

Σύνταγμα
Πιάσε το χέρι του τρελού κι ανέβα στο άσπρο άλογο
(«σηµαιάκι προσευχής» σε κατασκευή στο Σύνταγµα)
Και το χειρότερο για σας
είναι πως από τότε
έχουµε αϋπνίες και νεύρα...
πολλά νεύρα.
Του Θοδωρή Αντωνόπουλου
“Σςςςς.... σιγά, θα ξυπνήσουµε τους Έλληνες”,
ακούστηκε πως χωράτευαν στις υπαίθριες συγκεντρώσεις των Indignados στην Ισπανία αρχές Μαϊου. Εντέλει ήταν ράδιο αρβύλα. Τέτοιο σύνθηµα δεν υπήρξε ποτέ – άλλωστε εµείς είµαστε “ξυπνητοί” ήδη από τον Δεκέµβριο του 2008 -, ήταν όµως, καθώς ειπώθηκε, εκείνο το “γινάτι” που έκανε δύο δεκαοκτάχρονα παιδιά να κάνουν το πρώτο διαδικτυακό κάλεσµα για µια αντίστοιχη συγκέντρωση “Αγανακτισµένων” στο Σύνταγµα στις 18/5.
Χιλιάδες άνθρωποι ανταποκρίθηκαν ειρηνικά, άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, παιδιά, κάνοντας την πλατεία σύµβολο, πολλοί και δεύτερο σπίτι. Αξιώνοντας όχι µόνο να φύγει το ΔΝΤ, το Μνηµόνιο κι εκείνοι που το έφεραν αλλά και διεκδικώντας αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, ταυτότητα, συνύπαρξη, όπως έγραφε κάποιο χαρτόνι. Αποκορύφωµα ήταν η µεγάλη πανευρωπαϊκή διαµαρτυρία της 29ης Μαϊου, οπότε στο Σύνταγµα µαζεύτηκε κάπου εκατό χιλιάδες κόσµος - η µεγαλύτερη και ζωηρότερη συγκέντρωση απ’ όλες, είπαν. Λίγες µέρες µετά, στις 5 Ιουνίου, ο αριθµός των ανθρώπων που κατέβηκαν στο δρόµο για την νέα Πανευρωπαϊκή Ηµέρα Δράσης ξεπέρασε σε µέγεθος οποιαδήποτε πολιτική συγκέντρωση της Μεταπολίτευσης. Μισό εκατοµµύριο άνθρωποι υπολογίζεται ότι πέρασαν από το Σύνταγµα από τις 5 το απόγευµα µέχρι αργά τη νύχτα.
Οι αγανακτισµένοι συνεχίζουν να συγκεντρώνονται καθηµερινά υπό τα αµήχανα, ανήσυχα, ένοχα βλέµµατα των κυβερνώντων αλλά και του συνόλου σχεδόν του πολιτικού συστήµατος. Όχι µόνο στην Αθήνα πια αλλά και σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Καλαµάτα... Κυβέρνηση, αντιπολίτευση – δεξιά κι αριστερή -, ακόµα κι η Εκκλησία (µάλιστα το σοβινιστικότερο κοµµάτι της) προσπαθούν άλλοτε να “χαϊδέψουν”, άλλοτε να προσεταιριστούν, άλλοτε πάλι να δώσουν “πατριωτική” χροιά στο πρωτόγνωρο κίνηµα. Θα βόλευε πολύ να θυµίζει πανηγύρι προς τιµή κάποιου εθνικού θριάµβου, όπως τότες που σηκώσαµε το Euro. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ, νιώθοντας να γλιστρά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, άρχισαν κι αυτά τα “καλοπιάσµατα”, ελπίζοντας να µανιπουλάρουν την κατάσταση κάποια στιγµή. Όταν, µάλιστα, γνωστό µεγάλο κανάλι επιχείρησε να υποβαθµίσει τη συγκέντρωση στα “ψιλά” των ειδήσεων, η ιστοσελίδα του σαρώθηκε από “τσουνάµι” αναφορών – έκτοτε, ο χρόνος που αφιερώνει στους “Αγανακτισµένους” τριπλασιάστηκε...
“Μα, είναι όλοι το ίδιο; Κι εκείνοι που µουτζώνουν και φωνάζουν συνθήµατα σεξιστικά, κι οι άλλοι µε τον Λεωνίδα, τα εθνόσηµα και τις κρεµάλες, κι οι παραπέρα που έρχονται βασικά για καµάκι και χαβαλέ;”, ακούω τις ενστάσεις. Πότε, ωστόσο, είδατε τόσο ετερόκλητο πλήθος να διαδηλώνει αντάµα και γιατί να µας χαλάει µια διαµαρτυρία που θυµίζει περισσότερο γιορτή; Προτιµότερη, στην τελική, η τσίκνα από τα σουβλάκια των δεκάδων µικροπωλητών από την αποφορά των δακρυγόνων και του καµένου πλαστικού – απ’ αυτά χορτάσαµε πια. Υπάρχει έπειτα κόσµος πολιτικοποιηµένος µεν, που όµως αντιµετωπίζει το νέο κίνηµα µε µπόλικο σκεπτικισµό.
Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει όλο αυτό, ξέρω όµως πως, από τότε, τίποτα δεν είναι πια ίδιο σε αυτή την χώρα. Όχι διότι άλλαξε κάτι µεµιάς, αλλά επειδή µοιάζει να βρήκαµε για πρώτη, ίσως, φορά µεταπολεµικά έναν κοινό παρονοµαστή, παραµερίζοντας τα πολλά πελώρια “εγώ” για χάρη ενός ευρύτερου “εµείς”. Ακόµα κι αν κάποια στιγµή οι “Αγανακτισµένοι” του Συντάγµατος διαλυθούν, αφενός ήδη µεταφέρουν τη δράση τους στις γειτονιές, αφετέρου έχουν ήδη σπείρει τα σπέρµατα µιας συνεργατικής, συλλογικής, αλληλέγγυας κουλτούρας. Οι µέρες του Μεγάλου Ύπνου µοιάζουν να έχουν τελειώσει.
Από την πρώτη κιόλας µέρα, οι πιο συνειδητοποιηµένοι και δραστήριοι από τους “Αγανακτισµένους” αυτοοργανώθηκαν σε πρότυπα αµεσοδηµοκρατικά, µε αναφορές τόσο στην ελευθεριακή κουλτούρα όσο και στην Εκκλησία του Δήµου της κλασικής Αθήνας.
