

Για τα Πανηγύρια
Τέτοιους επισκέπτες-έκπληξη είχε να δει το Δρακουλίτσι από τον Εμφύλιο! Αυτή ήταν η πρώτη στάση στο μακρύ δρόμο για την Guca. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι ξεκίνησαν το καλοκαίρι για το ορεινό χωριό της Σερβίας, εκεί όπου τα τελευταία 50 χρόνια τσαντίρια με όλα τα κομφόρ στήνουν μια πολιτεία χαρούμενων νομάδων που για 10 μέρες χορεύει ασταμάτητα σε βαλκάνιους ρυθμούς, χοροπηδά σαν να έχει καταπιεί ελατήριο και ξεκινά την ημέρα της όπως ακριβώς τελείωσε την προηγούμενη: με μια δίλιτρη μπίρα. Φυσικά και ο Δημήτρης Τζιμαίας ήταν εκεί (όπως και πολλοί άλλοι από το «Υποβρύχιο», αλλά ο Τζιμ έχει το θάρρος της γνώμης του). Κατάλαβε πως ο Κοστουρίτσα δεν είχε τελικά τόσο μεγάλη φαντασία κι έμεινε με την απορία: τι είναι το kolo-dance;
12 Αυγούστου (μέρα zero)
Δύο citroen 2CV ξεκινούν για το ακατόρθωτο: να είναι την επομένη στις 10 το πρωί στην τελετή έναρξης του φεστιβάλ της Guca, στην ορεινή Σερβία. Πρώτος στόχος να φτάσουμε μέχρι το βράδυ στο συνοριακό σταθμό των Ευζώνων. Οι τελευταίες επιδιορθώσεις βγάζουν off ένα από τα δύο ηχοσυστήματα κι ένα τέτοιο ταξίδι δεν μπορεί να ξεκινήσει με μια έλλειψη αυτού του μεγέθους. Το γενικό ραντεβού αναβάλλεται απανωτά. Στις 8 το βράδυ είμαστε μόλις μερικά χιλιόμετρα έξω από το νομό Αττικής. Ξημερώματα 13ης Αυγούστου μας βρίσκουν εξουθενωμένους, σε σχήμα «Γ», να κοιμόμαστε μπροστά σε μια ψαροταβέρνα, κάπου ανάμεσα Πλαταμώνα και Θεσσαλονίκη.
13 Αυγούστου (μέρα one)
Περνάμε τα σύνορα, Μακεδονία, και με ένα εκπληκτικό σερί χωρίς απρόοπτα μπαίνουμε Σερβία. Μετά από 1.112 διακλαδώσεις χάνουμε επαφή με το έτερο 2CV. Το βράδυ η πυκνή ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα κι έχουμε χαθεί σε έναν επαρχιακό δρόμο έξω από το χάρτη. Αναγκαστική στάση έξω από την παμπ στο χωριό με το ιδιότυπο όνομα... Δρακουλίτσι! Το μπαρ 25 τ.μ., εκ των οποίων τα 15 είναι τα ηχεία, τα πλήκτρα, ο κιθαρίστας και η τραγουδίστρια. Καμία κοινή γλώσσα, μερικοί μπασκετικοί όροι αρκούν όμως και η πρώτη μέρα στην Guca φαίνεται να έχει χαθεί για τα καλά. Τέτοιους επισκέπτες-έκπληξη είχε να δει το Δρακουλίτσι από τον Εμφύλιο! Έχουμε στριμωχτεί για τα καλά, όλα τα βλέμματα πάνω μας, και αλίμονο σε όποιον δεν πιει το κέρασμα του κάθε θαμώνα! Ξανά στο δρόμο. Μετά από αλλεπάλληλα χασίματα, στη 1.30 τη νύχτα, με καθυστέρηση μόλις 15 ωρών, μπαίνουμε στo ιστορικό χωριό της Guca! Με συνοπτικές διαδικασίες βρίσκουμε τους άλλους, τα αφήνουμε όλα σε μια γωνιά και πάμε να εξερευνήσουμε τι κρύβεται πίσω από το πυκνό σύννεφο ομίχλης που σκεπάζει το χωριό.
