Access all areas
Της Ντίνας Δασκαλοπούλου / www.daskalopoulou.gr/
Share |
Μέρες της αρμύρας

Ξυπνάω πάντα χαρούµενη. Ο γάτος σαλτάρει πάνω στο κρεβάτι µου, τα λουλούδια µου είναι όλα ανθισµένα, πολλά καινούργια βιβλία µε περιµένουν, πάντα µια ενδιαφέρουσα πρόσκληση υπάρχει για το βράδυ. Καληµέρα, όµορφε κόσµε, λέω κάθε - µα κάθε πρωί ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλά µου.

Η ευωχία δεν κρατάει πολύ. Όλα τα χρώµατα χάνονται στο µαύρο µόλις απαντήσω στην πρώτη κλήση στο κινητό, µόλις ανοίξω τα µέιλ µου ή διαβάσω ειδήσεις. Έτσι έγινε κι εκείνη τη µέρα. Ο γάτος άρχισε τις ταρζανιές, τα λουλούδια µοσχοβολούσαν, τα κείµενα για το «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ» καθυστερούσαν και... χτύπησε το τηλέφωνο. «Ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε για µια βιντεοκάµερα». Είναι η αγχωµένη φωνή του Λάµπρου. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω πολλά. «Έχει γεµίσει ο τόπος χρυσαυγίτες». Εξακολουθώ να µην παρακολουθώ. «Λένε ότι θα γίνουν επεισόδια». Χαρά τέλος. 

Λίγα λεπτά αργότερα η εικόνα ξεκαθαρίζει: ένας άνθρωπος 44 χρονών ετοιµάζεται να πάει στο µαιευτήριο τη γυναίκα του. Κρατάει µια βιντεοκάµερα στα χέρια. Τρεις άλλοι του επιτίθενται για να τον κλέψουν και τον µαχαιρώνουν. Οι φασίστες ξεκινούν πογκρόµ εναντίον των µεταναστών. Οι τηλεοράσεις αλυχτούν, οµού µε τους «αγανακτισµένους πολίτες» (όχι του Συντάγµατος). Οι πολιτικοί κοκοροµαχούν πάνω από τη σορό του άνδρα που δεν πρόλαβε να γίνει πατέρας για δεύτερη φορά. Η πανταχού παρούσα –και ουδέν πληρούσα– αστυνοµία αδειάζει τους γύρω δρόµους, τα γραφεία και τις σχολές, γιατί «δεν µπορεί να προστατέψει κανέναν». 

Για µερόνυχτα το κέντρο της Αθήνας παραδίδεται στους φασίστες που τραυµατίζουν δεκάδες µετανάστες. Ένα 24ωρο από τη δολοφονία του ανθρώπου µε την κάµερα, κάποιοι σκοτώνουν έναν άλλον άνθρωπο, µετανάστη, µόλις 21 χρόνων. Και την ίδια µέρα στην πανεργατική απεργία η αστυνοµία επιτίθεται λυσσαλέα στους διαδηλωτές, στέλνοντας στο νοσοκοµείο δεκάδες. Ένας από αυτούς πέφτει σε βαθύ κώµα, ένας άλλος χάνει τη σπλήνα του, πολλοί έχουν ανοιγµένα κεφάλια, οι γιατροί επίσηµα µιλούν για «δολοφονικές επιθέσεις». Τέσσερεις µέρες αργοτερα κάποιοι επιτίθενται µε µολότοφ στο Α.Τ. Εξαρχείων, ενώ στην Καλλιδροµίου γίνεται λαϊκή αγορά. Ένας άνθρωπος στην εντατική, άλλοι δύο βαριά καµµένοι στη µονάδα εγκαυµάτων.


Η Αθήνα µετατρέπεται σε θέατρο πολέµου και το µόνο σίγουρο είναι πως αυτή δεν είναι η επιλογή των κατοίκων της.Η στρατηγική της έντασης συνιστά κεντρική επιλογή µιας εξουσίας που, έντροµη πια, χρησιµοποιεί τα όργανα του κράτους, και τους χρήσιµους ηλίθιους του παρακράτους για να στραφούµε όλοι εναντίον όλων και όχι εναντίον της. (φυσικά δεν είµαι ο δικαστής Ντρεντ για να ξέρω ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να πετάξει µολότοφ στη λαϊκή. Αν όµως, αν, είναι ένας οργισµένος πιτσιρικάς, ποιος πρώτος τον δίδαξε το δίκαιο της βίας; Φαντάζοµαι αυτός που τον χτύπησε πρώτος και του έκλεψε το µέλλον)

Αν υπάρχει όµως έστω και µια µικρή περίπτωση αυτή η χώρα να διασωθεί (η χώρα, όχι οι δανειστές της – ούτε οι οικονοµικοί δείκτες, ούτε το ευρώ, ούτε το ευρωπαϊκό οικοδόµηµα), αυτή βρίσκεται στο δικό µας «µαζί». Χωρίς να φαγωνόµαστε για το µεθαύριο. 

Όλα αυτά τα χρόνια ξοδέψαµε ατελείωτες ώρες συζητώντας αν χρειάζεται επανάσταση ή αν το σύστηµα αλλάζει από τα µέσα, αν η Ιστορία και η πάλη των τάξεων τελείωσε και πότε, αν ο νεοφιλελευθερισµός είναι καλύτερος από τη σοσιαλδηµοκρατία, αν µετά την επανάσταση πρέπει να φτιάξουµε σοβιέτ ή κολεκτίβες. Όλες αυτές οι κουβέντες –που συνιστούσαν µια εξαιρετική πολυτέλεια– τελείωσαν. Τώρα πια ντόπιοι κι από αλλού φερµένοι, εργαζόµενοι και άνεργοι, µεγαλύτεροι και µικρότεροι είµαστε ακριβώς στην ίδια θέση. Αν το συνειδητοποιήσουµε, αυτή θα είναι η µεγαλύτερη δύναµή µας. 

Καλύτερα από µένα το λέει ο Κ.Χ. Μύρης: «Μεγάλωσαν τα γένια µας, η ψυχή µας αλλιώτεψε / αγριεµένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του / βοήθα, καλέ µου, µη φαγωθούµε µεταξύ µας».

ΥΓ.:
Από τον αποχαιρετισµό του Μανώλη Γλέζου στον Λάκη Σάντα: «Λάκη, σ’ το είχα πει και τότε – σ’ το λέω και τώρα. Εάν φύγεις πρώτος, δεν θα αφαιρέσω τα ωµοφόρια από πάνω µου και θα συνεχίσω τον αγώνα για να µείνουν ελεύθεροι οι νέοι, για όλους αυτούς που αφουγκράζονται την ωκεάνια βοή µέσα από τα κοχύλια της θάλασσας και που ταυτίζονται στις µελιχρές ώρες µε τα ηλιοβασιλέµατα, γιατί περιµένουν ότι και αύριο θα ξηµερώσει».

ΥΓ.2:
Από την απραξία, την αφασία και την µελαγχολία, προτιµώ την πλατεία



fashion addiction