Battle of ideas Eδώ ο ελεύθερος λόγος επιτρέπεται
Του Νίκου Σωτηρακόπουλου* και του Ροµπ Λάιονς**
Share |

Το Battle of Ideas (http://www.battleofideas.org.uk/ διανύει την όγδοη χρόνια του ως ένα αναγνωρισµένο φεστιβάλ που ξεκίνησε από το Institute of Ideas  και διοργανώνεται στο Λονδίνο σε ετήσια βάση. Παράλληλα (satellite) events λαµβάνουν χώρα σε όλη την Ευρώπη. Το Battle of Ideas είναι ένα µοντέρνο, πανευρωπαϊκό δηµόσιο φόρουµ µε πάνω από 2000 µέλη από το κοινό να ζυµώνονται µε περίπου 350 διεθνείς οµιλητές  για να συζητήσουν και να διαφωνήσουν σε σηµαντικά θέµατα και ιδέες της εποχής µας. Αντίθετα από ένα ακαδηµαϊκό συνέδριο δίνει µεγάλη έµφαση στην συµµετοχή του κοινού. Το µότο είναι «εδώ ο ελεύθερος λόγος επιτρέπεται» και κανένα θέµα δεν θεωρείται ταµπού.

Στις 5 Οκτωβρίου το Battle of ideas διοργάνωσε στην Αθήνα, στην Ελληνοαµερικάνικη Ένωση ένα satellite event µε δύο πάνελ, ένα σχετικό µε την οικονοµία και έναν µε την παιδεία. O Rob Lions αναφέρθηκε στο δίπολο Ανάπτυξης-Λιτότητας και ο Νίκος Σωτηρακόπουλος στο τι είδους παιδεία θέλουµε.

 


Είναι το δημόσιο ή το Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο το σωστό δίλλημα
;
Του Νίκου Σωτηρακόπουλου*

Η συζήτηση για τις αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση είθισται να γίνεται στο δίπολο «δηµόσιο ή ιδιωτικό» πανεπιστήµιο. Το ζήτηµα που χάνεται στην παραπάνω κουβέντα είναι το τι πανεπιστήµιο θέλουµε και ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξης του. Αν συµφωνήσουµε στην ουµανιστική ιδέα περί ενός πανεπιστηµίου που προωθεί την αναζήτηση της αλήθειας, την κατάρριψη λανθασµένων ορθοδοξιών και την διεύρυνση των πνευµατικών οριζόντων της ανθρωπότητας (απαραίτητα συστατικά για τα ριζικά άλµατα µιας κοινωνίας προς τα µπρος), πρέπει να αποκλείσουµε κάθε προσέγγιση που βλέπει την ανώτατη εκπαίδευση εργαλειακά. Η εργαλειοπόιηση αυτή προέρχεται τόσο από τις άρχουσες ελίτ (πανεπιστήµιο συνδεδεµένο µε την αγορά, αποσπασµένη τεχνική εξειδίκευση αντί ολιστικής εκπαίδευσης κτλ), όσο και από κοµµάτια της Αριστεράς, που αντιµετωπίζουν την ανώτατη εκπαίδευση ως µοχλό για την ανοδική κοινωνική κινητικότητα. Το πώς το τελευταίο είναι λιγότερο προοδευτικό από όσο ακούγεται, χωρίς αυτό να αµφισβητεί την ανάγκη για πανεπιστήµιο προσιτό στην εργατική τάξη, το έχουν αναλύσει σηµαντικοί µαρξιστές, µε προεξέχοντα τον Νίκο Πουλαντζά, οπότε θα επικεντρωθώ στο πώς σήµερα το πανεπιστήµιο που λειτουργεί µε όρους αγοράς στέκεται εµπόδιο στην ουσία της ιδέας της Ακαδηµίας: τη διεύρυνση της γνώσης.