14 Αυγούστου (μέρα two)
Δεν έχω ιδέα πού ακριβώς στήσαμε τις σκηνές, αλλά το πυκνό σύννεφο έκρυβε μερικές δεκάδες χιλιάδες κόσμου, 2-3 χιλιόμετρα συνεχόμενης ψησταριάς και ποτάμια αλκοόλ. Ψάχνουμε, λοιπόν, το οργανωμένο κάμπινγκ και έχει χώρο σε ένα από τα καλύτερα σημεία! Παχιά σκιά ελάτων, κοντά σε τουαλέτες, ντουσιέρες, βρύση, δίπλα σε μια καβάντζα από καμιά τριανταριά γαλλόφωνους. Αρχίζουμε το στήσιμο. Βγαίνουν ομπρέλες, καναπέδες από τα 2CV, πολυθρονάκια, τραπεζάκια, γκαζάκια, σκεύη, σκηνές, κουνουπιέρες, αιώρες: ένα τσαντίρι με όλα τα κομφόρ! Το απόγευμα ξεμυτίζουμε στο χωριό για μια πρώτη γνωριμία. Κυκλωμένη από κατάφυτα βουνά, η Guca είναι ένα χωριό με γήπεδο ποδοσφαίρου και πισίνα για τα καλοκαιρινά μπάνια. Σε όλους τους δρόμους περιφέρονται μπάντες με χάλκινα από όλες τις γωνιές των Βαλκανίων (και όχι μόνο), οι ψησταριές έχουν ζεσταθεί για τα καλά και μόνιμο αξεσουάρ ένα μπουκάλι σέρβικης μπίρας σε δίλιτρη συσκευασία. Το βράδυ μπαίνουμε στο στάδιο όπου γίνονται οι κεντρικές συναυλίες. Μία λέξη μόνο: χαμός! Μετά βγαίνουμε έξω όπου το πανηγύρι έχει μόλις αρχίσει.
15 Αυγούστου (μέρα three)
Κατά τις 10 το πρωί κατάλαβα γιατί ένα τόσο ειδυλλιακό σημείο στο οργανωμένο κάμπινγκ ήταν διαθέσιμο... απλώς επειδή ήταν 15 μέτρα από την καντίνα, με ηχεία ικανά να προκαλέσουν σεισμό 2 ρίχτερ! Βγαίνω με πανικό από τη σκηνή. Δυο-τρία γουρουνόπουλα γύριζαν αργά πάνω στη φωτιά, ενώ κάποιοι χόρευαν ήδη πάνω στα τραπέζια της καντίνας λουσμένοι στην μπίρα. Αυτή η εικόνα έμελλε να μείνει απαράλλαχτη για όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες του φεστιβάλ, μια σταθερή αξία. Αφού συμβιβαστήκαμε πλήρως με αυτό που μας είχε συμβεί, φτιάξαμε έναν δυνατό καφέ και κάναμε τις πρώτες γνωριμίες με τους γείτονές μας. Το ενδεχόμενο να μετακινηθούμε δεν συζητήθηκε καν. Το βράδυ ακολουθήσαμε την πεπατημένη, δηλαδή συναυλία στο στάδιο και ατέρμονο χορό στους δρόμους μέσα σε λουτρά αλκοόλ. Μετά αμνησία.
16 Αυγούστου (μέρα four)
Οι ωτοασπίδες είναι μεγάλη ανακάλυψη! Εδώ μου εξασφάλισαν 2 ώρες ακόμα ύπνου. Μετά ξύπνησα από το τράνταγμα των ηχείων που έφτανε μέσω του εδάφους. Επόμενο αξεσουάρ προς μελέτη: το στρώμα με κενό αέρος! Σε τέτοια φεστιβάλ έχει σίγουρα άλλη δυναμική και δυνατότητες όταν είσαι με πολύ κόσμο, όμως δεν χρειάζεται να περιμένεις από τους άλλους... μπορείς να τα κάνεις και μόνος σου όλα πουτάνα! Ανακαλύψαμε, επίσης, και κάτι άλλο: το πρόγραμμα! Ναι, υπήρχε πρόγραμμα γεμάτο μικρότερες συναυλίες, εκδηλώσεις, διαγωνισμούς, καλλιστεία κ.λπ., κ.λπ. Τα περισσότερα γινόντουσαν μπροστά στο πολιτιστικό κέντρο.
17 Αυγούστου (μέρα five)
Μεγάλη ημέρα! Η προσέλευση του κοινού ήταν στο αποκορύφωμα, αδύνατον να υπολογίσει κανείς πόσοι. Απλώς παντού είχε κόσμο περικυκλωμένο από τρομπέτες! Στο στάδιο είχε διπλή συναυλία: Boban & Marko Markovic brass band και Shantel! Είναι εντελώς άλλο να βλέπεις αυτά τα ονόματα σε ένα ethnik φεστιβάλ στην Αθήνα και άλλο να τους βλέπεις να παίζουν για τον κόσμο τους, για το πανηγύρι τους. Δε θυμάμαι πότε άρχισε και πότε ακριβώς τέλειωσε η μουσική. Ήταν μερικές ώρες ασταμάτητων βαλκανικών ρυθμών κάτω από κατακλυσμό αλκοόλ. Στο τέλος μόνο θυμάμαι πως λέω στον Πάνο, «τα έδωσε όλα ο Shantel!» και μου απαντάει γεμάτος έκπληξη, «τι; έπαιξε κι ο Shantel;».
