Sonar
Των Νατάσας Κεφαλληνού, Μαρίας Λούκα και του ψυχίατρου Θοδωρή Μεγαλοοικονόμου
Share |

πολιορκία θηλυκό

1.    ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
2.    (μεταφορικά) η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο
3.    (μεταφορικά) η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο  

κατάσταση πολιορκίας θηλυκό
 •    (νομικός όρος) η κήρυξη, σε έκτακτες περιπτώσεις υψηλού κινδύνου για μια χώρα, ενός καθεστώτος, το οποίο αναστέλλει προσωρινά ορισμένα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών και προβλέπει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την ασφάλεια 
 
Όμως, θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως- καταλάβουν θα 'ναι τα παιδιά,
πλούσια απ' την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά,
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ' αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας,
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς, της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να 'ρθεί. (*)
 
(*) Ρένα Χατζιδάκη (το ποίημα γράφτηκε το 1968 στις φυλακές Αβέρωφ, όπου η 25χρονη Ρένα ήταν κρατούμενη. Βγήκε έξω μυστικά, κομμάτι κομμάτι, κι έφτασε στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος το μελοποίησε σε μια μέρα. Το έργο κυκλοφόρησε με την υπογραφή Μαρίνα και μόνο πολλές δεκαετίες αργότερα αποκαλύφθηκε το αληθινό όνομα της ποιήτριας).
 
«Πολεμάμε και τραγουδάμε»
έλεγαν οι άνθρωποι στα χρόνια της Κατοχής, που μόνο εύκολα δεν ήταν. Οι λόγοι που τους έκαναν να τραγουδούν δεν ήταν και πολλοί, αν σκεφτεί κανείς την πείνα, τις εκτελέσεις, τα βασανιστήρια. Κι όμως, αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι, με βασικό όχημα το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, όχι μόνο δήλωσαν μαζική ανυπακοή στην τριπλή κατοχή (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία και στους ντόπιους συνεργάτες τους), αλλά βγήκαν στο πολιτικό προσκήνιο, έγραψαν την Ιστορία, ενώ με τη δημιουργικότητα, την αυτοδιάθεση, τον αυθορμητισμό και την αυτενέργειά τους κατόρθωσαν να φτιάξουν αντι-θεσμούς αυτοοργάνωσης και να ακολουθήσουν πρακτικές που έρχονταν από το μέλλον. Γυρίζουμε, λοιπόν, για λίγο πίσω στις σελίδες της Ιστορίας της δεκαετίας του ’40: Για να μάθουμε και να προβληματιστούμε. Για να δούμε και ένα άλλο παράδειγμα όχι μίζερο, μα αισιόδοξο. Για να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιστάσεις, μπορούν να αντιστέκονται, να είναι μαχητές, αισιόδοξοι, δημιουργικοί και (γιατί όχι;) νικητές.
 
Θεσμοί λαϊκής εξουσίας
Με την επιβολή της τριπλής κατοχής στη χώρα ο παλιός κρατικός μηχανισμός αποδυναμώθηκε, φτάνοντας στο όριο της αποσάθρωσης. Η ελληνική κυβέρνηση των συνεργατών έχασε κάθε νομιμοποίηση στις συνειδήσεις των πολιτών – κοινώς, τους είχαν φτυσμένους. Έτσι, πρόβαλε με οξύτητα το ζήτημα της διοίκησης και αργότερα της εξουσίας. Καθώς ο καιρός περνούσε και τα προβλήματα (επισιτιστικό) αυξάνονταν, οι κάτοικοι χωριών και κοινοτήτων -αντί να μείνουν με τα χέρια σταυρωμένα- ανέλαβαν συλλογική δράση. Αποφάσισαν να αυτοοργανωθούν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. Μπέικος στο βιβλίο του «Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα», ήδη από το 1941 στο χωριό Κορίτσα στην Ευρυτανία ιδρύεται η επιτροπή επίλυσης των προβλημάτων του χωριού. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους κατοίκους του χωριού, αναλαμβάνει τον επισιτισμό, τη διανομή των λιγοστών τροφίμων, τη φροντίδα των δημόσιων κτηρίων (σχολείο, εκκλησία) κ.ά. Κάθε βράδυ όλοι οι κάτοικοι πραγματοποιούσαν γενική συνέλευση, ορίζοντας τις δραστηριότητες της επιτροπής, η οποία στελεχωνόταν κατόπιν επιλογής των συγχωριανών. Οι λαϊκές συνελεύσεις ασχολούνταν, εκτός από τα διεκπεραιωτικά ζητήματα, και με γενικότερα κοινωνικά - πολιτικά, για τα οποία όλοι μπορούσαν να παίρνουν θέση. Έτσι, σιγά σιγά, η πολιτική -από υπόθεση των λίγων και εκλεκτών πολιτικών του Μεσοπολέμου- άρχισε να γίνεται ζήτημα ολοένα μεγαλύτερων τμημάτων του κοινωνικού συνόλου.

