

Sonar
Οι νύχτες μας είναι πιο όμορφες από τις μέρες σας
Άλλαξαν οι μέρες και οι νύχτες μας, άλλαξαν οι κυβερνήσεις, άλλαξε η σύνθεση των κατοίκων του κέντρου, προσφάτως το μνημόνιο μας άλλαξε τα φώτα.Πού πήγε το δικαίωμα να περπατάμε, να διασκεδάζουμε, να ζούμε ελεύθερα στην πόλη κάθε ώρα και σε κάθε τόπο; Τόσο δύσκολο το αυτονόητο. Σαν τη νύχτα που πέφτει κάθε βράδυ, αλλά ποτέ δεν είναι ίδια.
«H ώρα είναι δώδεκα. Ξέρετε πού είναι τώρα το παιδί σας;» Το παραπάνω σλόγκαν, ξεπατικωτούρα από αμερικάνικη καμπάνια της εποχής του Ρίγκαν, το γνωρίσαμε τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης. Προβαλλόταν νυχτερινές ώρες σε ιδιωτικό κανάλι εν είδει «κοινωνικής προσφοράς» και, φυσικά, στόχευε στα φοβικά ανακλαστικά του γονέα για το «πού να γυρνάει τώρα» ο κανακάρης ή η θυγατέρα.
Σήμερα το παιδί αρμενίζει στον κυβερνοχώρο, κλειδαμπαρωμένο στην κρεβατοκάμαρά του, με σήμα «Do Not Trespass» αναρτημένο έξω από το δωμάτιο. Μια αντίστοιχη μεταμεσονύκτια καμπάνια για το 2011 θα ρωτούσε: «Ξέρετε σε ποιες ιστοσελίδες γυρνάει το παιδί σας;» ή «Ξέρετε ποιος τριαντάρης φλερτάρει την ανήλικη κόρη σας στο Facebook;».
H νύχτα εξακολουθεί να διψάει για άγριες γιορτές, οι νυχτερινές κραιπάλες δεν τελείωσαν, μόνο που το πάρτι έχει μεταφερθεί αλλού. Οι νύχτες βιώνονται όλο και περισσότερο ιδιωτικά, τα ραντεβού κλείνονται πλέον και διαδικτυακά, ο κόσμος εξακολουθεί να ξεπορτίζει, να συναντιέται, να συνευρίσκεται, να διασκεδάζει ομαδικά, αλλά ο γιγαντισμός της «μεγάλης πίστας» ανήκει πια στο παρελθόν. Οι πολλοί και μικροί χώροι, που γεμίζουν και «ζεσταίνουν» πιο εύκολα, όπου ο κόσμος μπαινοβγαίνει στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο, είναι πιο φιλικοί σε εποχή κρίσης από τα απρόσωπα και κρύα «κέντρα διασκεδάσεως» με παρκαδόρους, «πόρτα» και τσουχτερό αντίτιμο. Το παγκάκι με μια μπίρα στο χέρι είναι πιο άνετο από την μπλαζέ καφετέρια με τον υπερτιμημένο φρεντοτσίνο – και τα αυτοσχέδια στριτ πάρτι, πιο απελευθερωμένα από τους στημένους χορούς των φοιτητικών νεολαιών.
Η πόλη τη νύχτα εξακολουθεί να γοητεύει περισσότερο από ό,τι τη μέρα (το αντίθετο θα ήταν αδύνατο σε μια τόσο άσχημη αισθητικά πρωτεύουσα). Όμως, η γοητεία της είναι λαβωμένη. Δεν είναι μόνο οι σταθμευμένες κλούβες, οι πάνοπλοι ματατζήδες, οι ρακένδυτοι τοξικομανείς, οι ντίλερ και οι ανήλικες πόρνες από την Αφρική που κάνουν τη νυχτερινή Αθήνα να θυμίζει δυστοπικό sci-fi. Είναι η φτώχεια, η καταστολή, αλλά κυρίως ο φόβος, που αφήνει το βρόμικο χνότο του στο σβέρκο μας.