18 Αυγούστου (μέρα six)
Η καντίνα με το καθιστικό μας έχει γίνει κάπως ένα και η ελληνοσερβική φιλία έχει βαρέσει κόκκινο. Ο καφές έχει πλέον καταργηθεί και όλα ξεκινάνε όπως ακριβώς τελείωσαν: με μια δίλιτρη σέρβικη μπίρα. Εξάλλου, σήμερα είναι η ημέρα που στο στάδιο θα ανέβει ο ένας, ο μοναδικός, αυτός που όλοι ξέρετε και αγαπήσατε, ο άνθρωπος που δηλώνει ως τόπο καταγωγής του τη Former Yugoslavia... ο Goran Bregovic! Ήταν μια συναυλία σε πολλές διαστάσεις, μια και ο κόσμος χόρευε δίπλα σου, μπροστά σου και πάνω σου. Υπήρχε ένα στρώμα κόσμου που απλώς έπλεε πάνω στα χέρια ενός ξέφρενου κοινού. Δε θυμάμαι να είδα τετραγωνικό μέτρο στο στάδιο ή στις κερκίδες που να μη χοροπηδά σαν να έχει καταπιεί ελατήριο. Πραγματικό ντελίριο. Όταν η συναυλία τέλειωσε, όλος αυτός ο κόσμος ξεχύθηκε στα στενά του χωριού...
19 Αυγούστου (μέρα seven)
Ναι, είναι η έβδομη μέρα και εδώ νομίζουμε πως ήμαστε κανένα μήνα. Έχουμε σχεδόν άλλο τόσο - Ne problema! Είναι πραγματικά απίστευτο, αλλά μέσα σε τόσο κόσμο, οι φάτσες αρχίζουν να επαναλαμβάνονται γύρω μας και όλα να φαίνονται οικεία. «Εσύ δεν ήσουν προχτές που...», «τι κάνατε τελικά, επιβιώσατε στη συναυλία τού...», «βρήκατε τη σκηνή σας; Ξέρετε, είμαστε γείτονες, ελάτε αύριο για φαΐ», κ.λπ. Ίσως αυτή να είναι γενικά και η καλύτερη φάση του φεστιβάλ, όπου φεύγει το χαοτικό, το κομφούζιο και αυτή η πολιτεία γίνεται μια γειτονιά που σίγουρα κανείς δεν έχει πρόβλημα με το θόρυβο. Απεναντίας, έχει εξάρτηση από το θόρυβο, τρέφεται από αυτόν. Όπου, κατά τύχη, υπάρξει μια παύση, μια γαλήνη, θα εμφανιστούν κάποιοι με σφυρίχτρες, βουβουζέλες, κόρνες, τρομπέτες, φορητά στερεοφωνικά να διορθώσουν το κακό που έγινε. Οι Golec από Πολωνία και οι Group Magnifino από Σλοβενία στην κεντρική σκηνή του σταδίου.