Η διαδικασία αυτή άρχισε να συστηματοποιείται -πρωτίστως στα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας, κατόπιν της λειτουργίας του ΕΑΜ και της απελευθέρωσής τους από τις αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ- τον Οχτώβρη του 1942. Μάλιστα, τον Δεκέμβρη του 1942 οι αντιπρόσωποι των εαμικών οργανώσεων της Ευρυτανίας επεξεργάστηκαν τον «κώδικα Ποσειδώνα», που αποτέλεσε τον πρώτο λαϊκό νόμο. Με τα 8 άρθρα του ρύθμιζε δημοκρατικά τη ζωή στα χωριά. Πηγή εξουσίας ήταν ο λαός, η γενική συνέλευση οριζόταν ως το ανώτατο όργανο και κύριος φορέας αυτής της εξουσίας. Η διοικητική εξουσία ασκούνταν από την Επιτροπή της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, η οποία ήταν όργανο αιρετό, ανακλητό και υπόλογο στη γενική συνέλευση. Ενώ η δικαστική εξουσία περνούσε και αυτή στα χέρια του λαού μέσω των λαϊκών δικαστηρίων, τα μέλη των οποίων εκλέγονταν από αυτόν.  Το χαρακτήρα της λαϊκής εξουσίας που δημιουργήθηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα μάς δίνει με άμεσο τρόπο η ερμηνευτική εγκύκλιος των Διατάξεων του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ: «Όταν μιλάμε για αυτοδιοίκηση δεν εννοούμε 10-15 πρόσωπα που αποτελούν το Κοινοτικό Συμβούλιο και τις διάφορες επιτροπές, αλλά όλο το χωριό. Όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κρίνουν, να ελέγχουν, να καθοδηγούν τα όργανα της αυτοδιοίκησης». Το επιστέγασμα αυτών των διαδικασιών ήταν η συγκρότηση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ ή, αλλιώς, Κυβέρνησης του Βουνού) τον Μάρτη του 1944 και η προκήρυξη εκλογών για το Εθνικό Συμβούλιο.
 
των αφανών
Για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των γυναικών στη Μεσοπολεμική Ελλάδα δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά, καθώς «ο μόνος δημόσιος χώρος που μπορούσαν να οικειοποιηθούν ήταν η προέκταση της αυλής τους». Κι όμως, μέσα στην αναμπουμπούλα της Κατοχής οι γυναίκες πήραν ρόλους και θέσεις που ούτε οι ίδιες, αλλά ούτε και κανείς άλλος διανοούνταν. Από την αυθόρμητη συγκρότηση των πρώτων επιτροπών κατοίκων στα χωριά, οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα να ψηφίζουν, ενώ υπέγραφαν και τα συμφωνητικά. Το ΕΑΜ, αλλά και ο ΕΛΑΣ στελεχώθηκαν από γυναίκες. Οι φωτογραφίες ανταρτισσών με το τουφέκι έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, απηχώντας μια υπαρκτή κατάσταση: το 30% της δύναμης του ΕΛΑΣ ήταν γένους θηλυκού. Πολεμούσαν δίπλα στους άντρες και δέχτηκαν σκληρές διώξεις κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.
 
