έστω μια δημόσια έκφραση αγανάκτησης. Ακόμα και σε επίπεδο φίλων και οικογένειας μια απλή εποικοδομητική διαφωνία θεωρείται η «δύσκολη» λύση και ο ομιλητής βγαίνει συχνά στο περιθώριο και στη μοναξιά των επιχειρημάτων του που έκαναν γκελ. Ο εξεγερμένος αντιμετωπίζεται με όρους ψυχοπαθολογίας ή ποινικού δικαίου: παραβατικός μετα-έφηβος, παιδί χωρισμένων γονιών, αντικοινωνική προσωπικότητα, τέρας της φύσης. Παράλληλα, η εξέγερση παρουσιάζεται ως λάιφ στάιλ εικόνα: οι φωτιές από τις συγκρούσεις, τα «παιδιά» με τις κουκούλες, άγριες μουσικές, άγριες νύχτες, άγρια καταστολή, επιστροφή στην ομαλότητα. Οι συλλογικές αντιστάσεις είτε θάβονται –όπως η πορεία του Πολυτεχνείου ήταν απούσα από τα δελτία ειδήσεων– είτε «παίζονται» σαν σκηνές από βίντεο-κλιπ.
Ακόμα και η χαρά που μπορεί να προκύψει από την εξεγερτική στιγμή προβάλλεται σαν διαφημιστικό σλόγκαν: νιώσε τη βιτρίνα που σπάει, πέτα μια πέτρα, άκου τη δίψα σου. Αν αφαιρέσεις τη μολότοφ και βάλεις μια κόκα-κόλα, έχεις το άψογο διαφημιστικό ενσταντανέ.
Οι χειριστές της νεανικής κουλτούρας διαλέγουν ποια στοιχεία θα αφομοιώσουν από τον τσελεμεντέ του επαναστάτη, τι μπορεί να αξιοποιηθεί ως καταναλωτική συμπεριφορά, ως μέθοδος πολιτικής ενσωμάτωσης και τι πρέπει να παταχθεί ως απειλή.
Ένα δίκαιο παιχνίδι με πειραγμένα ζάρια
Τα ΜΜΕ υμνούν, λοιπόν, την ορμή της νεολαίας – αρκεί να διοχετεύεται σε εθελοντισμούς, ΜΚΟ, εναλλακτική κατανάλωση, διάβασμα για τις εξετάσεις, κοινωνικά δίκτυα. Σε διαφορετική περίπτωση, η χαρά τους είναι επικίνδυνη για τη θλίψη μας: Καταληψίες μαθητές οδηγούνται σε «μαθητοδικεία», ανήλικοι ή νέοι διαδηλωτές δικάζονται με τον τρομονόμο, οι μαθητικές και σπουδαστικές κινητοποιήσεις ποινικοποιούνται, τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν παραπλανημένα παιδιά που «για όλα φταίνε οι γονείς τους». Επί πλέον, ένα πολύ δυνατό «χαρτί» στο πόκερ της διαπραγμάτευσης των όρων της προόδου είναι η συνεχής υπενθύμιση από τα μέσα ενημέρωσης της κακής ψυχολογίας του κόσμου. Καθημερινά βλέπουμε μια απειλητική χιονοστιβάδα καταθλιπτικών στοιχείων για την αυξημένη ζήτηση για ψυχοφάρμακα και βομβαρδιζόμαστε από εικόνες μικροαστών που παραπονούνται στο μικρόφωνο του γραβατωμένου ρεπόρτερ έξω από το φούρνο της γειτονιάς, με χαμόγελο μελαγχολίας και πονηρό βλέμμα. Ταυτόχρονα, προωθείται ως λύση στο κοινωνικό και εργασιακό αδιέξοδο η σημασία της ατομικής προόδου, διατηρώντας ακόμα το ξοφλημένο πρότυπο του «κοιτάω τη δουλειά μου και δεν ασχολούμαι με τον διπλανό», ενισχυμένο και από την επιστροφή της μόδας του χωρισμού, ότι δηλαδή είσαι καλύτερα μόνος και ευέλικτος, η συντροφικότητα δεν ωφελεί τη διαθεσιμότητά σου στην αγορά.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κακό παιχνίδι που ποντάρει πολύ στο μηδενισμένο ηθικό του σύγχρονου ανθρώπου, του νέου εργαζόμενου, του φοιτητή, του 35άρη που μεγάλωσε στα θολά 80s της ψεύτικης ανάπτυξης, του συνταξιούχου που τον υποστηρίζουν οικονομικά (αν μπορούν) τα παιδιά του. Η εξέγερση μετατρέπεται σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που δυσκολεύει αφάνταστα τον μέσο άνθρωπο να μετακινηθεί από το σημείο παρατήρησης στο επίπεδο συμμετοχής. Αυτήν τη δυσκολία φαίνεται πως εντείνει και το κομματιασμένο προϊόν της ευρύτερης τέχνης που αφορά μόνο λίγους «πεφωτισμένους», εμποδίζοντας τον άνθρωπο να μοιραστεί τη χαρμόσυνη ενόραση της πολιτικής συνείδησης, καθώς τα βλέπει και τα καταλαβαίνει όλα μόνος του. Στη δεκαετία του ’90 η τάση αυτή ονομάστηκε από πολλούς κοινωνικούς αναλυτές ως το φαινόμενο του μεταμοντερνισμού, μια θεωρία που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην προπατζίδικη άποψη ότι οι πιθανότητες βελτίωσης, σε οποιοδήποτε επίπεδο, είναι μια παραίσθηση και χαμένος χρόνος.