Ίσως αυτό εξηγεί το γεγονός ότι για πολλούς Αθηναίους, πολύ περισσότερους από άλλες εποχές, η νυχτερινή έξοδος γίνεται είτε πολυτέλεια ή εξτρίμ σπορ. Αυτό εξηγεί τις σειρές από ταξί παρκαρισμένα στις πιάτσες, τα μισοάδεια μαγαζιά, τους κινηματογράφους με μια χούφτα θεατές, τους δρόμους που περπατάς και ακούς τα βήματά σου, τις «νέκρες» του μεσοβδόμαδου. Η κρίση και η κινδυνολογία που τη συνοδεύει στέλνουν όλο και περισσότερους στους τέσσερεις τοίχους, με τις μετρήσεις βραδινής τηλεθέασης να αποκαλύπτουν ότι ο ένας στους δύο κατοίκους του Λεκανοπεδίου περνάει τη νύχτα του παρέα με την τηλεόραση.
Σε έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου σχεδόν οι μισοί άνεργοι και οι μισοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι έχουν κόψει εντελώς τις βραδινές εξόδους. Τα ποσοστά είναι μεγαλύτερα στις νοικοκυρές (70%) και συντριπτικά στους συνταξιούχους, που αγγίζουν το 90%. Οι τελευταίοι που αρνούνται να υποστείλουν τη σημαία των βραδινών εξόδων είναι οι νέοι – που εξακολουθούν να ξεπορτίζουν, έστω και με τις τσέπες αδειανές. Είναι εκείνοι που κρατάνε τις πλατείες και τα παγκάκια γεμάτα τις νύχτες, τους δρόμους ζωντανούς, τουλάχιστον στις περιοχές που έχουν χαρτογραφηθεί ως «διασκεδασουπόλεις», ή έστω βολοδέρνουν στους κλειστούς χώρους των εμπορικών κέντρων, με το χαρτζιλίκι και το εισιτήριο του μετρό κρυμμένα βαθιά στην τσέπη, μαζί με το κινητό.
Κι όμως, ακόμα και τα πάλαι ποτέ ατίθασα νιάτα περπατάνε πιο «κουμπωμένα». Τα κοριτσάκια των βορείων προαστίων πηγαίνουν δυο δυο, πιασμένα χέρι χέρι, και παίρνουν τηλέφωνο τη μαμά να τα περιμένει με το αυτοκίνητο «μόλις φτάσουν στο σταθμό». Οι περισσότερες παρέες μαθητών έχουν να διηγηθούν τουλάχιστον μία επίθεση από συμμορία που τους «άρπαξε ψιλά και κινητά». Το ίδιο συμβαίνει με γυναίκες και συνταξιούχους. Οι ιστορίες επιθέσεων πληθαίνουν και αγριεύουν όσο πλησιάζεις σε πιο ζόρικες γειτονιές. Ο κατάλογος όσων κινδυνεύουν στην πόλη τη νύχτα έχει αυστηρή ιεραρχία και ιδεατά σύνορα χωρίζουν ασφαλείς από επικίνδυνους δρόμους, μέρη που πατάς και μέρη που δεν πατάς: όσο πιο σκούρος και πιο μικροκαμωμένος, όσο πιο φτωχός και ανήμπορος… τόσο το χειρότερο. Αν, για να φτάσεις στο σπίτι σου, πρέπει να περάσεις από περιοχές που κάνουν κουμάντο οι ακροδεξιοί και οι συμμορίες, οι πιθανότητες μπλεξίματος πολλαπλασιάζονται γεωμετρικά. Καλύτερα να κάνεις τον κύκλο, παρά να περάσεις λάθος ώρα από το λάθος σημείο – είτε λέγεται Άγιος Παντελεήμονας, είτε Βικτώρια, είτε Μουσείο. Το ίδιο ισχύει αν περνάς πολλές ώρες στα αστυνομοκρατούμενα Εξάρχεια και έχεις αντισυμβατική εμφάνιση. Μία γυναίκα οδηγός που δεν συνοδεύεται κινδυνεύει περισσότερο από έναν άντρα οδηγό – όχι πάντα να της την πέσουν ή να την κλέψουν, αλλά να τη βρίσουν ή να της ζητήσουν επιτακτικά χρήματα. Αντίστοιχα, ο πεζός νιώθει μεγαλύτερη ανασφάλεια από τον εποχούμενο, ο γέρος από τον νέο. Όσο για τον μετανάστη, έχει - δεν έχει τα χαρτιά του σωστά, αυτός πρέπει να βγάλει μάτια μύγας για να φυλάγεται απ’ όλες τις μεριές: είτε από τα μπλόκα της αστυνομίας και των δίτροχων φρουρών, στην πολύ πιθανή περίπτωση που δείχνουν «υπερβάλλοντα ζήλο», είτε από ακροδεξιούς τραμπούκους, είτε από συμμορίες άλλων εθνοτήτων.
ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ποιος είναι ο τρόπος να απαντήσουμε στο πνεύμα φοβίας που στοιχειώνει τις νύχτες μας;Η λύση δεν είναι να βάλουμε τα κεφάλια μέσα ούτε να ζητήσουμε ακόμα περισσότερη αστυνόμευση, ακόμα περισσότερες περιπολίες, ακόμα περισσότερη καταστολή, με αμφίβολα αποτελέσματα.Τη νύχτα δεν θα την πάρουμε πίσω με περισσότερες λαμαρίνες, κλειδαριές και λουκέτα ασφαλείας, με συναγερμούς, με «προστάτες» ένστολους ή με πολιτικά ούτε με αυτόκλητες ομάδες περιφρούρησης «κατοίκων» με ξυρισμένα κεφάλια, με φουσκωτά ορμονούχα μπράτσα και ενίοτε με σιδερικά.
«Η νύχτα ανήκει και σ’ εμάς». Αυτό είναι ένα σύνθημα που χρησιμοποίησε το γυναικείο κίνημα της δεκαετίας του ’80, οργανώνοντας ακόμα και νυχτερινές πορείες στο κέντρο της Αθήνας, ενάντια στο κλίμα τρομολαγνίας που είχε δημιουργηθεί από μια σειρά σεξουαλικών επιθέσεων ώς και ομαδικών βιασμών με θύματα γυναίκες. Τότε δεν υπήρχε ακόμα ιδιωτική τηλεόραση ούτε τηλε-εισαγγελείς που ουρλιάζουν για την «εγκληματικότητα των λαθρομεταναστών». Ο φόβος τότε άκουγε στο όνομα του «δράκου», του ματάκια, του βιαστή, κρεμιόταν με μανταλάκια στους ξύλινους τίτλους των εφημερίδων που μόλις είχαν αποκτήσει έγχρωμα εξώφυλλα και εφάρμοζαν την τακτική «η βία και το αίμα πουλάνε». Οι γυναίκες που ντύνονταν προκλητικά ή κυκλοφορούσαν μόνες στιγματίζονταν, διότι «προκαλούσαν» – και η λαϊκίστικη παραφιλολογία μιλούσε για γυναίκες που «τα ’θελαν».
Εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι τότε ήταν πολύ πιο αθώες εποχές;
«Είναι μύθος ότι κάποτε τα πράγματα ήταν πιο αθώα» μας λέει η Άντα Τσαρέα, δασκάλα πολεμικών τεχνών, που συμμετέχει στο γυναικείο κίνημα και παραδίδει μαθήματα αυτοάμυνας σε γυναίκες από το 1988. «Για μένα ο τρόπος που μπορεί να κινηθεί μια γυναίκα τη νύχτα δεν έχει αλλάξει πολύ σε σχέση με το τι συνέβαινε πριν από δέκα χρόνια. Σίγουρα έχουν πληθύνει τα κρούσματα κλοπών, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Φυσικά θα κλέψουν για να επιζήσουν. Η απάντηση δεν είναι να φοβόμαστε, ούτε να κρυβόμαστε. Ούτε έχει καμία σημασία ο τρόπος που ντυνόμαστε. Σίγουρα μια γυναίκα δεν μπορεί, ούτε είναι σωστό, να συνοδεύεται διαρκώς. Υπάρχουν κάποιοι βασικοί κανόνες που, αν τους ακολουθούμε, είμαστε πιο ασφαλείς. Όταν γυρνάμε αργά, δεν προχωράμε σε σκοτεινούς δρόμους και αποφεύγουμε μέρη που είναι κακόφημα».