Με αυτήν την αποσιωπημένη πτυχή της Ιστορίας καταπιάνεται και το εξαιρετικά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου «Η ζωή στους βράχους». Οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου στις εκλογές που διοργάνωσε η Κυβέρνηση του Βουνού, κατέχοντας και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Μάλιστα, στο Εθνικό Συμβούλιο εκλέχθηκαν πέντε γυναίκες: η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Φωτεινή Φιλιππίδου, η Μάχη Μαυροειδή. Τον Μάη του 1944 στη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου των Κορυσχάδων ορίστηκε ότι «όλοι οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν τα ίδια πολιτικά και αστικά δικαιώματα».
 
Μια άλλη κοινωνική κατηγορία που μπήκε βίαια στο πολιτικό τοπίο της Κατοχής ήταν και οι νέοι, οι οποίοι συλλογικά οργανώθηκαν στην ΕΠΟΝ, ενώ πήραν μέρος και στις εκλογές, αφού οριζόταν ότι οι νέοι από 18 χρονών είχαν κατοχυρωμένο δικαίωμα ψήφου. Και να φανταστεί κανείς ότι όλες αυτές οι κατακτήσεις προωθήθηκαν κάτω από τη μύτη των ναζί, από απλούς -αγράμματους τις περισσότερες φορές- ανθρώπους, που τα προηγούμενα χρόνια βρίσκονταν στην πολιτική αφάνεια.
 
«Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ…»
  ...λέει η Μαρία Μπέικου στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Για τα πρώτα σκιρτήματα της Αντίστασης στην ΕΠΟΝ ως 17χρονη φοιτήτρια, για τον ένοπλο αγώνα ενάντια στην Κατοχή ως αντάρτισσα του ΕΛΑΣ, για τον Εμφύλιο ως μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού, για τα 27 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της Μόσχας και φίλη του Ταρκόφσκι, για την επιστροφή στην Ελλάδα...
 
Είναι απλώς μια αυτοβιογραφία ή και μια ιστορική καταγραφή;
«Είναι όλη η πορεία του τόπου, ξεκινώντας από την Κατοχή που ξεκινά και η αντιστασιακή μας δράση. Από την αρχή, όταν η Αντίσταση ήταν σιωπηλή, μέχρι όταν πήραμε την απόφαση να πολεμήσουμε με το όπλο στο χέρι. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να επιλέγει ο λαός σε δύσκολες στιγμές. Τι είδους, εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Ήρθα να σπουδάσω στην Αθήνα και ήταν ο αδερφός μου φυλακή. Ξεκίνησα αμέσως την αντιστασιακή δράση. Δεν είπα στους γονείς μου τίποτα στην αρχή. Αυτά που έβλεπα, όμως, στο δρόμο... να πέφτουν μικρά παιδιά και να πεθαίνουν, γνωρίζοντας ότι φταίνε αυτοί που κατέλαβαν τη χώρα, δεν μπορούσα να τα υπομένω. Είχα ορκιστεί ότι θα πάω να πολεμήσω τον εχθρό με το όπλο στο χέρι, δεν αρκούσαν πλέον μόνο τα σαμποτάζ. Έπρεπε ο κόσμος να οργανωθεί. Αυτό ήταν το καθήκον μας, να πείσουμε τον κόσμο να παλέψει για να ελευθερωθεί η χώρα».
 
Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Η επόμενη στον Εμφύλιο;
«Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν άμυνα. Η πρώτη μου ένταξη στο ένοπλο στον ΕΛΑΣ ήταν επίθεση, η δεύτερη στο Δημοκρατικό Στρατό ήταν άμυνα. Ανέβηκα στο βουνό γιατί έπρεπε να σωθώ, δεν γινόταν διαφορετικά. Ή θα με έπιαναν ή θα ανέβαινα στο βουνό. Δεν υπάρχει μέση λύση σ' αυτά».
 