Καλοδεχούµενοι κι όσοι θέλουν να δράσουν, δίχως άλλο περιορισµό πέρα από το σεβασµό του διπλανού τους. Όλοι οι εκπρόσωποι είναι αιρετοί. Όχι πως λείπουν οι αντιπαραθέσεις - κάποτε έντονες-, οι διαφωνίες, οι γκρίνιες – αλίµονο αν δεν υπήρχαν κιόλας! -, σηµασία όµως έχει ότι εξακολουθούν να πορεύονται εν γένει µονιασµένοι. Πού ακριβώς; Και πόσο θα κρατήσει άραγε αυτό το ωραίο παραµύθι; Ούτε οι ίδιοι δεν γνωρίζουν ίσως καλά-καλά, ξέρουν όµως τι απορρίπτουν: ένα µίζερο, αρρωστηµένο, εφιαλτικό παρόν κι ένα άκυρο µέλλον. Κάποιοι “απέξω” τους είπαν “µη σοβαρούς”, κοντολογίς τρελούς. Καµιά φορά, όµως, οι “τρελοί” είναι που πρωταγωνιστούν στην ιστορία. Μη σας πω τις περισσότερες φορές...
Γυρέψαµε από κάποιους εθελοντές να µας πουν τι τους έβγαλε στο Σύνταγµα, τι τους κράτησε εκεί και τι προσδοκούν από την πρωτόφαντη αυτή κινητοποίηση. Ιδού τι απάντησαν:
Βάσω, 19, φοιτήτρια – εξορµήσεις
«...Βαρέθηκα να µε κοροϊδεύουν, να µε αδικούν, να είναι όλοι στον κόσµο τους... Ναι, νοιάζοµαι για την οικονοµία και το µνηµόνιο, δεν είναι όµως µόνο αυτά. Σηµασία έχει κατ’ αρχήν να φτιάξουµε σωστή παιδεία, αλλά και να ξεχάσουµε τη µοναχοφάικη αντίληψη του “παρτάκια” που αποδείχτηκε ότι δεν βγάζει πουθενά. Θέλω ισότητα, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, θέλω να ξυπνήσει ο κόσµος, να µιλήσει, να εκφραστεί... Στο σχολείο δεν έµαθα τίποτα, αυτό που συµβαίνει τώρα εδώ είναι το σχολείο το καλό».
Αντώνης, 23, φοιτητής – γραµµατεία
«...Ανήκα κι εγώ µέχρι προχτές στη γενιά του facebook και του καναπέ, ώσπου κατάλαβα ότι έτσι δεν θ’ αλλάξει ποτέ τίποτα. Βλέποντας τι γίνεται στην Ισπανία και αλλού παθιάστηκα, ήρθα εδώ εξαρχής και θα κάτσω όσο χρειαστεί, ώσπου να µπορέσουµε να φτιάξουµε κάτι διαφορετικό από εµάς για µας. Οι δικοί µου µ’ έχουν χάσει, αλλά τους λέω να µην ανησυχούν, έχω ήδη φτιάξει εδώ µιαν άτυπη οικογένεια που µε έµαθε πολλά και µε την οποία µοιράζοµαι επίσης πολλά».
Σταύρος, 31, αρχιτέκτονας – τεχνική υποστήριξη
«...Σπούδασα Αγγλία, δούλεψα κιόλας εκεί, γύρισα δέκα χρόνια µετά για να καταλήξω άνεργος µε 4 πτυχία και ν’ ακούσω ότι “µαζί τα φάγαµε” και να µου ζητάνε να φορολογήσουν και το γάλα της µάνας µου... Αυτοί που µας έβαλαν σ’ αυτήν την περιπέτεια καταστρέφουν το παρόν και το µέλλον της, να φύγουν, οι λύσεις τους απέτυχαν, τέλος. Τουλάχιστον εφαρµόζω αυτά που έµαθα προσπαθώντας να χωροθετήσω τέντες και σκηνές στην πλατεία!»
Αργυρώ, 50, άνεργη – σίτιση
«Κατέβηκα γιατί σιχάθηκα τη διαφθορά και την ατιµωρησία... Εδώ συµβαίνει κάτι που δεν είναι κοµµατικοποιηµένο, που δεν φοβούνται να έρθουν γονείς µε τα παιδιά τους, που ξέρει να συνδιαλέγεται. Εµπιστεύοµαι το λαό, γιατί αποδεικνύει ότι είναι πολύ πιο µπροστά από τους πολιτικούς του. Υπάρχει περισσότερη δηµοκρατία στη λαϊκή συνέλευση από ό,τι στη Βουλή απέναντι».
Ηρώ, 29, άνεργη – καλλιτεχνικές δράσεις
«Δεν µε έφερε “κάτι” εδώ, δεν έχω πάει “κάπου”, το Σύνταγµα είναι το σπίτι µου. Έτσι νιώθω κι έτσι πρέπει να ’ναι. Ζητάω αλλαγή φάσης σε όλα τα επίπεδα, δεν ξέρω για το µετά, δεν είναι θεός το µετά, άσε που ξέρει εκείνο από µόνο του τι θα φέρει. Για να ζήσεις, άλλωστε, το µετά, πρέπει πριν να ζήσεις το τώρα».
Αλέκα, 36, καθηγήτρια αγγλικών ή αλλιώς...
«ψυχραιµία, παιδιά!»
«Ήρθα Σύνταγµα γιατί οραµατίζοµαι µια ζωή συλλογική, οικολογική, µακριά από χρήµα και ιδιοκτησία... Την οµάδα Ψυχραιµίας τη δηµιουργήσαµε ύστερα από πρόταση µιας κυρίας, ώστε να διατηρηθεί το κλίµα οµόνοιας και δηµοκρατικού διαλόγου στην πλατεία, να παραµείνει το “εµείς” πάνω από το “εγώ”. Θέλουµε να φτάσουµε στο σηµείο όταν δύο άνθρωποι µαλώνουν, οι άλλοι να τους κυκλώνουν φωνάζοντας αγάπη, ψυχραιµία, ηρεµία! Οργανώνουµε πνευµατικά παιχνίδια, ώστε να γνωριστούµε καλύτερα, προτείνουµε επίσης ρέικι, ρεφλεξιολογία και άλλες χαλαρωτικές τεχνικές – κάθε συνεισφορά δεκτή!»
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Η µάζωξη των αγανακτισµένων, όλων µας δηλαδή, είναι κάτι που κλοτσάει στην πλάτη να φωνάξεις «επιτέλους!».