Οι ακαδημαϊκές ερμηνείες, βέβαια, δύσκολα ικανοποιούν την ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή. Η «χαρά» της εξέγερσης είναι ξεκάθαρο συναίσθημα και έρχεται πάντα σε σύγκρουση με τη μικροαστική ουτοπία. Δεν είναι απλώς γραφική συμπεριφορά, είναι ριζικό στοιχείο της υπέρβασης των περιορισμών της ασφυκτικής μοναξιάς. Το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η παρανοϊκή αντιμετώπιση της χαράς της εξέγερσης φάνηκε τον Δεκέμβρη του 2008 με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτό που συνέβη ίσως να είναι ένα από τα πρώτα τραγικά περιστατικά που θα οδηγήσουν σε ένα πιο σκοτεινό μέλλον (ή επανάληψη του παρελθόντος), στο οποίο ακόμα και η απλή αναφορά στη χαρά της εξέγερσης σε βάζει στη φυλακή. Ο ήρωας του βιβλίου του Steven Lukes, Ο παράδοξος διαφωτισμός του καθηγητή Καριτάτ (1997), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από τη δικτατορία της Μιλιτάρια, κατηγορούμενος ότι το ακαδημαϊκό του δοκίμιο με τίτλο «Στοιχεία αισιοδοξίας» (!) ενέπνευσε τη δράση ενός ανορθόδοξου πυρήνα εξέγερσης ενάντια στο καθεστώς.
Από την Πολιτεία του Πλάτωνα μέχρι το Νέα από το πουθενά (1890) του σοσιαλιστή καλλιτέχνη Γουίλιαμ Μόρις και από το Κάντιτ του Βολταίρου μέχρι τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Άλντους Χάξλεϊ, η κίνηση προς τα κει όπου βρίσκεται όχι μόνο η εικόνα αλλά και το ρεαλιστικό παρόν της διαφορετικής, καλύτερης κοινωνίας διεγείρει και εξάπτει τον άνθρωπο που επιθυμεί να εργαστεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν είπε κάποτε ότι το ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν είναι κάτι που συνέβη μόνο στους Εβραίους, εννοώντας ότι ήταν μια ζημιά στο σύνολο της κοινωνίας που μπορεί να συμβαίνει ξανά και πάλι από την αρχή, εφόσον τέτοιοι μηχανισμοί είναι βασικό τεχνικό συστατικό της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Στο βιβλίο της Λουίζ Μισέλ, Σας γράφω από τη νύχτα μου – Γράμματα από τις φυλακές των Βερσαλλιών 1870-1871, διαβάζουμε
«θα σας έλεγα, λοιπόν, ότι οι στιγμές ευτυχίας βρίσκονται σε αναλογία με τον πόνο που βιώνουμε. Ελπίδα, λοιπόν, κι εμπιστοσύνη».
Ένα βήμα πιο πίσω στην άκρη του γκρεμού
Το γεγονός, λοιπόν, ότι σήμερα ο πολιτειακός μηχανισμός τόσο εύκολα ακυρώνει οποιαδήποτε επαναστατική «χαρά» ως υπαρξιακό κενό οδηγεί στο βασικό ψέμα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του 2010, που υποτίθεται πως η κοινωνία είναι ολιστική και προοδευτική. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου η χαρά της εξέγερσης ερμηνεύεται ως στιγμή λανθασμένης διαφάνειας ή ακόμα και μεγαλομανίας, χέρι χέρι όχι μόνο με τον γνωστό πολιτικό της ακροδεξιάς παράταξης, αλλά και με τις ολοένα αυξανόμενες ψυχοπαθολογίες των ανθρώπων της οικονομικής κρίσης. Αυτό που τελικά δυσχεραίνει τη μετάβαση προς το καλύτερο είναι το ότι οι στιγμές «χαράς της εξέγερσης» βρίσκονται στο έλεος της αχρονικότητας ενός ευρύτερου κολάζ από τα κομμάτια του σπασμένου Διαφωτισμού και της παραπληροφόρησης. Εξάλλου, οι συλλογικές ταυτότητες ερμηνεύονται σχεδόν πάντα αρνητικά, δηλ. εναντίον κάποιων άλλων. Όμως, είτε για καλό είτε για κακό, οι ταυτότητες αλλάζουν, είναι ρευστές – όπως και οι απρόβλεπτες επιλογές του βασικού συστήματος. Στον προθάλαμο της βαθύτερης κρίσης, ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε ένα άμεσο μέλλον στο οποίο οι στιγμές χαράς της εξέγερσης υποβαθμίζονται στο επίπεδο του μηδενισμού ως αφετηρία εξέγερσης και –στη χειρότερη περίπτωση– στο επίπεδο της προσωπικής, άφωνης τρέλας.