Η κριτική της Αριστεράς για τους ταξικούς φραγµούς του πανεπιστηµίου-επιχείρησης είναι γνωστή και εν πολλοίς σωστή. Εδώ όµως πρέπει να παίξουµε στο γήπεδο του αντιπάλου και να αµφισβητήσουµε το επιχείρηµα ότι η το πανεπιστήµιο της αγοράς προωθεί καλύτερα τη γνώση. Η εµπειρία από πανεπιστηµιακά ιδρύµατα της Μεγάλης Βρετανίας, που αν και όχι τύποις ιδιωτικά λειτουργούν καθαρά µε τους νόµους της αγοράς, είναι και πλούσια και χαρακτηριστική. Όταν το πανεπιστήµιο γίνεται µια ακόµα επιχείρηση, ο καθηγητής είναι πλέον ο παροχέας υπηρεσιών και ο φοιτητής γίνεται ο πελάτης, ο οποίος όπως καλά ξέρουµε «έχει πάντα δίκιο». Η σχέση αυτή ελάχιστα κοινά έχει µε τη σχέση διδάσκαλου-διδασκόµενου, όπου υπάρχει ένας συνεχής πειραµατισµός και το στοιχείο της πρόκλησης, απαραίτητα για το άλµα προς τα µπρος στη γνώση. Η σχέση παροχέα-πελάτη είναι µια ανταλλαγή σε καθορισµένα όρια: σου δίνω «χ» και µου δίνεις πίσω «ψ»,  όπως προβλέπει το συµβόλαιο (δεν είναι τυχαίο ότι στη Βρετανία υπάρχει πρόβλεψη ο φοιτητής να πάρει πίσω τα λεφτά του αν δεν λάβει τη συµφωνηθείσα µερίδα γνώσης – µια πρόβλεψη που λειτουργεί ευεργετικά στην αγορά ενός ανεµιστήρα, είναι τελείως ξένης όµως µε τη διαδικασία της αναζήτησης της γνώσης).

Από το σχολείο ήδη συνειδητοποιούµε ότι η εκπαίδευση είναι µια διαδικασία πολλές φορές δύσκολη, άχαρη και βαρετή. Όµως τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι αρεστά σε έναν πελάτη. Ο πανεπιστηµιακός λοιπόν, προκειµένου να ρισκάρει µια αρνητική αξιολόγηση από έναν πελάτη ο οποίος δεν βρίσκει τη διαδικασία εξόχως ενδιαφέρουσα (εξ’ου και η επιµονή των πανεπιστηµίων στη Μεγάλη Βρετανία στην έννοια του ‘student experience’) θα µπει στον πειρασµό να θυσιάσει την ουσία για να προσφέρει ένα πιο εύπεπτο προϊόν. Βλέπουµε λοιπόν ότι στο πανεπιστήµιο-επιχείρηση µετράει περισσότερο το πώς θα διδάξεις κάτι, παρά το τι θα διδάξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ένα οποιοδήποτε βρετανικό πανεπιστήµιο, η πλειοψηφία του προσωπικού που απασχολείται στο ίδρυµα είναι άσχετη µε την διαδικασία της γνώσης αυτή καθ’εαυτήν: µια στρατιά από managers, υπεύθυνους human resources, ψυχολόγους, λοµπίστες των student unions και λοιπούς παρατρεχάµενους οι οποίοι δηµιουργούν µια πραγµατικότητα όπου περίσσια ενέργεια σπαταλιέται σε ένα σωρό ανούσια meetings, workshops και στην απόκτηση «δεξιοτήτων», τη χρησιµότητα των οποίων δυσκολεύεται να συλλάβει κάποιος, όσο ανοιχτόµυαλος και αν είναι στο νέο και τις προσκλήσεις των καιρών. Ένα άλλο σηµαντικό παρεπόµενο είναι η δηµιουργία ενός κλίµατος «πολιτικής ορθότητας», όπου πριν κάποιος ξεστοµίσει οτιδήποτε σε µια αίθουσα διδασκαλίας θα πρέπει να το περάσει από πολλαπλά φίλτρα, προς αποφυγή ενόχλησης οποιασδήποτε ευαισθησίας κάποιου εύθικτου φοιτητή-πελάτη. Το περίβληµα της πολιτικής ορθότητας είναι πάντα προοδευτικό (αντιρατσισµός, αντισεξισµός κτλ), η κατάληξη ωστόσο είναι η αποφυγή της θίξης οποιασδήποτε βεβαιότητας ή «ορθοδοξίας».Ένα πανεπιστηµιακό περιβάλλον όπου υπάρχουν προκαθορισµένα όρια, βεβαιότητες, ιερές αγελάδες (διαφορετικές από τις παλαιότερες βεβαιότητες τύπου κράτους, θρησκείας κτλ) και επικρατεί ο κοµφορµισµός, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα την αναζήτηση της αλήθειας, που προκύπτει µόνο µέσω µιας αδιάκοπης διαπάλης ιδεών και συνεχούς αµφισβήτησης.  

Οι προκλήσεις του πανεπιστηµίου σε µια περίοδο παγκόσµιας οικονοµικής και πνευµατικής αβεβαιότητας είναι τεράστιες και δεν περιορίζονται ούτε στο ελάχιστο σε όσα ακροθιγώς θίχτηκαν παραπάνω. Ούτε σκοπός του άρθρου είναι η υπεράσπιση των κακώς κειµένων του δηµόσιου πανεπιστήµιου δια της αντιπαραβολής κάποιων εκ των προβληµατικών πτυχών του πανεπιστηµίου της αγοράς. Επίσης, δεν ισχυρίζοµαι ότι όλα τα πανεπιστήµια που λειτουργούν µε όρους αγοράς θα ξεπέσουν στις παραπάνω παθογένειες. Είναι όµως η περιγραφή µιας τάσης και µια υπενθύµιση ότι κάθε συζήτηση για την όποια µεταρρύθµιση στην ανώτατη εκπαίδευση θα πρέπει να έχει στο επίκεντρο το πώς το νέο πανεπιστήµιο θα προάγει καλύτερα τη γνώση, η κατάκτηση της οποίας είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για µια διαδικασία ριζικών κοινωνικών αλλαγών, τις οποίες χρειαζόµαστε όσο ποτέ.