Λίγα µέτρα πιο πέρα, µπροστά στον Άγνωστο, ένα πλατύ και πυκνό δάσος από ανοιχτές παλάµες και κωλοδάχτυλα κάνει κάτι σαν γηπεδικό κύµα αγανάκτησης. Είναι ένα πλήθος ανθρώπων απ’ όλες τις αστικές «φυλές» – σαν να ’χεις αδειάσει στο δρόµο έναν τυχαίο συρµό του µετρό. Ούτε ακροδεξιούς τους λες ούτε αναρχικούς. Είναι κανονικοί, καθηµερινοί άνθρωποι. Πιο κάτω, µια παρέα µε ελληνικές σηµαίες µε κάνει να σηκώσω τα φρύδια – ακροδεξιοί; Πλησιάζοντας πιο κοντά βλέπω ότι είναι απλώς τέσσερεις ηλικιωµένες καλοντυµένες κυρίες, σαν να σχόλασαν από κουµκάν, που λένε ένα τραγουδάκι για κάποιο συγγενικό πρόσωπο του Θ. Πάγκαλου. Δεν υπάρχουν, ούτε φασιστικά σύµβολα, ούτε συνθήµατα σε ακτίνα χιλιοµέτρων από την πλατεία. Εκτός κι αν θεωρείται φασίστας όποιος κρατάει µια ελληνική σηµαία και τραγουδάει τον εθνικό ύµνο – δηλαδή, ο µέσος έλληνας πατριώτης. Μάλλον όχι; Ας µη ζωγραφίζουµε, µε το ζόρι, χιτλερικά µουστάκια στη θεία Όλγα και τις φίλες της.
Πιο κάτω, µετά τα σκαλιά, εκεί που οι βρισιές, οι κατσαρόλες και τα καντήλια ακούγονται αχνά, συντελείται αυθόρµητα και µε πείσµα ένα πρωτόγνωρο πείραµα µετα-ιντερνετικής δηµοκρατίας: χιλιάδες πολίτες όλων των ηλικιών, µε άξονα τα social networks και κοινά γνωρίσµατα την ανησυχία για το αύριο, το καθαρό µυαλό και την απόφασή τους να φέρουν πραγµατική ανατροπή, προσπαθούν να εφαρµόσουν τους κανόνες διεξαγωγής του δηµοκρατικού διαλόγου.
Ας το παραδεχθούµε. Η άµεση δηµοκρατία είναι σκληρό σπορ, έχει µαρκαρίσµατα και πτώσεις στο τερέν, αλλά όλοι εδώ γύρω δεν φοβούνται να γρατζουνιστούν ή και να µατώσουν. Γι’ αυτό άλλωστε ξεροσταλιάζουν κάθε νύχτα στις συνελεύσεις και στα µεταµεσονύχτια πηγαδάκια. Γι’ αυτό ψηφίζουν µία µία τις προτάσεις έπειτα από εξαντλητικό debate: από το εάν θα αποκλειστεί το κοινοβούλιο µέχρι το αν πρέπει να µείνουν οι καντίνες ή µήπως αυτό εµπορευµατοποιεί τον ελευθεριακό χαρακτήρα της πολιτικής διαµαρτυρίας. Το ρολόι δείχνει µεσάνυχτα και οι ψηφοφορίες συνεχίζονται µε ένταση και χωρίς να φεύγει κανείς από τη θέση του. Τώρα αποφασίζουν όλοι. Απέναντι, η Βουλή είναι κατασκότεινη και σιωπηλή.
Αυτό που συνειδητοποιεί κανείς έπειτα από λίγες µέρες είναι ότι υπάρχει ήδη µια κατάκτηση για να επιδειχθεί: εντελώς ξαφνικά, σε σκοτεινούς καιρούς, η πλατεία Συντάγµατος, από το απόγευµα και µετά, µετατρέπεται σε µια φωτεινή, ζωντανή, ροµαντική πόλη µε άρωµα ελευθερίας. Οι άνθρωποι χαµογελούν ο ένας στον άλλο φιλικά, είναι περισσότερο ευγενικοί, ανεκτικοί στο διαφορετικό και σέβονται τον διπλανό τους. Μοιράζονται ό,τι έχουν, δεν ρυπαίνουν, παίζουν µουσική και παιχνίδια, ζωγραφίζουν, δηµιουργούν και επικοινωνούν σε απόλυτα ήρεµο κλίµα. Παραδέχοµαι ότι είχα πολλά χρόνια να δω τέτοια όµορφη ατµόσφαιρα κάπου στην Αθήνα, ίσως σ’ αυτήν την ένταση να µην την έχω δει καν ποτέ. Αµέσως συνειδητοποίησα πόσο πολύ λείπει σε όλους µας αυτό – µια ανθρώπινη πόλη, µε φιλικούς συµπολίτες. Είναι αυτό ακριβώς που δεν πέτυχαν, εδώ και δεκαετίες, γενιές ολόκληρες πολιτικών, µιντιαρχών και κρατικής νοµενκλατούρας.
Η αυτοοργάνωση και η υπευθυνότητα του ατόµου είναι η κεντρική φιλοσοφία του πειράµατος. Η εθελοντική οµάδα καθαριότητας δηµιουργήθηκε την πρώτη µέρα και έστησε σ’ όλη την πλατεία µαύρες σακούλες απορριµµάτων και πράσινες της ανακύκλωσης, σε ζευγάρια. Ο κόσµος τις χρησιµοποιεί µε εµµονή, δεν πετάει σκουπίδια, η πλατεία µένει καθαρή – παρά τις χιλιάδες που «ζουν» εκεί. Πίσω από τη µικροφωνική της συνέλευσης συστάθηκε η οµάδα ψυχραιµίας, που αποτελείται από ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και εθελοντές calmdowners. Έχει στόχο να κατευνάζει τις εντάσεις και να διευκολύνει τον ήρεµο διάλογο, µε βασικά εργαλεία την ηρεµία και το χιούµορ. Γράφτηκα τελικά σ’ αυτήν την οµάδα, γιατί νοµίζω ότι αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά θέµατα που απασχολούν τους πολίτες σ’ αυτήν τη φάση: να παραµείνουµε όλοι ψύχραιµοι, ό,τι κι αν γίνει.
Λίγα µέτρα πιο κάτω εκπέµπει το Ράδιο Ένταση 101,1, που στήθηκε σε µια νύχτα και λειτουργεί 24ωρο, ενώ δίπλα είναι το ιατρείο µε δεκάδες γιατρούς, νοσηλευτές και εθελοντές φοιτητές. Η οµάδα multimedia, που αποτελείται από δηµοσιογράφους που έχουν χάσει τις δουλειές τους, και η τεχνική υποστήριξη, για µικροφωνικές, φώτα, τηλεπικοινωνίες. Η οµάδα επικοινωνίας, η γραµµατεία, η τράπεζα χρόνου, η οµάδα µεταφράσεων και η οµάδα περιφρούρησης. Η οµάδα σίτισης, που καθηµερινά διανέµει εκατοντάδες µερίδες σπιτικό φαγητό (της ηρωικής ελληνίδας µάνας) σε όσους ζουν στις σκηνές, σε φτωχούς, άστεγους, µετανάστες και γενικά σε όποιον δηλώνει ότι πεινάει.