Σ’ αυτές τις γκρίζες μέρες που ζούμε, με τα βαριά βλέμματα, τους λευκούς τοίχους, τα δυσοίωνα σενάρια κι έναν χειμώνα που μοιάζει να μην τελειώνει, οι αναπαραστάσεις των προηγούμενων εξεγέρσεων μπορούν να ξαναγεννήσουν την αισιοδοξία και, κυρίως, την προοπτική για μιαν άνοιξη που δεν θα ’ναι χαμένη. «Όποιος διαλέγει την άρνηση και τον πεσιμισμό βγαίνει κερδισμένος στις προβλέψεις και χαμένος στη ζωή» (Στρατής Τσίρκας).
«Αυτό τους κάνει να λάμπουν μέσα στο χρόνο»
Η Βέρα Δαμόφλη είναι δημοσιογράφος. Έζησε την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973
«Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ματαίωσε την επιβολή μιας καλυμμένης δικτατορίας με την κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Δεν προκάλεσε, επέσπευσε όμως την πτώση της χούντας. Ήταν μία πολιτική πράξη σε μία ιστορική στιγμή».
«Την ελπίδα τη διάβασα στα κόκκινα από τα δακρυγόνα μάτια των μαθητών μέσα στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη του 1973. Στα φωτεινά τους πρόσωπα στους αγώνες του ’90. Στην ιερή οργή τους τον Δεκέμβρη του 2008. Στις μαύρες ημέρες που ζούμε πάλι κάποιοι θα πάρουν επάνω τους την ιστορική ευθύνη της αντίστασης. Μακάρι να αποδειχτούν εξυπνότεροι από εμάς».
«Βία ασκεί η εξουσία. Από εκεί και πέρα είναι θέμα συσχετισμού δυνάμεων, συνθηκών και πολιτικών επιλογών. Η εκτόνωση είναι ωραία και αναγκαία για τα ένστικτα. Τα κινήματα χρειάζονται ιδεολογία, οξυδέρκεια, οργάνωση. Στις εξεγέρσεις οι άνθρωποι ξεπερνούν τον εαυτό τους. Αποκτούν συνείδηση. Ενώνονται και επιχειρούν να ανατρέψουν το καθεστώς της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της αδικίας, της αμάθειας, της ασχήμιας. Ξέρουν πού να κοιτάξουν. Αυτό τους κάνει να λάμπουν μέσα στο χρόνο».
«Δεν ήμασταν “κωλόπαιδα”, αλλά τα παιδιά τους που έγραφαν Iστορία».
Η Χριστίνα Κατσαρέα είναι μαθήτρια. Συμμετείχε στον Δεκέμβρη του 2008
«Το πρώτο πράγμα που ένιωσα το βράδυ της 6ης του Δεκέμβρη ήταν φόβος, φόβος μήπως όταν φτάσω 16 μού συμβεί κάτι παρόμοιο. Με σόκαρε η εκδικητική συμπεριφορά της αστυνομίας. Μετά ήρθε ο θυμός για ένα παιδί που έχασε τόσο άδικα τη ζωή του και η ανάγκη για δικαιοσύνη. Όταν έβλεπα, όμως, χιλιάδες μαθητές στο δρόμο ένιωθα χαρά».
«Πίστευα ότι τελικά τα πράγματα μπορούν να πάνε καλά. Δεν ήμασταν τα “κωλόπαιδα” που έλεγαν στις ειδήσεις, αλλά τα παιδιά τους, που έφτιαχναν τη δική τους ιστορία. Έχω ακούσει πολλά για το Πολυτεχνείο του ’73, αλλά νιώθω ότι δεν διαφέρουν και πολλά δεδομένα από σήμερα – ίσως απλώς τότε η καταστολή να ήταν πιο άμεση. Τώρα είναι συγκαλυμμένη, αλλά υπάρχουν πολλοί λόγοι να ξαναβγούμε στους δρόμους. Όχι, όμως, μόνο η νεολαία. Όλοι – και κυρίως οι μεγαλύτεροι που φέρουν περισσότερες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση, γιατί αυτοί τους ψηφίζουν».