Και σήμερα ο λαός βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Μπορείτε να κάνετε μια αντιστοίχιση τού τότε με το τώρα;
«Τότε μας κατείχε ένας ένοπλος στρατός. Τώρα μας κατέχει ένας εξωτερικός εχθρός που μας έχει βάλει θηλιά στο λαιμό. Αντίσταση χρειάζεται και πάλι. Να κατέβει ο λαός στο δρόμο. Να καταλάβουν ότι δεν είμαστε πρόβατα, δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Έχουν κατακλέψει τη χώρα, δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, κανένας δεν έχει πληρώσει για κάτι, μόνο στα παράθυρα ξέρουν να μαλλιοτραβιούνται. Κανείς δεν ομολόγησε, κανείς δεν τιμωρήθηκε!»
 
Από πού μπορεί να αντλήσει ελπίδα ο κόσμος;
«Από την Αριστερά, η οποία είναι βέβαια διαμελισμένη, αλλά εκεί ίσως καταφέρει να βρει στέγη. Να βρει ένα αποκούμπι στη συλλογικότητα. Αρκεί να κατέβει η Αριστερά στον κόσμο».
 
Μία από τις πιο αθέατες πλευρές της Αντίστασης ήταν ο ρόλος που έπαιξαν οι γυναίκες.
«Προσπαθούσαμε να πείσουμε τις γυναίκες στα χωριά ότι είναι όντα που μπορούν να παίξουν ρόλο στην κοινωνία. Και το έκαναν με ευχαρίστηση. Έβλεπαν εμάς, νέες κοπέλες με τ’ όπλο στο χέρι, που μπαίναμε στα χωριά και τα ξεσηκώναμε με τραγούδια. Οι γυναίκες πήραν μέρος στην αυτοδιοίκηση στα χωριά κι αυτό ήταν επίτευγμα, γιατί επιτέλους αναγνωρίζονταν ως οντότητες. Οργανώσαμε παιδικούς σταθμούς στα χωριά της Ευρυτανίας. Ήταν άγνωστα αυτά τα πράγματα. Φτιάχναμε σχολεία, όσες ήξεραν γράμματα μάθαιναν στις άλλες. Οι γυναίκες ξαφνικά απέκτησαν λόγο, απέκτησαν αυτοπεποίθηση, δεν ήταν “πράγμα”. Παλιά έπαιρναν μόνο διαταγές. Τώρα συμμετείχαν στις αποφάσεις, στα συμβούλια της αυτοδιοίκησης. Στο βουνό απέκτησαν ρόλο για πρώτη φορά οι γυναίκες».
 
Σήμερα η γυναίκα έχει κερδίσει το στοίχημα της χειραφέτησης;
«Είναι σίγουρα σε καλύτερη θέση, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα πολλά προβλήματα. Τώρα πρέπει να είναι εργαζόμενη και νοικοκυρά, να τα προλαβαίνει όλα. Είναι ακόμα αρκετά καταπιεσμένη. Δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος να την απαλλάξει από τα πολλά καθήκοντα. Οι άντρες υπερτερούν στην πολιτική και το συνδικαλισμό, γιατί οι γυναίκες δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν ιδεολογικά. Γι’ αυτό οι γυναίκες πρέπει πάλι να γίνουν ενεργές στον αγώνα. Ειδικά τώρα που κρίνονται πολλά. Δείτε, για παράδειγμα, το ασφαλιστικό των γυναικών, είναι φοβερό».
 
Η τέχνη τι ρόλο έπαιξε σ’ αυτήν τη δύσκολη προσωπική σας πορεία;
«Η τέχνη ήταν ένα από τα όνειρά μου από παλιά, ειδικά ο κινηματογράφος, αλλά με έστειλαν να σπουδάσω Ιατρική. Όταν έφτασα στη Μόσχα είχα δύο παρακλήσεις: η μία να με βοηθήσουν να στέλνω χρήματα στην Ελλάδα γιατί ο άντρας μου ήταν φυλακή και τα χρειαζόταν και η δεύτερη να πάω στο Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Και οι δύο υλοποιήθηκαν. Εκεί γνώρισα και τον Ταρκόφσκι και γίναμε αμέσως πολύ φίλοι με τον ίδιο και τη μέλλουσα γυναίκα του. Φτιάξαμε μια ταινία μαζί, τους “Φονιάδες” του Χέμινγουεϊ. Χάθηκε, και βρέθηκε ύστερα από 50 χρόνια».
 