Όταν μια φεμινίστρια με γνώση πολεμικών τεχνών παραδέχεται ότι υπάρχουν απάτητα μέρη, που μια γυναίκα απλώς δεν πηγαίνει μόνη, πόσο σκούρα είναι τα πράγματα; «Στην πραγματικότητα, οι βίαιες επιθέσεις έχουν μειωθεί σε σχέση με τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Τώρα, όπως μπορούμε να γνωρίζουμε από την εμπειρία μας με γυναίκες που συμμετέχουν στις ομάδες αυτοάμυνας, δεν υπάρχουν τόσο πολλά κρούσματα σεξουαλικής επίθεσης στο δρόμο όσο κρούσματα ενδο-οικογενειακής βίας. Η διαφορά σε σχέση με παλιότερες εποχές είναι ότι έχουν αυξηθεί περιστατικά κακομεταχείρισης ή εξαναγκασμού σε σεξουαλική πράξη στο πλαίσιο του οne night stand. Γι’ αυτό, πάγια συμβουλή μας στις γυναίκες είναι, όταν γνωρίζουν σε ένα μπαρ κάποιον και αποφασίσουν να φύγουν μαζί του, επειδή δεν τον ξέρουν καθόλου, να παίρνουν οπωσδήποτε μια φίλη τους τηλέφωνο και να δίνουν το στίγμα τους. Αυτό και μόνο μπορεί να αποτρέψει τους επίδοξους βίαιους από τέτοιες… φιλοδοξίες».
Το σημαντικότερο όπλο μιας γυναίκας, μας λέει η δασκάλα των πολεμικών τεχνών, είναι η αυτοπεποίθηση που εκπέμπει:«Θα το σκεφτούν διπλά να την πέσουν σε μια γυναίκα που περπατά περήφανα, που δεν φαίνεται φοβισμένη. Βασικός κανόνας είναι να μην περπατάμε σκυφτά, ούτε με χαμηλωμένα μάτια, ούτε να κοιτάμε συνέχεια πίσω μας. Έχουμε την τσάντα χιαστί και όχι στο χέρι, το ένα χέρι τουλάχιστον ελεύθερο, αυτό με το οποίο μπορούμε να αμυνθούμε. Καλό όπλο είναι τα κλειδιά του αυτοκινήτου ή μια ομπρέλα. Αντί για σπρέι πιπεριού καλύτερα να έχουμε μια μικρή λακ, με την οποία μπορούμε να ψεκάσουμε τα μάτια του δράστη». Αυτό που πιθανότατα δεν ξέρατε είναι πως αν, ο μη γένοιτο, μας επιτεθούν, δεν φωνάζουμε ποτέ «βοήθεια!»: «Δεν πρόκειται να έρθει κανείς! Ο κόσμος φοβάται. Φωνάζουμε πάντα “φωτιά!”».
ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΗΝ ΟΘΟΝΗ,
ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Συγκρατημένα καθησυχαστικός ακούγεται ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος, καλλιτεχνικός διευθυντής και συνιδιοκτήτης του πολυχώρου Six Dogs, στην οδό Αβραμιώτου, στο Μοναστηράκι, που λειτουργεί πρωινές και νυχτερινές ώρες: «Σ’ εμάς εδώ, σε όλη την περιοχή πάνω από την Αθηνάς και στο Μοναστηράκι, δεν έχουμε πολλά περιστατικά βίας. Οπωσδήποτε υπάρχουν μέρη στην πόλη που τη νύχτα τα αποφεύγεις. Ο κόσμος όμως που έρχεται εδώ ούτε είναι ούτε νιώθει τρομοκρατημένος. Ίσως έχει να κάνει με το ότι δεν ενημερώνονται αποκλειστικά από την τηλεόραση ούτε από τα mainstream έντυπα. Πολύ πιο φοβισμένος για την κρίση, αλλά και για την εγκληματικότητα, είναι εκείνος που μένει κλεισμένος σπίτι του και παρακολουθεί όλη μέρα τηλεόραση, παρά εκείνος που κυκλοφορεί στο κέντρο. Ο κάτοικος του κέντρου είναι πιο εξοικειωμένος με την εικόνα της πόλης τη νύχτα και νιώθει πιο ασφαλής από εκείνον που μένει, για παράδειγμα, στα προάστια και κατεβαίνει στην Αθήνα μια φορά το μήνα».