Έχει θυμό, αγανάκτηση, απογοήτευση, αλλά κυρίως έχει χαρά. Είναι η χαρά της ζωής για τη –στιγμιαία έστω– απόδραση απ’ το ατσάλινο κλουβί της καθημερινότητας και τη φευγαλέα ματιά στην ουτοπία.
Για τις κυβερνήσεις είναι μειοψηφίες που διασαλεύουν την έννομη τάξη, για τα media είναι κουκουλοφόροι και ταραχοποιά στοιχεία που τους προσδίδουν μερικές μονάδες στη μάχη της τηλεθέασης, για τους βιομηχάνους και τους ιδιοκτήτες μεγάλων καταστημάτων είναι οι βασικοί υπαίτιοι για την πτώση του τζίρου τους, για μερίδα της Αριστεράς είναι προβοκάτορες που αντιστρατεύονται τη μαζική οργανωμένη πάλη. Για μας, εκείνες οι στιγμές που ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται, που μια θρυαλλίδα αρκεί για να απελευθερωθεί η συσσωρευμένη οργή και το αυθόρμητο να αναδειχθεί σε αστάθμητο παράγοντα της Ιστορίας. Είναι εξέγερση.
Η ιστορία της εξέγερσης είναι παλιά, όσο παλιά είναι και η ιστορία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Είναι οι 72 ημέρες της Παρισινής Κομμούνας, τα 500 οδοφράγματα στα σοκάκια του Παρισιού με τον φυλακισμένο αναρχικό Αύγουστο Μπλανκί να έχει εκλεγεί πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Είναι η «Ματωμένη Βδομάδα» (21-28 Μαΐου 1871) με τους 30.000 εργάτες που σκοτώθηκαν για να υπερασπιστούν το πρώτο πείραμα σοσιαλιστικής διακυβέρνησης. Είναι οι στίχοι από τον Ύμνο της Διεθνούς «Για να λείψουνε τα δεσμά μας, για να πάψει πια η σκλαβιά, να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας και της ψυχής μας τη φωτιά» που γράφτηκαν από τον κομμουνάρο εργάτη Ευγένιο Ποτιέ την ώρα της μάχης.
Είναι αυτά τα απρογραμμάτιστα ραντεβού με την Ιστορία. Στις 25 του Οχτώβρη το 1917 οι επαναστατημένες μάζες στη Ρωσία καταλαμβάνουν τα χειμερινά ανάκτορα. Μια μέρα μετά, το 2ο συνέδριο των σοβιέτ αποφασίζει το πέρασμα της εξουσίας στα σοβιέτ. Ακόμα κι αν αυτό το πέρασμα διακόπηκε κι αν η συζήτηση για την εξέλιξη και την κατάληξη της επανάστασης στη Ρωσία έχει διαφορετικές απαντήσεις, ένα είναι σίγουρο: αυτή «η έφοδος στον ουρανό» σφράγισε ανεξίτηλα την ανθρωπότητα, κληροδοτώντας μια βαριά εκκρεμότητα στις επόμενες γενιές.
Είναι «η φαντασία στην εξουσία» του γαλλικού Μάη. Ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και οι σύντροφοί του, με σηκωμένες γροθιές και τραγουδώντας τη Διεθνή, να μπαίνουν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Σορβόννης. Η νύχτα των οδοφραγμάτων από τις 10 έως τις 11 Μαΐου, ως ένα ξεχωριστό επεισόδιο στην επαναστατική παράδοση της Γαλλίας, με τους χιλιάδες νέους που έσπασαν το φόβο και γνώρισαν τη συντροφικότητα. Ο βέλγος μαρξιστής Ερνέστ Μαντέλ να ανεβαίνει στο οδόφραγμα και κοιτάζοντας το αυτοκίνητό του τυλιγμένο στις φλόγες να αναφωνεί: «Α! Τι ωραία που είναι! Είναι η Επανάσταση!»
Χωρίς τα τανκς με σπασμένα φρένα
Είναι η ελληνική εκδοχή του Μάη, η εξέγερση του Πολυτεχνείου, εκείνο το συγκλονιστικό τριήμερο που έφερε πιο κοντά το τέρμα στα πέτρινα χρόνια της χούντας. Οι φοιτητές στο προαύλιο του ΕΜΠ να τραγουδούν «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και ο ελληνικός λαός να επενδύει ελπίδες και οράματα ετών σ’ αυτήν τη γενιά – που έμελλε να σημαδέψει όλο το μεταπολιτευτικό σκηνικό, είτε κεφαλαιοποιώντας την εμπειρία της με χαρτοφυλάκια και επιτροπάτα είτε παρούσα ακόμα στους δρόμους και στα αμφιθέατρα του αγώνα ενάντια στη νέα «χούντα».