20 Αυγούστου (μέρα eight)
Στις 7 το πρωί όλες οι μπάντες σάρωσαν το φεστιβάλ, τα δωμάτια, τα κάμπινγκ, με έναν και μοναδικό σκοπό… να τους ξυπνήσουν όλους! Με ένα τέτοιο ξύπνημα αποφασίσαμε να κηρύξουμε την όγδοη μέρα του φεστιβάλ ως «μέρα ανακατάταξης και αναδιοργάνωσης». Βάλαμε σε μια σειρά το τσαντίρι μας και μετά τους εαυτούς μας: τα ντουσ δεν ήταν αρκετά να ξεπλύνουν τους πόρους του δέρματος και αποφασίσαμε να πάμε στην πισίνα. Στη Σερβία, μία κατ’ εξοχήν ορεινή χώρα, κάθε μικρό ή μεγάλο χωριό έχει τη δημοτική πισίνα του όπου ο κόσμος δροσίζεται τους καυτούς καλοκαιρινούς μήνες. Μια πραγματικά αναζωογονητική εμπειρία... νερό, πολύ νερό, χωρίς τη γεύση αλκοόλ – και, φυσικά, όπως παντού, υπό τον ήχο των χάλκινων. Κάποιοι αργότερα, αναζητώντας το μέρος που δεν ακούγεται τρομπέτα, έφτασαν να περπατάνε αρκετά χιλιόμετρα μέσα στην κοιλάδα. Εμείς ανακαλύψαμε τη μοναδική καντίνα που έχει φαγητό χωρίς κρέας. Οχτώ μέρες τώρα η δίαιτά μας είχε την εξής απίστευτη μονοτονία: αρνί, μοσχάρι, χοιρινό, χοιρινό, μοσχάρι, αρνί! Το απόγευμα ήταν η μεγάλη παρέλαση, όπου πέρασαν δεν ξέρω κι εγώ πόσες μπάντες πνευστών. Δε νομίζω να ήταν παραίσθηση, αλλά σε κάποια φάση είδα κάτι Αβορίγινες να περνάνε! Ταυτόχρονα υπήρχε στο πρόγραμμα κι αυτή η προσπάθεια να σπαστεί το ρεκόρ Guinness για τους περισσότερους χορευτές kolo-dance. Πραγματικά, ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό το kolo-dance, αλλά είμαι σίγουρος ότι ανήκει στα τόσα άλλα που γινόντουσαν σε κάποια γωνιά του φεστιβάλ και εμείς δεν αντιληφθήκαμε ποτέ.
21 Αυγούστου (μέρα nine)
Σήμερα το πρωί αποφάσισα ότι ο Κοστουρίτσα δεν έχει όση φαντασία νόμιζα. Απλώς αναπαράγει αρκετά πειστικά ό,τι βλέπει γύρω του. Στο κάμπινγκ οι βασικοί θαμώνες της καντίνας έχουν ρίξει νερό σε μια λακκούβα και πιτσιλάνε ο ένας τον άλλον, στις 11 το πρωί. Όλοι τους γύρω στα 50, με τις οικογένειές τους κάπου εκεί γύρω, ημίγυμνοι, με πολλά τατουάζ στην πλάτη και οι περισσότεροι εμφανώς τραυματισμένοι από σφαίρες. Έχουν δεν έχουν περάσει 10 χρόνια από τον εμφύλιο κι αυτό που τον θυμίζει είναι τα τουριστικά δίκοχα, κάτι νεροπίστολα και τα μπλουζάκια στα παζάρια. Εμφανώς υπάρχει μια ορθοδοξολατρία, αλλά αναλογιστείτε τι έχει εκτυλιχθεί σ’ αυτά τα μέρη μόλις λίγα χρόνια πριν. Το βράδυ ήταν και ο τελικός γύρος του διαγωνισμού χάλκινων στο στάδιο. Η αλήθεια είναι ότι οι ρυθμοί είχαν πέσει λίγο και το ασφυχτικό των πρώτων ημερών είχε αραιώσει. Οι μπάντες παίζανε πιο τεχνικά, ίσως γιατί είχαν στο νου τους το πρώτο βραβείο.
22 Αυγούστου (μέρα ten)
Το πρωί μάς βρήκε μια πολύ μεγάλη έκπληξη. Το φεστιβάλ είχε στην κυριολεξία μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε φύγει. Το κάμπινγκ είχε σχεδόν αδειάσει, με μοναδική φυσικά εξαίρεση τη σταθερή αξία της καντίνας όπου το πάρτι κρατούσε ακόμα. Τρέξαμε με πανικό στο παζάρι να πάρουμε τα τελευταία σουβενίρ! Τα είχαν μαζέψει σχεδόν όλα. Το απόγευμα ψάξαμε να βρούμε κάποιες εκδηλώσεις που έλεγε το πρόγραμμα, αλλά τίποτα. Το φεστιβάλ είχε βαρέσει κυριολεκτικά διάλυση. Γυρνώντας το βράδυ στο κάμπινγκ είχαν μείνει 5-6 σκηνές και είχαν μαζέψει τα ηχεία της καντίνας. Πραγματικά, μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ησυχία. Τότε ήρθε και η στιγμή της γλυκιάς εκδίκησης. Βγάλαμε ηχεία από τα 2CV, ανάψαμε φωτιά, μαγειρέψαμε ό,τι τελευταίο είχε μείνει και κάναμε τη δικιά μας τελετή λήξης. Φτάσαμε σε τέτοια, μάλιστα, ντεσιμπέλ… που τραβήξαμε όσους τελευταίους είχαν απομείνει στο χώρο.