Πρώτο βήμα για να πάρουμε πίσω τη νύχτα είναι να κλείσουμε την οθόνη και να ανοίξουμε την πόρτα του σπιτιού μας, χωρίς όμως να ξεχάσουμε το μυαλό μας πίσω:«Κάποιοι στοιχειώδεις κανόνες προφύλαξης είναι αυτονόητοι. Εννοείται, σ’ ένα μπαρ ποτέ δεν αφήνουμε την τσάντα με το πορτοφόλι μας μέσα και το παλτό μας στον καναπέ, για να σηκωθούμε να χορέψουμε. Εμείς σχεδόν κάθε Παρασκευο-Σάββατο έχουμε δυο-τρία περιστατικά κλοπών. Σίγουρα φταίει ο κλέφτης, όμως και η απροσεξία βλάπτει».
ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ, ΣΤΕΝΑ ΜΥΑΛΑ
Η ηθοποιός Μαρία Κανελλοπούλου κατοικεί κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα και έχει εκλεγεί ως δημοτική σύμβουλος με το συνδυασμό της Ανοιχτής Πόλης. «Παλιότερα κυκλοφορούσα ελεύθερα και τη νύχτα στη γειτονιά. Συνέβαινε να πάω για ένα ποτό με συναδέλφους μετά την παράσταση, και γυρνούσα με τα πόδια σπίτι μου και μετά τις 12. Τους τελευταίους έξι μήνες έρχομαι μόνο με ταξί ή με φίλους, που με αφήνουν πάντα μπροστά από την πόρτα μου και περιμένουν να μπω μέσα».
Η Μαρία Κανελλοπούλου έχει παραπάνω από έναν λόγους να είναι προσεκτική, νύχτα και μέρα. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι μόνο η εγκληματικότητα των συμμοριών, αλλά και η επιθετικότητα των αυτόκλητων υπερασπιστών της «φυλετικής καθαρότητας»: «Το σύνθημα “Η νύχτα είναι και δική μας” το έχω φωνάξει ως νεαρή φεμινίστρια τη δεκαετία του ’80. Είναι μια ιστορία πολύ παλιά και είναι η απάντηση σε αυτούς που λένε ότι ήμασταν μια ιδανική κοινωνία και ξαφνικά ήρθαν οι ξένοι και μας κάνανε χάλια. Στις περιοχές του κέντρου, πολύ πριν εμφανιστούν οι ξένοι, η παρανομία οργίαζε: οίκοι ανοχής, παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες, κακόφημα μπαρ υπήρχαν και πριν. Σαφώς και η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, αλλά την ευθύνη γι’ αυτό δεν τη φέρουν οι ξένοι γενικά, αλλά οι συμμορίες που λυμαίνονται τις περιοχές αυτές, συμμορίες μεικτές στις οποίες συμμετέχουν και Έλληνες».
Η Μαρία Κανελλοπούλου, που πρόσφατα δέχτηκε προπηλακισμό από χρυσαυγίτες πρωί έξω από το σπίτι της, δεν νιώθει ασφαλής ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα. Και μαζί της ούτε κι εμείς, όσο και αν δεν υποκύπτουμε στο φόβο. Υπάρχει, όμως, τρόπος να αντιπαλέψουμε αυτόν τον σύγχρονο φασισμό που γεννιέται; «Δεν έχω το μάνιουαλ τού πώς απαντάμε. Για μένα είναι πρωτοφανή και τραγικά φαινόμενα, όπως οι ναζιστικοί χαιρετισμοί μέσα στο δημοτικό συμβούλιο!»
Μπορεί να μην υπάρχει μάνιουαλ για το πώς θα πάρουμε πίσω τη νύχτα από το φόβο, από το έγκλημα, από την ανέχεια, από τους νεοφασίστες, υπάρχουν όμως περισσότεροι από ένας τρόποι για να επιχειρήσουμε. Τρόποι και προσπάθειες που δεν πραγματοποιούνται κατά μόνας, μπροστά από το πληκτρολόγιο ή την οθόνη, αλλά μέσα από συλλογικές συνευρέσεις, πριν και μετά το ηλιοβασίλεμα, σε εσωτερικούς, υπαίθριους και «ημιυπαίθριους» χώρους, αλλά κυρίως σε χώρους που επαναδιεκδικούν και επανακαθορίζουν την έννοια του ελεύθερου και δημόσιου χώρου.
Κάθε φορά που υπερνικάμε το φόβο μας, παίρνουμε πίσω τη ζωή που μας κλέβουν. Μια νύχτα τη φορά.