Η ιστορία όμως δεν τελείωσε το ’90, όπως αρκετοί ευαγγελίζονταν, αλλά έκρυβε ακόμα αρκετές εκπλήξεις. Στις 30 Απριλίου το 1992 η αθώωση 4 αστυνομικών στο Λος Άντζελες για επίθεση εις βάρος ενός μετανάστη, οδήγησε σ’ αυτό που έγινε γνωστό στην Ελλάδα με το σύνθημα «L.A., L.A., fuck the USA». Οι μαζικές καταστροφές πλούσιων συνοικιών και οι επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα δεν ήταν μόνο ένα ξέσπασμα ενάντια σε μια άδικη δικαστική απόφαση και στην αυθαιρεσία της αστυνομίας, αλλά ένα εξεγερσιακό διάβημα επαναδιεκδίκησης της πόλης απ’ αυτούς που ζούσαν στο περιθώριό της.
Το cacerolato (ομαδικό χτύπημα κατσαρόλας), οι γενικές συνελεύσεις στις γειτονιές, οι καταλήψεις εργοστασίων, οι αγρότισσες που τραγουδώντας ακύρωναν πλειστηριασμούς αγροτικής γης δεν ήταν μόνο κορυφαίες στιγμές της εξέγερσης της Αργεντινής το 2001, αλλά και ψηλάφηση ενός εναλλακτικού τρόπου οργάνωσης της ζωής βασισμένου στις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτοδιαχείρισης.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 2005, το βαθύτερο νόημα από τις 15 νύχτες της φωτιάς στα γαλλικά προάστια τραγούδησε με δυναμική η Keny Arkana, «τη θέληση να ζήσουμε και να ζήσουμε το τώρα, να επιλέγουμε το μέλλον μας ελεύθεροι και απελευθερωμένοι από τα καταπιεστικά τους σχέδια».
Και μετά ήρθε ο Δεκέμβρης. Ο δικός μας Δεκέμβρης. Ακριβώς 2 χρόνια πριν… ως ρωγμή στη βιτρίνα της κανονικότητας, τη μοναδική πραγματικά σπασμένη βιτρίνα. Η σιωπή που έγινε κραυγή και το παρατεταμένο σκοτάδι της ελληνικής πραγματικότητας έσπασε απ’ τα πυροτεχνήματα. 15χρονοι μαθητές πετάνε πέτρες έξω απ’ τα αστυνομικά τμήματα και επιμένουν – παρά τα δακρυγόνα, το ξύλο και τις συλλήψεις. Ένα φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία Συντάγματος και μερικές σπασμένες τηλεοπτικές οθόνες στο Μοναστηράκι απορρίπτουν τα σύμβολα της κατανάλωσης και της χειραγώγησης. Η κατάληψη της Λυρικής Σκηνής γίνεται ζωντανό εργαστήρι καλλιτεχνικής δημιουργίας, συλλογικής έκφρασης και αντιεμπορευματικής κουλτούρας.
Από την εξέγερση του Δεκέμβρη, όμως (όπως κι από κάθε εξέγερση), το ίχνος παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα σε μια νεολαία που εισέβαλε βίαια στο πολιτικό σκηνικό και αναζητά ακόμα τρόπους για να φτιάξει το μύθο της, έναν μη θρησκευτικό δρόμο «ξαναμαγέματος του κόσμου», που θα έλεγε και ο Μαξ Βέμπερ. Και δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη.
Στην εποχή της κρίσης η θετική πλευρά της εξέγερσης εύκολα παρεξηγείται ως γραφική συμπεριφορά του δήθεν ανώριμου ανθρώπου. Οι τηλε-δικαστές των δελτίων ειδήσεων χρησιμοποιούν την ειρωνεία για να ακυρώσουν κάθε συνειρμό χαράς και διαμαρτυρίας, όταν πρόκειται για μια διαδήλωση ή έστω μια δημόσια έκφραση αγανάκτησης. Ακόμα και σε επίπεδο φίλων και οικογένειας μια απλή εποικοδομητική διαφωνία θεωρείται η «δύσκολη» λύση και ο ομιλητής βγαίνει συχνά στο περιθώριο και στη μοναξιά των επιχειρημάτων του που έκαναν γκελ. Ο εξεγερμένος αντιμετωπίζεται με όρους ψυχοπαθολογίας ή ποινικού δικαίου: παραβατικός μετα-έφηβος, παιδί χωρισμένων γονιών, αντικοινωνική προσωπικότητα, τέρας της φύσης. Παράλληλα, η εξέγερση παρουσιάζεται ως λάιφ στάιλ εικόνα: οι φωτιές από τις συγκρούσεις, τα «παιδιά» με τις κουκούλες, άγριες μουσικές, άγριες νύχτες, άγρια καταστολή, επιστροφή στην ομαλότητα. Οι συλλογικές αντιστάσεις είτε θάβονται –όπως η πορεία του Πολυτεχνείου ήταν απούσα από τα δελτία ειδήσεων– είτε «παίζονται» σαν σκηνές από βίντεο-κλιπ.