23 Αυγούστου (μέρα eleven)
Ήμασταν κυριολεκτικά οι τελευταίοι επισκέπτες του φεστιβάλ. Αφού τα μαζέψαμε όλα, κατεβήκαμε στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου τίποτα δε θύμιζε όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες 10 μέρες. Κόσμος διαβάζει τις εφημερίδες του, παιδάκια παίζουν στους δρόμους, απόλυτη γαλήνη. Βγάλαμε μια τελευταία φωτογραφία κάτω από το μπρούτζινο άγαλμα με τον τρομπετίστα της κεντρικής πλατείας και ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής.
Ραντεβού στο 100ό φεστιβάλ της Guca!
12 Αυγούστου (μέρα zero)
Δύο citroen 2CV ξεκινούν για το ακατόρθωτο: να είναι την επομένη στις 10 το πρωί στην τελετή έναρξης του φεστιβάλ της Guca, στην ορεινή Σερβία. Πρώτος στόχος να φτάσουμε μέχρι το βράδυ στο συνοριακό σταθμό των Ευζώνων. Οι τελευταίες επιδιορθώσεις βγάζουν off ένα από τα δύο ηχοσυστήματα κι ένα τέτοιο ταξίδι δεν μπορεί να ξεκινήσει με μια έλλειψη αυτού του μεγέθους. Το γενικό ραντεβού αναβάλλεται απανωτά. Στις 8 το βράδυ είμαστε μόλις μερικά χιλιόμετρα έξω από το νομό Αττικής. Ξημερώματα 13ης Αυγούστου μας βρίσκουν εξουθενωμένους, σε σχήμα «Γ», να κοιμόμαστε μπροστά σε μια ψαροταβέρνα, κάπου ανάμεσα Πλαταμώνα και Θεσσαλονίκη.
13 Αυγούστου (μέρα one)
Περνάμε τα σύνορα, Μακεδονία, και με ένα εκπληκτικό σερί χωρίς απρόοπτα μπαίνουμε Σερβία. Μετά από 1.112 διακλαδώσεις χάνουμε επαφή με το έτερο 2CV. Το βράδυ η πυκνή ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα κι έχουμε χαθεί σε έναν επαρχιακό δρόμο έξω από το χάρτη. Αναγκαστική στάση έξω από την παμπ στο χωριό με το ιδιότυπο όνομα... Δρακουλίτσι! Το μπαρ 25 τ.μ., εκ των οποίων τα 15 είναι τα ηχεία, τα πλήκτρα, ο κιθαρίστας και η τραγουδίστρια. Καμία κοινή γλώσσα, μερικοί μπασκετικοί όροι αρκούν όμως και η πρώτη μέρα στην Guca φαίνεται να έχει χαθεί για τα καλά. Τέτοιους επισκέπτες-έκπληξη είχε να δει το Δρακουλίτσι από τον Εμφύλιο! Έχουμε στριμωχτεί για τα καλά, όλα τα βλέμματα πάνω μας, και αλίμονο σε όποιον δεν πιει το κέρασμα του κάθε θαμώνα! Ξανά στο δρόμο. Μετά από αλλεπάλληλα χασίματα, στη 1.30 τη νύχτα, με καθυστέρηση μόλις 15 ωρών, μπαίνουμε στo ιστορικό χωριό της Guca! Με συνοπτικές διαδικασίες βρίσκουμε τους άλλους, τα αφήνουμε όλα σε μια γωνιά και πάμε να εξερευνήσουμε τι κρύβεται πίσω από το πυκνό σύννεφο ομίχλης που σκεπάζει το χωριό.
14 Αυγούστου (μέρα two)
Δεν έχω ιδέα πού ακριβώς στήσαμε τις σκηνές, αλλά το πυκνό σύννεφο έκρυβε μερικές δεκάδες χιλιάδες κόσμου, 2-3 χιλιόμετρα συνεχόμενης ψησταριάς και ποτάμια αλκοόλ. Ψάχνουμε, λοιπόν, το οργανωμένο κάμπινγκ και έχει χώρο σε ένα από τα καλύτερα σημεία! Παχιά σκιά ελάτων, κοντά σε τουαλέτες, ντουσιέρες, βρύση, δίπλα σε μια καβάντζα από καμιά τριανταριά γαλλόφωνους. Αρχίζουμε το στήσιμο. Βγαίνουν ομπρέλες, καναπέδες από τα 2CV, πολυθρονάκια, τραπεζάκια, γκαζάκια, σκεύη, σκηνές, κουνουπιέρες, αιώρες: ένα τσαντίρι με όλα τα κομφόρ! Το απόγευμα ξεμυτίζουμε στο χωριό για μια πρώτη γνωριμία. Κυκλωμένη από κατάφυτα βουνά, η Guca είναι ένα χωριό με γήπεδο ποδοσφαίρου και πισίνα για τα καλοκαιρινά μπάνια. Σε όλους τους δρόμους περιφέρονται μπάντες με χάλκινα από όλες τις γωνιές των Βαλκανίων (και όχι μόνο), οι ψησταριές έχουν ζεσταθεί για τα καλά και μόνιμο αξεσουάρ ένα μπουκάλι σέρβικης μπίρας σε δίλιτρη συσκευασία. Το βράδυ μπαίνουμε στο στάδιο όπου γίνονται οι κεντρικές συναυλίες. Μία λέξη μόνο: χαμός! Μετά βγαίνουμε έξω όπου το πανηγύρι έχει μόλις αρχίσει.