* Ο Νίκος Σωτηρακόπουλος είναι υποψήφιος Διδάκτορας και βοηθός Λέκτορα στο Πανεπιστήµιο του Κεντ στη Μεγάλη Βρετανία. Το ερευνητικό του ενδιαφέρον εστιάζεται µεταξύ άλλων στο Μαρξισµό, στα σύγχρονα κοινωνικά κινήµατα και στους παράγοντες της µεταµοντέρνας ιδεολογίας που έχουν διαβάλει την έννοια της Αριστεράς ως ριζοσπαστικού φορέα των ουµανιστικών ιδεών της οικουµενικότητας και της προόδου.


 

Χρειαζόµαστε Αληθινή Ανάπτυξη για να Σταµατήσει η Λιτότητα
Του
Ροµπ Λάιονς**
  

Μετά από ένα σύντοµο καλοκαιρινό διάλειµµα, η κρίση της Ευρωζώνης είναι και πάλι εδώ. Πρόσφατα είχαµε νέο γύρο µαζικών κινητοποιήσεων σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα, ενώ όλα δείχνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να «σώσει» και πάλι τις ισπανικές τράπεζες.

Κι όµως, µόλις λίγες εβδοµάδες πριν, τα πράγµατα έδειχναν να οδεύουν προς µια σταθεροποίηση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα δρούσε ως δανειστής έσχατης ανάγκης για τις δοκιµαζόµενες οικονοµίες. Στη Γερµανία, το Συνταγµατικό Δικαστήριο άναψε το πράσινο φως στη συµµετοχή της χώρας στο µόνιµο µηχανισµό στήριξης (ESM). Ήδη, ωστόσο, η Γερµανία και η Ολλανδία δείχνουν να κάνουν ένα βήµα πίσω σχετικά µε το εύρος εφαρµογής των αποφάσεων, σκορπώντας νέες ανησυχίες. Ο επικεφαλής της Γερµανικής Κεντρικής Τράπεζας έφτασε στο σηµείο να δηλώσει ότι η συµφωνία ήταν έργο του διαβόλου!

Εδώ και τέσσερα χρόνια λοιπόν, γιατί ποτέ δεν φτάνουµε σε µια αποτελεσµατική αντιµετώπιση του προβλήµατος, παρά το ότι ακούµε για τη µια δέσµη απεγνωσµένων µέτρων µετά την άλλη; Πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουµε ότι η κρίση δεν είναι αποτέλεσµα ούτε της γερµανικής αδιαλλαξίας, ούτε προδοτικών κυβερνήσεων, ούτε πλεονεκτών πολιτών που «µαζί τα φάγανε», ούτε και αµφιβόλου ηθικής αγγλοσαξωνικών οικονοµικών ιδρυµάτων. Πρώτα και κύρια, είναι το αποτέλεσµα της έλλειψης οικονοµικής ανάπτυξης.

Η πικρή αλήθεια είναι πώς η αύξηση του δανεισµού στις αρχές της προηγούµενης δεκαετίας ήταν µια συνειδητή επιλογή των κυβερνήσεων και των τραπεζών προκειµένου να αποφευχθεί µια ύφεση. Αλλά η κρίση δεν αποσοβήθηκε, απλά αναβλήθηκε και τελικά επιδεινώθηκε. Στην πραγµατικότητα, οι τωρινές δυσκολίες είναι εν πολλοίς η συνέχιση οικονοµικών παθογενειών που υποβόσκουν εδώ και περίπου 40 ή και περισσότερα χρόνια.

Για τις χώρες της Ευρωζώνης, τα προβλήµατα διογκώθηκαν από τους αναµεταξύ τους διαφορετικούς ρυθµούς ανάπτυξης. Πολύς λόγος έχει γίνει για Γερµανούς που δουλεύουν  σκληρότερα από τους Έλληνες, αν και τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Αυτό που συνέβη, όµως, είναι ότι οι οικονοµίες του ευρωπαϊκού Βορρά είχαν υψηλότερους ρυθµούς παραγωγικότητας από αυτές του Νότου.  Η ύπαρξη διαφορετικών οικονοµιών υπό ένα κοινό νόµισµα δηµιούργησε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.