Σ’ αυτήν τη µικρή πολιτεία, που µέσα σε δέκα µέρες ζει και αναπνέει ελεύθερα στην καρδιά της πόλης, υπάρχει ενθουσιασµός που είχα πολύν καιρό να δω. Η ένταση και η απειλή βίας απουσιάζουν εντελώς, ακόµα και τις στιγµές που οι τόνοι ανεβαίνουν – κι αυτό συµβαίνει γιατί όλοι έχουν συµφωνήσει σοβαρά από την πρώτη στιγµή ότι αποκλείεται η βία. Και, επίσης, διότι υπάρχει κάτι ακόµα που είχα να δω πολύν καιρό σ’ αυτήν τη χώρα: ένας κοινός στόχος, η ανατροπή του αποτυχηµένου και µη λειτουργικού πια πολιτικού σκηνικού. Το αν η πλατεία θα τα καταφέρει, τελικά, θα το µάθουµε µετά από χρόνια, διαβάζοντας τον επίλογο της Ιστορίας που ήδη γράφεται στο Σύνταγµα από τις τελευταίες µέρες του Μάη…
Στο Σύνταγµα, στις 25 Μαΐου, αλλά και τις µέρες που ακολούθησαν…
Είδα χιλιάδες κοινωνικά, ηλικιακά και ιδεολογικά ετερόκλητους πολίτες να συνυπάρχουν στην ίδια διαδήλωση και, χωρίς «καθοδηγητές» ή «περιφρούρηση», να επικοινωνούν µεταξύ τους χωρίς καχυποψία.
Είδα ανθρώπους από τα ΜΑΤ να χαµογελάνε, πιάνοντας κουβέντα µε διαδηλωτές.
Είδα 3.000 άτοµα καθισµένα σε µία πλατεία να κάνουν λαϊκή συνέλευση.
Είδα 3.000 άτοµα να θέλουν να µιλήσουν στη συνέλευση, αλλά να περιµένουν τη σειρά τους, ακούγοντας τον εκάστοτε οµιλητή, όσο και να διαφωνούν µαζί του.
Είδα αγχωµένους επαγγελµατίες του συνδικαλισµού και της «επανάστασης» να «χαιρετίζουν» τη συνέλευση ουρλιάζοντας και την πλειοψηφία του κόσµου να τους γειώνει.
Είδα νέους που δεν µπορούν να περπατήσουν, να ακούσουν ή να δουν να διαδηλώνουν και να διεκδικούν στη συνέλευση µία πόλη προσβάσιµη σε όλους.
Είδα τον κόσµο φεύγοντας να πετάει σε σακούλες τα σκουπίδια του, αλλά και ξεχασµένα σκουπίδια άλλων.
Είδα παιδικούς φίλους, άνεργους ενηλίκους πια, να επιµένουν να µένουν εδώ.
Ίδωµεν…
Οι αγανακτισµένοι συνεχίζουν να συγκεντρώνονται καθηµερινά υπό τα αµήχανα, ανήσυχα, ένοχα βλέµµατα των κυβερνώντων αλλά και του συνόλου σχεδόν του πολιτικού συστήµατος. Όχι µόνο στην Αθήνα πια αλλά και σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Καλαµάτα... Κυβέρνηση, αντιπολίτευση – δεξιά κι αριστερή -, ακόµα κι η Εκκλησία (µάλιστα το σοβινιστικότερο κοµµάτι της) προσπαθούν άλλοτε να “χαϊδέψουν”, άλλοτε να προσεταιριστούν, άλλοτε πάλι να δώσουν “πατριωτική” χροιά στο πρωτόγνωρο κίνηµα. Θα βόλευε πολύ να θυµίζει πανηγύρι προς τιµή κάποιου εθνικού θριάµβου, όπως τότες που σηκώσαµε το Euro. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ, νιώθοντας να γλιστρά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, άρχισαν κι αυτά τα “καλοπιάσµατα”, ελπίζοντας να µανιπουλάρουν την κατάσταση κάποια στιγµή. Όταν, µάλιστα, γνωστό µεγάλο κανάλι επιχείρησε να υποβαθµίσει τη συγκέντρωση στα “ψιλά” των ειδήσεων, η ιστοσελίδα του σαρώθηκε από “τσουνάµι” αναφορών – έκτοτε, ο χρόνος που αφιερώνει στους “Αγανακτισµένους” τριπλασιάστηκε...
“Μα, είναι όλοι το ίδιο; Κι εκείνοι που µουτζώνουν και φωνάζουν συνθήµατα σεξιστικά, κι οι άλλοι µε τον Λεωνίδα, τα εθνόσηµα και τις κρεµάλες, κι οι παραπέρα που έρχονται βασικά για καµάκι και χαβαλέ;”, ακούω τις ενστάσεις. Πότε, ωστόσο, είδατε τόσο ετερόκλητο πλήθος να διαδηλώνει αντάµα και γιατί να µας χαλάει µια διαµαρτυρία που θυµίζει περισσότερο γιορτή; Προτιµότερη, στην τελική, η τσίκνα από τα σουβλάκια των δεκάδων µικροπωλητών από την αποφορά των δακρυγόνων και του καµένου πλαστικού – απ’ αυτά χορτάσαµε πια. Υπάρχει έπειτα κόσµος πολιτικοποιηµένος µεν, που όµως αντιµετωπίζει το νέο κίνηµα µε µπόλικο σκεπτικισµό.
Αιθεροβάµονες δίχως αντοχές που θα διαλυθούν, λένε, µε το πρώτο “φύσηµα”. Ποιους εξυπηρετεί, συµπληρώνουν, η πλήρης απαξίωση της “επίσηµης” πολιτικής (αληθεύει πως πληθαίνουν οι Έλληνες που θα καλόβλεπαν, στην απελπισία τους, ακόµα και µια χούντα) κι επιπλέον, πόσοι “αγανακτισµένοι” είναι απλά... ξεβολεµένοι; Κάποια δίκια σίγουρα τα έχουν. Από την άλλη, είναι φανερό πως πολλοί πολιτικοί χώροι ενοχλούνται που βρέθηκαν άξαφνα στο περιθώριο των εξελίξεων, που κοµµατικά έντυπα και σηµαίες δεν έχουν θέση στην πλατεία. Εννοείται βέβαια πως όσο διαρκεί µια τέτοια µεγάλη υπαίθρια µάζωξη ανθρώπων θα σηµειωθούν και παρατράγουδα. Ήδη βγήκε “οδηγία” τύπου “φυλάξτε τα πράγµατά σας”...
Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει όλο αυτό, ξέρω όµως πως, από τότε, τίποτα δεν είναι πια ίδιο σε αυτή την χώρα. Όχι διότι άλλαξε κάτι µεµιάς, αλλά επειδή µοιάζει να βρήκαµε για πρώτη, ίσως, φορά µεταπολεµικά έναν κοινό παρονοµαστή, παραµερίζοντας τα πολλά πελώρια “εγώ” για χάρη ενός ευρύτερου “εµείς”. Ακόµα κι αν κάποια στιγµή οι “Αγανακτισµένοι” του Συντάγµατος διαλυθούν, αφενός ήδη µεταφέρουν τη δράση τους στις γειτονιές, αφετέρου έχουν ήδη σπείρει τα σπέρµατα µιας συνεργατικής, συλλογικής, αλληλέγγυας κουλτούρας. Οι µέρες του Μεγάλου Ύπνου µοιάζουν να έχουν τελειώσει.