15 Αυγούστου (μέρα three)
Κατά τις 10 το πρωί κατάλαβα γιατί ένα τόσο ειδυλλιακό σημείο στο οργανωμένο κάμπινγκ ήταν διαθέσιμο... απλώς επειδή ήταν 15 μέτρα από την καντίνα, με ηχεία ικανά να προκαλέσουν σεισμό 2 ρίχτερ! Βγαίνω με πανικό από τη σκηνή. Δυο-τρία γουρουνόπουλα γύριζαν αργά πάνω στη φωτιά, ενώ κάποιοι χόρευαν ήδη πάνω στα τραπέζια της καντίνας λουσμένοι στην μπίρα. Αυτή η εικόνα έμελλε να μείνει απαράλλαχτη για όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες του φεστιβάλ, μια σταθερή αξία. Αφού συμβιβαστήκαμε πλήρως με αυτό που μας είχε συμβεί, φτιάξαμε έναν δυνατό καφέ και κάναμε τις πρώτες γνωριμίες με τους γείτονές μας. Το ενδεχόμενο να μετακινηθούμε δεν συζητήθηκε καν. Το βράδυ ακολουθήσαμε την πεπατημένη, δηλαδή συναυλία στο στάδιο και ατέρμονο χορό στους δρόμους μέσα σε λουτρά αλκοόλ. Μετά αμνησία.
16 Αυγούστου (μέρα four)
Οι ωτοασπίδες είναι μεγάλη ανακάλυψη! Εδώ μου εξασφάλισαν 2 ώρες ακόμα ύπνου. Μετά ξύπνησα από το τράνταγμα των ηχείων που έφτανε μέσω του εδάφους. Επόμενο αξεσουάρ προς μελέτη: το στρώμα με κενό αέρος! Σε τέτοια φεστιβάλ έχει σίγουρα άλλη δυναμική και δυνατότητες όταν είσαι με πολύ κόσμο, όμως δεν χρειάζεται να περιμένεις από τους άλλους... μπορείς να τα κάνεις και μόνος σου όλα πουτάνα! Ανακαλύψαμε, επίσης, και κάτι άλλο: το πρόγραμμα! Ναι, υπήρχε πρόγραμμα γεμάτο μικρότερες συναυλίες, εκδηλώσεις, διαγωνισμούς, καλλιστεία κ.λπ., κ.λπ. Τα περισσότερα γινόντουσαν μπροστά στο πολιτιστικό κέντρο.
17 Αυγούστου (μέρα five)
Μεγάλη ημέρα! Η προσέλευση του κοινού ήταν στο αποκορύφωμα, αδύνατον να υπολογίσει κανείς πόσοι. Απλώς παντού είχε κόσμο περικυκλωμένο από τρομπέτες! Στο στάδιο είχε διπλή συναυλία: Boban & Marko Markovic brass band και Shantel! Είναι εντελώς άλλο να βλέπεις αυτά τα ονόματα σε ένα ethnik φεστιβάλ στην Αθήνα και άλλο να τους βλέπεις να παίζουν για τον κόσμο τους, για το πανηγύρι τους. Δε θυμάμαι πότε άρχισε και πότε ακριβώς τέλειωσε η μουσική. Ήταν μερικές ώρες ασταμάτητων βαλκανικών ρυθμών κάτω από κατακλυσμό αλκοόλ. Στο τέλος μόνο θυμάμαι πως λέω στον Πάνο, «τα έδωσε όλα ο Shantel!» και μου απαντάει γεμάτος έκπληξη, «τι; έπαιξε κι ο Shantel;».