Η τέχνη σώζει;
«Η τέχνη βοηθάει, ανοίγει τον ορίζοντα, ανοίγει πόρτες στο μυαλό. Μπορείς να βρεις λύσεις στα πάντα».
 
Ποιο είναι το κληροδότημα αυτών των ταραγμένων εποχών;
«Σίγουρα είναι ο σοσιαλισμός. Ο κόσμος πρέπει να ξαναπαλέψει για το σοσιαλισμό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την Ιστορία. Οι παλιοί έκαναν λάθη. Πιστεύω ότι η νεολαία θα ξαναδιαβάσει σωστά τον Μαρξ. Η ελπίδα είναι στη νεολαία. Να μελετήσει, να μάθει και να ξαναπροσπαθήσει».
 
Χαρά αγνοείται;
Του ψυχίατρου Θοδωρή Μεγαλοοικονόμου
 
Η κρίση και οι συνέπειές της στη ζωή των ανθρώπων σέρνεται εδώ και πολλά χρόνια. Η προϊούσα εξαθλίωση των λαϊκών μαζών δεν είναι κάτι που γεννήθηκε με την έλευση του ΔΝΤ. Το καινούργιο στη σημερινή «εποχή του ΔΝΤ» είναι η αίσθηση απουσίας του όποιου μέλλοντος. Ο τρόμος που προκαλούν τα μέτρα και οι πρώτες εφαρμογές τους, αυτή η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει μέλλον» περιέχει, δυνάμει, μια στάση ζωής που υποκύπτει και προσαρμόζεται παθητικά στην ανάδυση των καθημερινών αναγκών της επιβίωσης ως του ορίζοντα της δράσης του υποκειμένου, με την εμφάνιση εγωιστικών/ατομικιστικών συμπεριφορών, μια στάση που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια των ποικίλων κατακτήσεων και των άπειρων προσδιορισμών που περικλείνονται στην έννοια του ανθρώπινου. Αυτή η στάση συνδέεται, επομένως, με την παθητική αποδοχή της πραγματικότητας ως μιας κατάστασης στην οποία ο καθένας είναι μόνος και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να την αλλάξει. Πρέπει να βρει μόνος πώς θα πορευτεί και θα επιβιώσει μέσα σ' αυτήν. Υπάρχει εδώ η αποδοχή της πραγματικότητας, μέσα στην οποία, όμως, βουλιάζει κανείς και την υφίσταται ως «αντικείμενο» – πονάει, υποφέρει, θυμώνει μ' αυτήν, αλλά δεν στέκεται απέναντί της και δεν την αντιμετωπίζει ως υποκείμενο.
 
Εκτός, όμως, από αυτήν τη διαδικασία παλινδρόμησης του υποκειμένου, είναι σύμφυτη σ' αυτό και μια άλλη δυνατότητα, σε αντίθετη κατεύθυνση, στη βάση της οποίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και τις αντιφάσεις της ως ενεργό υποκείμενο, σε μια προσπάθεια να κυριαρχήσει πάνω της, πάνω σ' αυτό που θεωρείται «μοίρα», «αναπόφευκτο», σ' αυτό που σήμερα πλασάρεται με τη φράση «δεν υπάρχει άλλη λύση» - και όχι να κυριαρχηθεί από αυτήν. Πάνω σ' αυτήν βασίζεται αυτό που είχε αποκληθεί «ψυχολογία της αντίστασης», με την ένταξη στην «ψυχολογία της ομάδας» που μάχεται για να επιβιώσει μπροστά στον κίνδυνο του αφανισμού και που, σε αντίθεση με την παλινδρομική πορεία της απώλειας του «ανθρώπινου στον άνθρωπο», αποτελεί την πεμπτουσία της «ανθρωποποίησης του ανθρώπου», αυτή που τον κάνει δημιουργό και όχι υποχείριο της μοίρας του, ικανό να αντιμετωπίζει, να κυριαρχεί και να ξεπερνά τις αντιφάσεις που τον απανθρωποποιούν και τον εξοντώνουν.
 