Από την πρώτη κιόλας µέρα, οι πιο συνειδητοποιηµένοι και δραστήριοι από τους “Αγανακτισµένους” αυτοοργανώθηκαν σε πρότυπα αµεσοδηµοκρατικά, µε αναφορές τόσο στην ελευθεριακή κουλτούρα όσο και στην Εκκλησία του Δήµου της κλασικής Αθήνας.
Δηµιούργησαν οµάδες - τεχνικής υποστήριξης, εφοδιασµού, σίτισης, εκδηλώσεων, νοµικής και γραµµατειακής υποστήριξης, περιφρούρησης, multimedia, µεταφράσεων, εξορµήσεων, καλλιτεχνικών δράσεων, υγείας, καθαριότητας, ακόµα και... ψυχραιµίας! - καθώς κι άλλες επιµέρους συλλογικότητες, µε άξονα και κεντρικό σηµείο αναφοράς τη µεγάλη απογευµατινή λαϊκή συνέλευση – γνωστή και ως “Κάτω Βουλή” - όπου καθένας (πλην Χρυσαυγιτών) είναι ευπρόσδεκτος να µιλήσει, αρκεί να τον ευνοήσει ο κλήρος. Θ’ ακούσεις, εννοείται, και αρλούµπες – τις προάλλες, π.χ., ένας απήγγειλε µε στεντόρεια φωνή το “Πιστεύω”, ένας δεύτερος πρότεινε να... διπλασιαστούν οι δηµόσιοι υπάλληλοι, ένας τρίτος ήθελε να ξαναστήσει τα σοβιέτ -, θ’ ακούσεις όµως επίσης σκέψεις και προτάσεις φιλοσοφηµένες, σοβαρές, συχνά µάλιστα από κει που δεν θα το περίµενες.
Καλοδεχούµενοι κι όσοι θέλουν να δράσουν, δίχως άλλο περιορισµό πέρα από το σεβασµό του διπλανού τους. Όλοι οι εκπρόσωποι είναι αιρετοί. Όχι πως λείπουν οι αντιπαραθέσεις - κάποτε έντονες-, οι διαφωνίες, οι γκρίνιες – αλίµονο αν δεν υπήρχαν κιόλας! -, σηµασία όµως έχει ότι εξακολουθούν να πορεύονται εν γένει µονιασµένοι. Πού ακριβώς; Και πόσο θα κρατήσει άραγε αυτό το ωραίο παραµύθι; Ούτε οι ίδιοι δεν γνωρίζουν ίσως καλά-καλά, ξέρουν όµως τι απορρίπτουν: ένα µίζερο, αρρωστηµένο, εφιαλτικό παρόν κι ένα άκυρο µέλλον. Κάποιοι “απέξω” τους είπαν “µη σοβαρούς”, κοντολογίς τρελούς. Καµιά φορά, όµως, οι “τρελοί” είναι που πρωταγωνιστούν στην ιστορία. Μη σας πω τις περισσότερες φορές...
Γυρέψαµε από κάποιους εθελοντές να µας πουν τι τους έβγαλε στο Σύνταγµα, τι τους κράτησε εκεί και τι προσδοκούν από την πρωτόφαντη αυτή κινητοποίηση. Ιδού τι απάντησαν:
Θοδωρής, 47, σερβιτόρος – περιφρούρηση
«...Ήµουν παλιά σε κάποιο κόµµα, αλλά µε διώξανε γιατί ήθελα τη δική µου σκέψη, τη δική µου αγανάκτηση, το δικό µου σύνθηµα ν’ ακουστούν, όχι εκείνα που µου υπαγόρευαν... Κατέβηκα στην πλατεία γιατί µε έτρωγε ό,τι κι όλους µας... Ας διαλύσουµε αυτή τη χώρα κι ας την ξαναφτιάξουµε από την αρχή. Δε γουστάρω να ξαναζήσω µια τέτοια κατάσταση, θέλω να περνώ µπροστά απ’ το Σύνταγµα περήφανος, µε το κεφάλι ψηλά, όχι να φτύνω και να βρίζω...»
Κώστας, 33, φαρµακοποιός – ιατρείο
«Δεν ήµουν ποτέ πολιτικοποιηµένος... Η αγανάκτηση για το πλιάτσικο και την προδοσία µε έφερε εδώ. Μας έχουν στην Εντατική µε τα σωληνάκια και µας κρατάνε µε ορούς για να έχουµε να τους πληρώνουµε! Αρχικά ήµουν µ’ εκείνους που µούντζωναν. Ύστερα την είδα πιο σοβαρά, έγινα εθελοντής κι αυτό που βλέπω µέχρι τώρα γύρω µου µου αρέσει...»
Σίµος, φωτογράφος – multimedia
«Για να βρίσκοµαι εδώ παράτησα την εφηµερίδα και τη δουλειά µου. Όχι πως είχα την πολυτέλεια, αλλά είπα άι σιχτίρ, θέλω ζωή, όχι επιβίωση – κι αυτή στην Εντατική... Στη δουλειά µου διατηρώ µια προσωπική ηθική κι αυτήν ακολουθώ ανέκαθεν, δεν χρειάζοµαι κανέναν κώδικα δεοντολογίας. Δεν θα εστίαζα, π.χ., σ’ ένα σέξι κοριτσάκι µε µίνι, δεν µας εξυπηρετεί εδώ σε τίποτα µια τέτοια φωτογραφία – ακόµα κι αν ήµουν τόσο λιγούρης, θα προτιµούσα να την κρατήσω για το σπίτι!»
Κώστας, 33, φαρµακοποιός – ιατρείο
«Δεν ήµουν ποτέ πολιτικοποιηµένος... Η αγανάκτηση για το πλιάτσικο και την προδοσία µε έφερε εδώ. Μας έχουν στην Εντατική µε τα σωληνάκια και µας κρατάνε µε ορούς για να έχουµε να τους πληρώνουµε! Αρχικά ήµουν µ’ εκείνους που µούντζωναν. Ύστερα την είδα πιο σοβαρά, έγινα εθελοντής κι αυτό που βλέπω µέχρι τώρα γύρω µου µου αρέσει...»