18 Αυγούστου (μέρα six)
Η καντίνα με το καθιστικό μας έχει γίνει κάπως ένα και η ελληνοσερβική φιλία έχει βαρέσει κόκκινο. Ο καφές έχει πλέον καταργηθεί και όλα ξεκινάνε όπως ακριβώς τελείωσαν: με μια δίλιτρη σέρβικη μπίρα. Εξάλλου, σήμερα είναι η ημέρα που στο στάδιο θα ανέβει ο ένας, ο μοναδικός, αυτός που όλοι ξέρετε και αγαπήσατε, ο άνθρωπος που δηλώνει ως τόπο καταγωγής του τη Former Yugoslavia... ο Goran Bregovic! Ήταν μια συναυλία σε πολλές διαστάσεις, μια και ο κόσμος χόρευε δίπλα σου, μπροστά σου και πάνω σου. Υπήρχε ένα στρώμα κόσμου που απλώς έπλεε πάνω στα χέρια ενός ξέφρενου κοινού. Δε θυμάμαι να είδα τετραγωνικό μέτρο στο στάδιο ή στις κερκίδες που να μη χοροπηδά σαν να έχει καταπιεί ελατήριο. Πραγματικό ντελίριο. Όταν η συναυλία τέλειωσε, όλος αυτός ο κόσμος ξεχύθηκε στα στενά του χωριού...
19 Αυγούστου (μέρα seven)
Ναι, είναι η έβδομη μέρα και εδώ νομίζουμε πως ήμαστε κανένα μήνα. Έχουμε σχεδόν άλλο τόσο - Ne problema! Είναι πραγματικά απίστευτο, αλλά μέσα σε τόσο κόσμο, οι φάτσες αρχίζουν να επαναλαμβάνονται γύρω μας και όλα να φαίνονται οικεία. «Εσύ δεν ήσουν προχτές που...», «τι κάνατε τελικά, επιβιώσατε στη συναυλία τού...», «βρήκατε τη σκηνή σας; Ξέρετε, είμαστε γείτονες, ελάτε αύριο για φαΐ», κ.λπ. Ίσως αυτή να είναι γενικά και η καλύτερη φάση του φεστιβάλ, όπου φεύγει το χαοτικό, το κομφούζιο και αυτή η πολιτεία γίνεται μια γειτονιά που σίγουρα κανείς δεν έχει πρόβλημα με το θόρυβο. Απεναντίας, έχει εξάρτηση από το θόρυβο, τρέφεται από αυτόν. Όπου, κατά τύχη, υπάρξει μια παύση, μια γαλήνη, θα εμφανιστούν κάποιοι με σφυρίχτρες, βουβουζέλες, κόρνες, τρομπέτες, φορητά στερεοφωνικά να διορθώσουν το κακό που έγινε. Οι Golec από Πολωνία και οι Group Magnifino από Σλοβενία στην κεντρική σκηνή του σταδίου.
20 Αυγούστου (μέρα eight)
Στις 7 το πρωί όλες οι μπάντες σάρωσαν το φεστιβάλ, τα δωμάτια, τα κάμπινγκ, με έναν και μοναδικό σκοπό… να τους ξυπνήσουν όλους! Με ένα τέτοιο ξύπνημα αποφασίσαμε να κηρύξουμε την όγδοη μέρα του φεστιβάλ ως «μέρα ανακατάταξης και αναδιοργάνωσης». Βάλαμε σε μια σειρά το τσαντίρι μας και μετά τους εαυτούς μας: τα ντουσ δεν ήταν αρκετά να ξεπλύνουν τους πόρους του δέρματος και αποφασίσαμε να πάμε στην πισίνα. Στη Σερβία, μία κατ’ εξοχήν ορεινή χώρα, κάθε μικρό ή μεγάλο χωριό έχει τη δημοτική πισίνα του όπου ο κόσμος δροσίζεται τους καυτούς καλοκαιρινούς μήνες. Μια πραγματικά αναζωογονητική εμπειρία... νερό, πολύ νερό, χωρίς τη γεύση αλκοόλ – και, φυσικά, όπως παντού, υπό τον ήχο των χάλκινων. Κάποιοι αργότερα, αναζητώντας το μέρος που δεν ακούγεται τρομπέτα, έφτασαν να περπατάνε αρκετά χιλιόμετρα μέσα στην κοιλάδα. Εμείς ανακαλύψαμε τη μοναδική καντίνα που έχει φαγητό χωρίς κρέας. Οχτώ μέρες τώρα η δίαιτά μας είχε την εξής απίστευτη μονοτονία: αρνί, μοσχάρι, χοιρινό, χοιρινό, μοσχάρι, αρνί! Το απόγευμα ήταν η μεγάλη παρέλαση, όπου πέρασαν δεν ξέρω κι εγώ πόσες μπάντες πνευστών. Δε νομίζω να ήταν παραίσθηση, αλλά σε κάποια φάση είδα κάτι Αβορίγινες να περνάνε! Ταυτόχρονα υπήρχε στο πρόγραμμα κι αυτή η προσπάθεια να σπαστεί το ρεκόρ Guinness για τους περισσότερους χορευτές kolo-dance. Πραγματικά, ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό το kolo-dance, αλλά είμαι σίγουρος ότι ανήκει στα τόσα άλλα που γινόντουσαν σε κάποια γωνιά του φεστιβάλ και εμείς δεν αντιληφθήκαμε ποτέ.