Ακόμα και η χαρά που μπορεί να προκύψει από την εξεγερτική στιγμή προβάλλεται σαν διαφημιστικό σλόγκαν: νιώσε τη βιτρίνα που σπάει, πέτα μια πέτρα, άκου τη δίψα σου. Αν αφαιρέσεις τη μολότοφ και βάλεις μια κόκα-κόλα, έχεις το άψογο διαφημιστικό ενσταντανέ.
Οι χειριστές της νεανικής κουλτούρας διαλέγουν ποια στοιχεία θα αφομοιώσουν από τον τσελεμεντέ του επαναστάτη, τι μπορεί να αξιοποιηθεί ως καταναλωτική συμπεριφορά, ως μέθοδος πολιτικής ενσωμάτωσης και τι πρέπει να παταχθεί ως απειλή.
Ένα δίκαιο παιχνίδι με πειραγμένα ζάρια
Τα ΜΜΕ υμνούν, λοιπόν, την ορμή της νεολαίας – αρκεί να διοχετεύεται σε εθελοντισμούς, ΜΚΟ, εναλλακτική κατανάλωση, διάβασμα για τις εξετάσεις, κοινωνικά δίκτυα. Σε διαφορετική περίπτωση, η χαρά τους είναι επικίνδυνη για τη θλίψη μας: Καταληψίες μαθητές οδηγούνται σε «μαθητοδικεία», ανήλικοι ή νέοι διαδηλωτές δικάζονται με τον τρομονόμο, οι μαθητικές και σπουδαστικές κινητοποιήσεις ποινικοποιούνται, τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν παραπλανημένα παιδιά που «για όλα φταίνε οι γονείς τους». Επί πλέον, ένα πολύ δυνατό «χαρτί» στο πόκερ της διαπραγμάτευσης των όρων της προόδου είναι η συνεχής υπενθύμιση από τα μέσα ενημέρωσης της κακής ψυχολογίας του κόσμου. Καθημερινά βλέπουμε μια απειλητική χιονοστιβάδα καταθλιπτικών στοιχείων για την αυξημένη ζήτηση για ψυχοφάρμακα και βομβαρδιζόμαστε από εικόνες μικροαστών που παραπονούνται στο μικρόφωνο του γραβατωμένου ρεπόρτερ έξω από το φούρνο της γειτονιάς, με χαμόγελο μελαγχολίας και πονηρό βλέμμα. Ταυτόχρονα, προωθείται ως λύση στο κοινωνικό και εργασιακό αδιέξοδο η σημασία της ατομικής προόδου, διατηρώντας ακόμα το ξοφλημένο πρότυπο του «κοιτάω τη δουλειά μου και δεν ασχολούμαι με τον διπλανό», ενισχυμένο και από την επιστροφή της μόδας του χωρισμού, ότι δηλαδή είσαι καλύτερα μόνος και ευέλικτος, η συντροφικότητα δεν ωφελεί τη διαθεσιμότητά σου στην αγορά.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κακό παιχνίδι που ποντάρει πολύ στο μηδενισμένο ηθικό του σύγχρονου ανθρώπου, του νέου εργαζόμενου, του φοιτητή, του 35άρη που μεγάλωσε στα θολά 80s της ψεύτικης ανάπτυξης, του συνταξιούχου που τον υποστηρίζουν οικονομικά (αν μπορούν) τα παιδιά του. Η εξέγερση μετατρέπεται σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που δυσκολεύει αφάνταστα τον μέσο άνθρωπο να μετακινηθεί από το σημείο παρατήρησης στο επίπεδο συμμετοχής. Αυτήν τη δυσκολία φαίνεται πως εντείνει και το κομματιασμένο προϊόν της ευρύτερης τέχνης που αφορά μόνο λίγους «πεφωτισμένους», εμποδίζοντας τον άνθρωπο να μοιραστεί τη χαρμόσυνη ενόραση της πολιτικής συνείδησης, καθώς τα βλέπει και τα καταλαβαίνει όλα μόνος του. Στη δεκαετία του ’90 η τάση αυτή ονομάστηκε από πολλούς κοινωνικούς αναλυτές ως το φαινόμενο του μεταμοντερνισμού, μια θεωρία που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην προπατζίδικη άποψη ότι οι πιθανότητες βελτίωσης, σε οποιοδήποτε επίπεδο, είναι μια παραίσθηση και χαμένος χρόνος.