Σίµος, φωτογράφος – multimedia
«Για να βρίσκοµαι εδώ παράτησα την εφηµερίδα και τη δουλειά µου. Όχι πως είχα την πολυτέλεια, αλλά είπα άι σιχτίρ, θέλω ζωή, όχι επιβίωση – κι αυτή στην Εντατική... Στη δουλειά µου διατηρώ µια προσωπική ηθική κι αυτήν ακολουθώ ανέκαθεν, δεν χρειάζοµαι κανέναν κώδικα δεοντολογίας. Δεν θα εστίαζα, π.χ., σ’ ένα σέξι κοριτσάκι µε µίνι, δεν µας εξυπηρετεί εδώ σε τίποτα µια τέτοια φωτογραφία – ακόµα κι αν ήµουν τόσο λιγούρης, θα προτιµούσα να την κρατήσω για το σπίτι!»
Βάσω, 19, φοιτήτρια – εξορµήσεις
«...Βαρέθηκα να µε κοροϊδεύουν, να µε αδικούν, να είναι όλοι στον κόσµο τους... Ναι, νοιάζοµαι για την οικονοµία και το µνηµόνιο, δεν είναι όµως µόνο αυτά. Σηµασία έχει κατ’ αρχήν να φτιάξουµε σωστή παιδεία, αλλά και να ξεχάσουµε τη µοναχοφάικη αντίληψη του “παρτάκια” που αποδείχτηκε ότι δεν βγάζει πουθενά. Θέλω ισότητα, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, θέλω να ξυπνήσει ο κόσµος, να µιλήσει, να εκφραστεί... Στο σχολείο δεν έµαθα τίποτα, αυτό που συµβαίνει τώρα εδώ είναι το σχολείο το καλό».
Αντώνης, 23, φοιτητής – γραµµατεία
«...Ανήκα κι εγώ µέχρι προχτές στη γενιά του facebook και του καναπέ, ώσπου κατάλαβα ότι έτσι δεν θ’ αλλάξει ποτέ τίποτα. Βλέποντας τι γίνεται στην Ισπανία και αλλού παθιάστηκα, ήρθα εδώ εξαρχής και θα κάτσω όσο χρειαστεί, ώσπου να µπορέσουµε να φτιάξουµε κάτι διαφορετικό από εµάς για µας. Οι δικοί µου µ’ έχουν χάσει, αλλά τους λέω να µην ανησυχούν, έχω ήδη φτιάξει εδώ µιαν άτυπη οικογένεια που µε έµαθε πολλά και µε την οποία µοιράζοµαι επίσης πολλά».
Σταύρος, 31, αρχιτέκτονας – τεχνική υποστήριξη
«...Σπούδασα Αγγλία, δούλεψα κιόλας εκεί, γύρισα δέκα χρόνια µετά για να καταλήξω άνεργος µε 4 πτυχία και ν’ ακούσω ότι “µαζί τα φάγαµε” και να µου ζητάνε να φορολογήσουν και το γάλα της µάνας µου... Αυτοί που µας έβαλαν σ’ αυτήν την περιπέτεια καταστρέφουν το παρόν και το µέλλον της, να φύγουν, οι λύσεις τους απέτυχαν, τέλος. Τουλάχιστον εφαρµόζω αυτά που έµαθα προσπαθώντας να χωροθετήσω τέντες και σκηνές στην πλατεία!»
Αργυρώ, 50, άνεργη – σίτιση
«Κατέβηκα γιατί σιχάθηκα τη διαφθορά και την ατιµωρησία... Εδώ συµβαίνει κάτι που δεν είναι κοµµατικοποιηµένο, που δεν φοβούνται να έρθουν γονείς µε τα παιδιά τους, που ξέρει να συνδιαλέγεται. Εµπιστεύοµαι το λαό, γιατί αποδεικνύει ότι είναι πολύ πιο µπροστά από τους πολιτικούς του. Υπάρχει περισσότερη δηµοκρατία στη λαϊκή συνέλευση από ό,τι στη Βουλή απέναντι».
Ηρώ, 29, άνεργη – καλλιτεχνικές δράσεις
«Δεν µε έφερε “κάτι” εδώ, δεν έχω πάει “κάπου”, το Σύνταγµα είναι το σπίτι µου. Έτσι νιώθω κι έτσι πρέπει να ’ναι. Ζητάω αλλαγή φάσης σε όλα τα επίπεδα, δεν ξέρω για το µετά, δεν είναι θεός το µετά, άσε που ξέρει εκείνο από µόνο του τι θα φέρει. Για να ζήσεις, άλλωστε, το µετά, πρέπει πριν να ζήσεις το τώρα».
Αλέκα, 36, καθηγήτρια αγγλικών ή αλλιώς...
«ψυχραιµία, παιδιά!»
«Ήρθα Σύνταγµα γιατί οραµατίζοµαι µια ζωή συλλογική, οικολογική, µακριά από χρήµα και ιδιοκτησία... Την οµάδα Ψυχραιµίας τη δηµιουργήσαµε ύστερα από πρόταση µιας κυρίας, ώστε να διατηρηθεί το κλίµα οµόνοιας και δηµοκρατικού διαλόγου στην πλατεία, να παραµείνει το “εµείς” πάνω από το “εγώ”. Θέλουµε να φτάσουµε στο σηµείο όταν δύο άνθρωποι µαλώνουν, οι άλλοι να τους κυκλώνουν φωνάζοντας αγάπη, ψυχραιµία, ηρεµία! Οργανώνουµε πνευµατικά παιχνίδια, ώστε να γνωριστούµε καλύτερα, προτείνουµε επίσης ρέικι, ρεφλεξιολογία και άλλες χαλαρωτικές τεχνικές – κάθε συνεισφορά δεκτή!»
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Του Γιώργου Παπαθωµά
Η µάζωξη των αγανακτισµένων, όλων µας δηλαδή, είναι κάτι που κλοτσάει στην πλάτη να φωνάξεις «επιτέλους!».
Επιτέλους, αποµακρύνονται οι αποκλειστικοί µεσάζοντες που όριζαν τη ζωή όπως όριζε η επιβίωσή τους, µέσα από, σκόπιµα, φτιαγµένους λαβυρίνθους. Επιτέλους, τελειώνει το µελάνι στις πένες που θέλανε να γράφουνε στο δέρµα µας τα νέα τους. Επιτέλους, η ευθύνη για τη ζωή γίνεται προσωπική – και όχι απρόσωπη όπως έπρεπε να πιστεύουµε ότι έπρεπε να είναι! Επιτέλους οι άνθρωποι πηγαίνουν στη συνέλευση όχι για να φωνάξουν, αλλά για να κάνουν ησυχία και να ακουστεί ο διπλανός τους. Επιτέλους, δεν χωράνε πια στο Σύνταγµα οι νταήδες της ζωής µας. Επιτέλους, παίρνουµε πίσω ό,τι πολυτιµότερο µας έχει αποµείνει. Την αξιοπρέπειά µας.