Η κρίση δεν θα επιλυθεί ωσότου υπάρξει αποτελεσµατικότητα στο ζήτηµα της κερδοφορίας, ωσότου η οικονοµική ανάπτυξη επανέλθει και ωσότου οι κυβερνήσεις δεν µειώσουν το χρέος τους σε βιώσιµα επίπεδα. Απαιτείται, λοιπόν, µια ριζική αναδόµηση της οικονοµίας σε παγκόσµια κλίµακα. Εταιρείες ή τµήµατα εταιρειών που δεν είναι αρκετά παραγωγικές θα πρέπει να αλλάξουν ή να κλείσουν. Επίσης, ενώ είναι θεµιτό οι κυβερνητικές δαπάνες να µετατοπισθούν από την κατανάλωση στην παραγωγή νέου πλούτου, η λιτότητα δεν είναι λύση.

Η αντιµετώπιση της κρίσης θα πάρει χρόνο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι εθνικές κυβερνήσεις θα µπορούσαν να βοηθήσουν ή και να αποτελέσουν τροχοπέδη στην όλη διαδικασία.

Πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι ένα ποσοστό του χρέους κάποιων κρατών δεν πρόκειται να αποπληρωθεί και θα πρέπει να διαγραφεί. Αυτό έχει ήδη συµβεί σε κάποιο βαθµό, όµως χρειάζεται να γίνουν πολλά περισσότερα, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, ειδάλλως ο ελληνικός λαός θα βιώσει µια ακόµα πιο παρατεταµένη ύφεση. Τόσο οι πιστωτές όσο και οι δανειζόµενοι θα πρέπει από κοινού να επωµισθούν το κόστος του µη βιώσιµου χρέους.

Κατά δεύτερον, πρέπει να αναγνωρίσουµε ότι το Ευρώ από την αρχή ήταν µια προβληµατική ιδέα. Μια οικονοµική ένωση χωρίς ταυτόχρονα µια πολιτική ένωση ήταν καταδικασµένη να αποτύχει. Μια αποδόµηση του Ευρώ θα ήταν σαφώς επίπονη διαδικασία, όµως αν δεν αναγνωρίσουµε τις παθογένειες τόσων ετών απλά θα πηγαίνουµε από τη µια κρίση στην επόµενη για πολύ καιρό ακόµα. Ακόµα και οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν το πρόβληµα, ωστόσο η απάντησή τους είναι αυταρχικές λύσεις οι οποίες υποτιµούν τη δηµοκρατία.

Τρίτον, απαιτείται να καταλάβουµε ότι ο δηµόσιος τοµέας µπορεί να υπάρξει στη βάση µιας παραγωγής πλούτου σε άλλους τοµείς µιας οικονοµίας. Το κράτος µπορεί να παίξει έναν ιδιαίτερα παραγωγικό ρόλο επενδύοντας και δηµιουργώντας της προϋποθέσεις παραγωγής νέου πλούτου. Το να δανείζεται λεφτά, ωστόσο, για να αναζωογονεί την οικονοµία µπορεί να φέρει µόνο βραχυπρόθεσµα αποτελέσµατα.

Το σηµαντικότερο απ’ όλα είναι να υπάρξει µια ξεκάθαρη υπεράσπιση της ίδιας της οικονοµικής ανάπτυξης. Εάν θέλουµε να δηµιουργηθούν νέες δουλειές που θα δίνουν στο κόσµο τα προς το ζην και αν θέλουµε ποιοτικές υπηρεσίες, όπως υγεία και παιδεία, τότε η οικονοµία πρέπει να µεγεθυνθεί και να παραχτεί νέος πλούτος. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια η έννοια της οικονοµικής ανάπτυξης έχει δεχτεί πυρά από διάφορες κατευθύνσεις, µε τον ισχυρισµό ότι δηµιουργεί προβλήµατα ίσως και περισσότερα από όσα λύνει. Στην πραγµατικότητα όµως, η ανάπτυξη αυτή είναι ο µόνος τρόπος για την επίλυση της κρίσης της Ευρωζώνης και τον τερµατισµό της λιτότητας.

 

**Ο Ροµπ Λάιονς είναι αναπληρωτής αρχισυντάκτης του Spiked, διαδικτυακού περιοδικού επικαιρότητας που έχει ως µότο ότι η ανθρωπότητα είναι υποτιµηµένη. Αρθογραφεί για πληθώρα θεµάτων, µε ιδιαίτερη έµφαση σε ζητήµατα περιβάλλοντος, διατροφής, ενέργειας και ρίσκου. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Panic on a Plate: How society developed an eating disorder, ενώ διατηρεί την ιστοσελίδα www.paniconaplate.com. Είναι τακτικός πανελίστας στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

  



fashion addiction