Οι ακαδημαϊκές ερμηνείες, βέβαια, δύσκολα ικανοποιούν την ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή. Η «χαρά» της εξέγερσης είναι ξεκάθαρο συναίσθημα και έρχεται πάντα σε σύγκρουση με τη μικροαστική ουτοπία. Δεν είναι απλώς γραφική συμπεριφορά, είναι ριζικό στοιχείο της υπέρβασης των περιορισμών της ασφυκτικής μοναξιάς. Το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η παρανοϊκή αντιμετώπιση της χαράς της εξέγερσης φάνηκε τον Δεκέμβρη του 2008 με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτό που συνέβη ίσως να είναι ένα από τα πρώτα τραγικά περιστατικά που θα οδηγήσουν σε ένα πιο σκοτεινό μέλλον (ή επανάληψη του παρελθόντος), στο οποίο ακόμα και η απλή αναφορά στη χαρά της εξέγερσης σε βάζει στη φυλακή. Ο ήρωας του βιβλίου του Steven Lukes, Ο παράδοξος διαφωτισμός του καθηγητή Καριτάτ (1997), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από τη δικτατορία της Μιλιτάρια, κατηγορούμενος ότι το ακαδημαϊκό του δοκίμιο με τίτλο «Στοιχεία αισιοδοξίας» (!) ενέπνευσε τη δράση ενός ανορθόδοξου πυρήνα εξέγερσης ενάντια στο καθεστώς.
Από την Πολιτεία του Πλάτωνα μέχρι το Νέα από το πουθενά (1890) του σοσιαλιστή καλλιτέχνη Γουίλιαμ Μόρις και από το Κάντιτ του Βολταίρου μέχρι τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Άλντους Χάξλεϊ, η κίνηση προς τα κει όπου βρίσκεται όχι μόνο η εικόνα αλλά και το ρεαλιστικό παρόν της διαφορετικής, καλύτερης κοινωνίας διεγείρει και εξάπτει τον άνθρωπο που επιθυμεί να εργαστεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν είπε κάποτε ότι το ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν είναι κάτι που συνέβη μόνο στους Εβραίους, εννοώντας ότι ήταν μια ζημιά στο σύνολο της κοινωνίας που μπορεί να συμβαίνει ξανά και πάλι από την αρχή, εφόσον τέτοιοι μηχανισμοί είναι βασικό τεχνικό συστατικό της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Στο βιβλίο της Λουίζ Μισέλ, Σας γράφω από τη νύχτα μου – Γράμματα από τις φυλακές των Βερσαλλιών 1870-1871, διαβάζουμε
«θα σας έλεγα, λοιπόν, ότι οι στιγμές ευτυχίας βρίσκονται σε αναλογία με τον πόνο που βιώνουμε. Ελπίδα, λοιπόν, κι εμπιστοσύνη».
Ένα βήμα πιο πίσω στην άκρη του γκρεμού
Το γεγονός, λοιπόν, ότι σήμερα ο πολιτειακός μηχανισμός τόσο εύκολα ακυρώνει οποιαδήποτε επαναστατική «χαρά» ως υπαρξιακό κενό οδηγεί στο βασικό ψέμα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του 2010, που υποτίθεται πως η κοινωνία είναι ολιστική και προοδευτική. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου η χαρά της εξέγερσης ερμηνεύεται ως στιγμή λανθασμένης διαφάνειας ή ακόμα και μεγαλομανίας, χέρι χέρι όχι μόνο με τον γνωστό πολιτικό της ακροδεξιάς παράταξης, αλλά και με τις ολοένα αυξανόμενες ψυχοπαθολογίες των ανθρώπων της οικονομικής κρίσης. Αυτό που τελικά δυσχεραίνει τη μετάβαση προς το καλύτερο είναι το ότι οι στιγμές «χαράς της εξέγερσης» βρίσκονται στο έλεος της αχρονικότητας ενός ευρύτερου κολάζ από τα κομμάτια του σπασμένου Διαφωτισμού και της παραπληροφόρησης. Εξάλλου, οι συλλογικές ταυτότητες ερμηνεύονται σχεδόν πάντα αρνητικά, δηλ. εναντίον κάποιων άλλων. Όμως, είτε για καλό είτε για κακό, οι ταυτότητες αλλάζουν, είναι ρευστές – όπως και οι απρόβλεπτες επιλογές του βασικού συστήματος. Στον προθάλαμο της βαθύτερης κρίσης, ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε ένα άμεσο μέλλον στο οποίο οι στιγμές χαράς της εξέγερσης υποβαθμίζονται στο επίπεδο του μηδενισμού ως αφετηρία εξέγερσης και –στη χειρότερη περίπτωση– στο επίπεδο της προσωπικής, άφωνης τρέλας.