Θα ’ρθει, τελικά, η ώρα να φωνάξουµε «επιτέλους, τα καταφέραµε!»; Κανείς δεν ξέρει αν και πού µπορεί να οδηγήσει η κίνηση των indignados. Όµως, καµία επανάσταση, όσο αποτυχηµένη κι αν ήταν, δεν πήγε τελικά χαµένη. Ό,τι γίνεται κάθε βράδυ στις 9 στις πλατείες είναι ένα βήµα µπροστά και το καλύτερο είναι ότι γίνεται σε άγνωστο µονοπάτι...
Σύνταγµα
Θα ’ρθει, τελικά, η ώρα να φωνάξουµε «επιτέλους, τα καταφέραµε!»; Κανείς δεν ξέρει αν και πού µπορεί να οδηγήσει η κίνηση των indignados. Όµως, καµία επανάσταση, όσο αποτυχηµένη κι αν ήταν, δεν πήγε τελικά χαµένη. Ό,τι γίνεται κάθε βράδυ στις 9 στις πλατείες είναι ένα βήµα µπροστά και το καλύτερο είναι ότι γίνεται σε άγνωστο µονοπάτι...
Σύνταγµα
Του Αχιλλέα Πεκλάρη
Η πρώτη στιγµή που συνειδητοποίησα πού ακριβώς βρίσκοµαι και τι ακριβώς βλέπω ήταν κάπως σουρεαλιστική: µια αξιοπρεπής οικογένεια καλοζωισµένων νεοαστών, µπαµπάς, µαµά και έφηβα παιδιά, παίρνουν φόρα και φτύνουν οµαδικά τα τζάµια της λιµουζίνας του Χρυσοχοΐδη.
Η πρώτη στιγµή που συνειδητοποίησα πού ακριβώς βρίσκοµαι και τι ακριβώς βλέπω ήταν κάπως σουρεαλιστική: µια αξιοπρεπής οικογένεια καλοζωισµένων νεοαστών, µπαµπάς, µαµά και έφηβα παιδιά, παίρνουν φόρα και φτύνουν οµαδικά τα τζάµια της λιµουζίνας του Χρυσοχοΐδη.
Ένας χαµογελαστός ΜΑΤατζής τούς απωθεί ευγενικά και ξαναφτιάχνει την αλυσίδα µε τους συναδέλφους του, που δεν κρατάνε κλοµπ ούτε και χτυπάνε κανέναν στο κεφάλι µε τη σιδερένια λαβή. Μια 25χρονη χίψτερ ανεβασµένη στους ώµους του φίλου της ουρλιάζει «κλέφτες!» και οι φλέβες γράφουν στον λευκό λαιµό της. Σκηνές που δεν περίµενα να δω τόσο ξαφνικά. Όταν έφυγα για τη Νέα Υόρκη, πριν από τρεις εβδοµάδες, άφησα µιαν άλλη πόλη πίσω µου, κάπως νοθρή, µίζερη και απελπισµένη. Σε αδιέξοδο. Γύρισα προχθές – και πριν µου περάσει το τζετ λαγκ είδα τη Βασιλίσσης Σοφίας όπως δεν την είχα φανταστεί ποτέ. Και τους Αθηναίους τόσο τσατισµένους όσο δεν τους έχω ξαναδεί ποτέ.
Λίγα µέτρα πιο πέρα, µπροστά στον Άγνωστο, ένα πλατύ και πυκνό δάσος από ανοιχτές παλάµες και κωλοδάχτυλα κάνει κάτι σαν γηπεδικό κύµα αγανάκτησης. Είναι ένα πλήθος ανθρώπων απ’ όλες τις αστικές «φυλές» – σαν να ’χεις αδειάσει στο δρόµο έναν τυχαίο συρµό του µετρό. Ούτε ακροδεξιούς τους λες ούτε αναρχικούς. Είναι κανονικοί, καθηµερινοί άνθρωποι. Πιο κάτω, µια παρέα µε ελληνικές σηµαίες µε κάνει να σηκώσω τα φρύδια – ακροδεξιοί; Πλησιάζοντας πιο κοντά βλέπω ότι είναι απλώς τέσσερεις ηλικιωµένες καλοντυµένες κυρίες, σαν να σχόλασαν από κουµκάν, που λένε ένα τραγουδάκι για κάποιο συγγενικό πρόσωπο του Θ. Πάγκαλου. Δεν υπάρχουν, ούτε φασιστικά σύµβολα, ούτε συνθήµατα σε ακτίνα χιλιοµέτρων από την πλατεία. Εκτός κι αν θεωρείται φασίστας όποιος κρατάει µια ελληνική σηµαία και τραγουδάει τον εθνικό ύµνο – δηλαδή, ο µέσος έλληνας πατριώτης. Μάλλον όχι; Ας µη ζωγραφίζουµε, µε το ζόρι, χιτλερικά µουστάκια στη θεία Όλγα και τις φίλες της.
Πιο κάτω, µετά τα σκαλιά, εκεί που οι βρισιές, οι κατσαρόλες και τα καντήλια ακούγονται αχνά, συντελείται αυθόρµητα και µε πείσµα ένα πρωτόγνωρο πείραµα µετα-ιντερνετικής δηµοκρατίας: χιλιάδες πολίτες όλων των ηλικιών, µε άξονα τα social networks και κοινά γνωρίσµατα την ανησυχία για το αύριο, το καθαρό µυαλό και την απόφασή τους να φέρουν πραγµατική ανατροπή, προσπαθούν να εφαρµόσουν τους κανόνες διεξαγωγής του δηµοκρατικού διαλόγου.
Στη χώρα που τον γέννησε, µετά τον διέσυρε και τον κατακρεούργησε σε βρόµικα τηλεοπτικά παράθυρα, και τώρα προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι σηµαίνει «δεν διακόπτω το συνοµιλητή µου πριν ολοκληρώσει» και «όταν θέλω να µιλήσω ζητάω πρώτα το λόγο».
Ας το παραδεχθούµε. Η άµεση δηµοκρατία είναι σκληρό σπορ, έχει µαρκαρίσµατα και πτώσεις στο τερέν, αλλά όλοι εδώ γύρω δεν φοβούνται να γρατζουνιστούν ή και να µατώσουν. Γι’ αυτό άλλωστε ξεροσταλιάζουν κάθε νύχτα στις συνελεύσεις και στα µεταµεσονύχτια πηγαδάκια. Γι’ αυτό ψηφίζουν µία µία τις προτάσεις έπειτα από εξαντλητικό debate: από το εάν θα αποκλειστεί το κοινοβούλιο µέχρι το αν πρέπει να µείνουν οι καντίνες ή µήπως αυτό εµπορευµατοποιεί τον ελευθεριακό χαρακτήρα της πολιτικής διαµαρτυρίας. Το ρολόι δείχνει µεσάνυχτα και οι ψηφοφορίες συνεχίζονται µε ένταση και χωρίς να φεύγει κανείς από τη θέση του. Τώρα αποφασίζουν όλοι. Απέναντι, η Βουλή είναι κατασκότεινη και σιωπηλή.