21 Αυγούστου (μέρα nine)
Σήμερα το πρωί αποφάσισα ότι ο Κοστουρίτσα δεν έχει όση φαντασία νόμιζα. Απλώς αναπαράγει αρκετά πειστικά ό,τι βλέπει γύρω του. Στο κάμπινγκ οι βασικοί θαμώνες της καντίνας έχουν ρίξει νερό σε μια λακκούβα και πιτσιλάνε ο ένας τον άλλον, στις 11 το πρωί. Όλοι τους γύρω στα 50, με τις οικογένειές τους κάπου εκεί γύρω, ημίγυμνοι, με πολλά τατουάζ στην πλάτη και οι περισσότεροι εμφανώς τραυματισμένοι από σφαίρες. Έχουν δεν έχουν περάσει 10 χρόνια από τον εμφύλιο κι αυτό που τον θυμίζει είναι τα τουριστικά δίκοχα, κάτι νεροπίστολα και τα μπλουζάκια στα παζάρια. Εμφανώς υπάρχει μια ορθοδοξολατρία, αλλά αναλογιστείτε τι έχει εκτυλιχθεί σ’ αυτά τα μέρη μόλις λίγα χρόνια πριν. Το βράδυ ήταν και ο τελικός γύρος του διαγωνισμού χάλκινων στο στάδιο. Η αλήθεια είναι ότι οι ρυθμοί είχαν πέσει λίγο και το ασφυχτικό των πρώτων ημερών είχε αραιώσει. Οι μπάντες παίζανε πιο τεχνικά, ίσως γιατί είχαν στο νου τους το πρώτο βραβείο.
22 Αυγούστου (μέρα ten)
Το πρωί μάς βρήκε μια πολύ μεγάλη έκπληξη. Το φεστιβάλ είχε στην κυριολεξία μαζέψει τα μπογαλάκια του και είχε φύγει. Το κάμπινγκ είχε σχεδόν αδειάσει, με μοναδική φυσικά εξαίρεση τη σταθερή αξία της καντίνας όπου το πάρτι κρατούσε ακόμα. Τρέξαμε με πανικό στο παζάρι να πάρουμε τα τελευταία σουβενίρ! Τα είχαν μαζέψει σχεδόν όλα. Το απόγευμα ψάξαμε να βρούμε κάποιες εκδηλώσεις που έλεγε το πρόγραμμα, αλλά τίποτα. Το φεστιβάλ είχε βαρέσει κυριολεκτικά διάλυση. Γυρνώντας το βράδυ στο κάμπινγκ είχαν μείνει 5-6 σκηνές και είχαν μαζέψει τα ηχεία της καντίνας. Πραγματικά, μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ησυχία. Τότε ήρθε και η στιγμή της γλυκιάς εκδίκησης. Βγάλαμε ηχεία από τα 2CV, ανάψαμε φωτιά, μαγειρέψαμε ό,τι τελευταίο είχε μείνει και κάναμε τη δικιά μας τελετή λήξης. Φτάσαμε σε τέτοια, μάλιστα, ντεσιμπέλ… που τραβήξαμε όσους τελευταίους είχαν απομείνει στο χώρο.
23 Αυγούστου (μέρα eleven)
Ήμασταν κυριολεκτικά οι τελευταίοι επισκέπτες του φεστιβάλ. Αφού τα μαζέψαμε όλα, κατεβήκαμε στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου τίποτα δε θύμιζε όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες 10 μέρες. Κόσμος διαβάζει τις εφημερίδες του, παιδάκια παίζουν στους δρόμους, απόλυτη γαλήνη. Βγάλαμε μια τελευταία φωτογραφία κάτω από το μπρούτζινο άγαλμα με τον τρομπετίστα της κεντρικής πλατείας και ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής.
Ραντεβού στο 100ό φεστιβάλ της Guca!