Σ’ αυτές τις γκρίζες μέρες που ζούμε, με τα βαριά βλέμματα, τους λευκούς τοίχους, τα δυσοίωνα σενάρια κι έναν χειμώνα που μοιάζει να μην τελειώνει, οι αναπαραστάσεις των προηγούμενων εξεγέρσεων μπορούν να ξαναγεννήσουν την αισιοδοξία και, κυρίως, την προοπτική για μιαν άνοιξη που δεν θα ’ναι χαμένη. «Όποιος διαλέγει την άρνηση και τον πεσιμισμό βγαίνει κερδισμένος στις προβλέψεις και χαμένος στη ζωή» (Στρατής Τσίρκας).
«Αυτό τους κάνει να λάμπουν μέσα στο χρόνο»
Η Βέρα Δαμόφλη είναι δημοσιογράφος. Έζησε την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973
«Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ματαίωσε την επιβολή μιας καλυμμένης δικτατορίας με την κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Δεν προκάλεσε, επέσπευσε όμως την πτώση της χούντας. Ήταν μία πολιτική πράξη σε μία ιστορική στιγμή».
«Η νεολαία που εξεγέρθηκε τότε πήρε επάνω της το βάρος της αντίστασης. Ο ελληνικός λαός δεν στήριξε μεν τη χούντα, αλλά σε μεγάλο ποσοστό την ανέχτηκε. Κάποιοι, μάλιστα, πλούτισαν κιόλας. Τα αστικά κόμματα φοβήθηκαν το φοιτητικό κίνημα και, κυρίως, την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δεν την υποστήριξαν. Αλλά ούτε η Αριστερά, που είχε συνεχίσει να αντιστέκεται, φυλακισμένη, εξόριστη και διασπασμένη, την πίστεψε».
«Την ελπίδα τη διάβασα στα κόκκινα από τα δακρυγόνα μάτια των μαθητών μέσα στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη του 1973. Στα φωτεινά τους πρόσωπα στους αγώνες του ’90. Στην ιερή οργή τους τον Δεκέμβρη του 2008. Στις μαύρες ημέρες που ζούμε πάλι κάποιοι θα πάρουν επάνω τους την ιστορική ευθύνη της αντίστασης. Μακάρι να αποδειχτούν εξυπνότεροι από εμάς».
«Βία ασκεί η εξουσία. Από εκεί και πέρα είναι θέμα συσχετισμού δυνάμεων, συνθηκών και πολιτικών επιλογών. Η εκτόνωση είναι ωραία και αναγκαία για τα ένστικτα. Τα κινήματα χρειάζονται ιδεολογία, οξυδέρκεια, οργάνωση. Στις εξεγέρσεις οι άνθρωποι ξεπερνούν τον εαυτό τους. Αποκτούν συνείδηση. Ενώνονται και επιχειρούν να ανατρέψουν το καθεστώς της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της αδικίας, της αμάθειας, της ασχήμιας. Ξέρουν πού να κοιτάξουν. Αυτό τους κάνει να λάμπουν μέσα στο χρόνο».
«Δεν ήμασταν “κωλόπαιδα”, αλλά τα παιδιά τους που έγραφαν Iστορία».
Η Χριστίνα Κατσαρέα είναι μαθήτρια. Συμμετείχε στον Δεκέμβρη του 2008
«Το πρώτο πράγμα που ένιωσα το βράδυ της 6ης του Δεκέμβρη ήταν φόβος, φόβος μήπως όταν φτάσω 16 μού συμβεί κάτι παρόμοιο. Με σόκαρε η εκδικητική συμπεριφορά της αστυνομίας. Μετά ήρθε ο θυμός για ένα παιδί που έχασε τόσο άδικα τη ζωή του και η ανάγκη για δικαιοσύνη. Όταν έβλεπα, όμως, χιλιάδες μαθητές στο δρόμο ένιωθα χαρά».
«Πίστευα ότι τελικά τα πράγματα μπορούν να πάνε καλά. Δεν ήμασταν τα “κωλόπαιδα” που έλεγαν στις ειδήσεις, αλλά τα παιδιά τους, που έφτιαχναν τη δική τους ιστορία. Έχω ακούσει πολλά για το Πολυτεχνείο του ’73, αλλά νιώθω ότι δεν διαφέρουν και πολλά δεδομένα από σήμερα – ίσως απλώς τότε η καταστολή να ήταν πιο άμεση. Τώρα είναι συγκαλυμμένη, αλλά υπάρχουν πολλοί λόγοι να ξαναβγούμε στους δρόμους. Όχι, όμως, μόνο η νεολαία. Όλοι – και κυρίως οι μεγαλύτεροι που φέρουν περισσότερες ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση, γιατί αυτοί τους ψηφίζουν».