Αυτό που συνειδητοποιεί κανείς έπειτα από λίγες µέρες είναι ότι υπάρχει ήδη µια κατάκτηση για να επιδειχθεί: εντελώς ξαφνικά, σε σκοτεινούς καιρούς, η πλατεία Συντάγµατος, από το απόγευµα και µετά, µετατρέπεται σε µια φωτεινή, ζωντανή, ροµαντική πόλη µε άρωµα ελευθερίας. Οι άνθρωποι χαµογελούν ο ένας στον άλλο φιλικά, είναι περισσότερο ευγενικοί, ανεκτικοί στο διαφορετικό και σέβονται τον διπλανό τους. Μοιράζονται ό,τι έχουν, δεν ρυπαίνουν, παίζουν µουσική και παιχνίδια, ζωγραφίζουν, δηµιουργούν και επικοινωνούν σε απόλυτα ήρεµο κλίµα. Παραδέχοµαι ότι είχα πολλά χρόνια να δω τέτοια όµορφη ατµόσφαιρα κάπου στην Αθήνα, ίσως σ’ αυτήν την ένταση να µην την έχω δει καν ποτέ. Αµέσως συνειδητοποίησα πόσο πολύ λείπει σε όλους µας αυτό – µια ανθρώπινη πόλη, µε φιλικούς συµπολίτες. Είναι αυτό ακριβώς που δεν πέτυχαν, εδώ και δεκαετίες, γενιές ολόκληρες πολιτικών, µιντιαρχών και κρατικής νοµενκλατούρας.
Η αυτοοργάνωση και η υπευθυνότητα του ατόµου είναι η κεντρική φιλοσοφία του πειράµατος. Η εθελοντική οµάδα καθαριότητας δηµιουργήθηκε την πρώτη µέρα και έστησε σ’ όλη την πλατεία µαύρες σακούλες απορριµµάτων και πράσινες της ανακύκλωσης, σε ζευγάρια. Ο κόσµος τις χρησιµοποιεί µε εµµονή, δεν πετάει σκουπίδια, η πλατεία µένει καθαρή – παρά τις χιλιάδες που «ζουν» εκεί. Πίσω από τη µικροφωνική της συνέλευσης συστάθηκε η οµάδα ψυχραιµίας, που αποτελείται από ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και εθελοντές calmdowners. Έχει στόχο να κατευνάζει τις εντάσεις και να διευκολύνει τον ήρεµο διάλογο, µε βασικά εργαλεία την ηρεµία και το χιούµορ. Γράφτηκα τελικά σ’ αυτήν την οµάδα, γιατί νοµίζω ότι αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά θέµατα που απασχολούν τους πολίτες σ’ αυτήν τη φάση: να παραµείνουµε όλοι ψύχραιµοι, ό,τι κι αν γίνει.
Λίγα µέτρα πιο κάτω εκπέµπει το Ράδιο Ένταση 101,1, που στήθηκε σε µια νύχτα και λειτουργεί 24ωρο, ενώ δίπλα είναι το ιατρείο µε δεκάδες γιατρούς, νοσηλευτές και εθελοντές φοιτητές. Η οµάδα multimedia, που αποτελείται από δηµοσιογράφους που έχουν χάσει τις δουλειές τους, και η τεχνική υποστήριξη, για µικροφωνικές, φώτα, τηλεπικοινωνίες. Η οµάδα επικοινωνίας, η γραµµατεία, η τράπεζα χρόνου, η οµάδα µεταφράσεων και η οµάδα περιφρούρησης. Η οµάδα σίτισης, που καθηµερινά διανέµει εκατοντάδες µερίδες σπιτικό φαγητό (της ηρωικής ελληνίδας µάνας) σε όσους ζουν στις σκηνές, σε φτωχούς, άστεγους, µετανάστες και γενικά σε όποιον δηλώνει ότι πεινάει.
Σ’ αυτήν τη µικρή πολιτεία, που µέσα σε δέκα µέρες ζει και αναπνέει ελεύθερα στην καρδιά της πόλης, υπάρχει ενθουσιασµός που είχα πολύν καιρό να δω. Η ένταση και η απειλή βίας απουσιάζουν εντελώς, ακόµα και τις στιγµές που οι τόνοι ανεβαίνουν – κι αυτό συµβαίνει γιατί όλοι έχουν συµφωνήσει σοβαρά από την πρώτη στιγµή ότι αποκλείεται η βία. Και, επίσης, διότι υπάρχει κάτι ακόµα που είχα να δω πολύν καιρό σ’ αυτήν τη χώρα: ένας κοινός στόχος, η ανατροπή του αποτυχηµένου και µη λειτουργικού πια πολιτικού σκηνικού. Το αν η πλατεία θα τα καταφέρει, τελικά, θα το µάθουµε µετά από χρόνια, διαβάζοντας τον επίλογο της Ιστορίας που ήδη γράφεται στο Σύνταγµα από τις τελευταίες µέρες του Μάη…
Στο Σύνταγµα, στις 25 Μαΐου, αλλά και τις µέρες που ακολούθησαν…
Της Ελισάβετ Τσιδεµιάδου
Είδα χιλιάδες κοινωνικά, ηλικιακά και ιδεολογικά ετερόκλητους πολίτες να συνυπάρχουν στην ίδια διαδήλωση και, χωρίς «καθοδηγητές» ή «περιφρούρηση», να επικοινωνούν µεταξύ τους χωρίς καχυποψία.
Είδα ανθρώπους από τα ΜΑΤ να χαµογελάνε, πιάνοντας κουβέντα µε διαδηλωτές.
Είδα 3.000 άτοµα καθισµένα σε µία πλατεία να κάνουν λαϊκή συνέλευση.
Είδα 3.000 άτοµα να θέλουν να µιλήσουν στη συνέλευση, αλλά να περιµένουν τη σειρά τους, ακούγοντας τον εκάστοτε οµιλητή, όσο και να διαφωνούν µαζί του.
Είδα αγχωµένους επαγγελµατίες του συνδικαλισµού και της «επανάστασης» να «χαιρετίζουν» τη συνέλευση ουρλιάζοντας και την πλειοψηφία του κόσµου να τους γειώνει.
Είδα νέους που δεν µπορούν να περπατήσουν, να ακούσουν ή να δουν να διαδηλώνουν και να διεκδικούν στη συνέλευση µία πόλη προσβάσιµη σε όλους.
Είδα τον κόσµο φεύγοντας να πετάει σε σακούλες τα σκουπίδια του, αλλά και ξεχασµένα σκουπίδια άλλων.
Είδα παιδικούς φίλους, άνεργους ενηλίκους πια, να επιµένουν να µένουν εδώ.
Ίδωµεν…