Αυτό που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής είναι, ακριβώς, η ευόδωση των όρων για την ανάπτυξη αυτής της ψυχολογίας μέσα από τη συλλογική δράση, την ένταξη σε ομάδες και μαχόμενες συλλογικότητες για την αντιμετώπιση μιας «ειμαρμένης», την οποία έχει γεννήσει μια ορισμένη κοινωνική τάξη πραγμάτων, αυτή του «καπιταλισμού στη θανάσιμη αγωνία του», η επιβίωση του οποίου είναι -ακριβώς λόγω αυτής της θανάσιμης αγωνίας του- συνυφασμένη με την εξαθλίωση, την εξόντωση και το θάνατο των πολλών μέσα σ' αυτήν την κοινωνία. Είναι οι συνέπειες αυτού του συστήματος κοινωνικών σχέσεων που παρουσιάζονται ως «απουσία μέλλοντος», είναι η απουσία μέλλοντος μέσα στις συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες (και όχι η απουσία μέλλοντος του ανθρώπου), όπως εμφανίζεται και βιώνεται στην αυθόρμητη συνείδηση εκατομμυρίων αυτήν τη στιγμή.
 
Μάλιστα, όπως έχει παρατηρηθεί σε αντίστοιχες ιστορικές καταστάσεις βαθύτατης κοινωνικής κρίσης, τρόμου, πείνας και καταπίεσης, είναι περισσότερο ο φόβος ή, μάλλον, «το άγχος του άγνωστου ακόμα» (π.χ., σήμερα, της αναγγελίας -αλλά μη πλήρους ακόμα εφαρμογής- των μέτρων), ο φόβος ως μία τρομοκρατία της οποίας οι υλικές συνέπειες δεν έχουν γίνει ακόμα πλατιά αισθητές, που είναι πιο αποτελεσματικός στο να μουδιάζει ή και να παραλύει τις λαϊκές μάζες, παρά η ίδια η εφαρμογή των μέτρων - όσο κτηνώδης, βάρβαρη και δολοφονική κι αν είναι.
 
Όπως επισημαίνουν οι Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης και Γ. Παπαδημητρίου για τις συνθήκες της Κατοχής, «η τρομοκρατία ήταν πολύ πιο αισθητή το 1942, παρά το 1944, αν και τότε σημειώθηκε το ρεκόρ των ομαδικών σφαγών και εκτελέσεων. Αποτελεσματικότερη είναι η τρομοκρατία που δεν γνωστοποιεί τα μέσα της, από την προσπάθεια τρομοκράτησης με καθημερινές ανακοινώσεις ομαδικών σφαγών και τουφεκισμών» («Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους»). Και ήταν τότε, το 1944, που η αντίσταση βρισκόταν στο πιο υψηλό της σημείο, σε σχέση με την ανάπτυξη του κινήματος το 1942. «Ψυχολογία της αντίστασης» σημαίνει μιαν εγνωσμένη αποδοχή (και όχι ποικίλων μορφών άρνηση) της κατάστασης, όχι για να υποταχθεί κανείς σ' αυτήν και να την υποστεί (με όλες τις συνέπειες στο πεδίο των αναγκών και στην ψυχική σφαίρα του υποκειμένου), αλλά για να συγκρουστεί μαζί της και να την ανατρέψει. Το «νόημα» και το «μέλλον» μπορεί πια να υπάρξει μόνο στην ενεργητική συμμετοχή στις διαδικασίες που ανατρέπουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, η συνέχιση της ύπαρξης της οποίας είναι συνυφασμένη με την καταστροφή κάθε «νοήματος» και κάθε «μέλλοντος». Κι αυτοί που, πρωτίστως, είναι στερημένοι από κάθε μέλλον, από κάθε έννοια ζωής με νόημα μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες, δηλαδή η νέα γενιά, έχουν τον πρώτο λόγο – όπως, άλλωστε, έδειξε και ο προπέρσινος Δεκέμβρης…
 



fashion addiction