

...Λεφτά δεν υπήρχαν για νησί, είχα σκυλοβαρεθεί να
γυρνάω σε σπίτια γνωστών και λοιπών συγγενών περιμένοντας να περάσει ο
Αύγουστος οπότε η πρόταση του Άρη ήταν ότι πρέπει.
-Φεύγουμε 10 και γυρνάμε 25 Αύγουστου, θα
είναι καλή φάση, έλα.
Ξεκινήσαμε απογευματάκι με το πλοίο από
Ηγουμενίτσα. Το πρωί ήμασταν Ιταλία. Το λιμάνι, όπως και η υπόλοιπη χώρα ήταν
γεμάτο μπάτσους, όλων των ειδών, λιμενικούς, απλούς, καραμπινιέρους, δημοτικούς,
τροχαίους δεν ξέρω και γω τι άλλο και όλοι ήθελαν ένα πράγμα, μίζα. Ευτυχώς δεν
μας σταμάτησαν πολλές φορές. Βγήκαμε λοιπόν εθνική με κατεύθυνση βόρεια. Μεταφέραμε
ηλεκτρικές συσκευές στο Ανόβερο όπου μετά θα φορτώναμε λάστιχα για Ελλάδα.
Το ταξίδι με το φορτηγό είναι παράξενο ταξίδι.
Είναι δύσκολο να το περιγράψεις, είναι κουραστικό, επικίνδυνο, μοναχικό, ώρες
ώρες καταθλιπτικό, αλλά ότι πρέπει για περίεργους τύπους. Ουσιαστικά δεν πας
κάπου συγκεκριμένα, δε σε περιμένει κανείς, ούτε περιμένεις κάτι. Το ταξίδιγίνεται αυτοσκοπός, κανονικό τριπάκι δηλαδή.
Πλησιάζοντας Μιλάνο
συναντήσαμε ένα άλλο ελληνικό φορτηγό. Ο οδηγός του ο Γιώργος, θεσσαλονικιός, καλό
παιδί αλλά ευέξαπτος και αντιφατικός στα όρια του ανισόρροπου. Είχε κάνει
φυλακή για ξυλοδαρμούς, έβριζε, προφανώς σα νταλικέρης, αλλά κόντεψε να με δείρει
όταν του είπα ότι δεν πιστεύω και τον πείραξα για την προσευχή που έκανε πριν
το φαγητό. Οι επόμενες τρεις μέρες περάσανε σε πολύ χαλαρούς
ρυθμούς καθώς έπρεπε να βρούμε ανταλλακτικά για το φορτηγό. Μια φορά μόνο μας σταμάτησαν
κάτι μπάτσοι αλλά ενεργοποιήθηκε το per caffe σύστημα. Δηλαδή σε σταματούσαν
και άρχιζαν να σου κάνουν έλεγχο που όμως σταματούσε μόνο όταν τους έδινες
κάτι, έτσι για καφέ.
Παραμονή δεκαπενταύγουστου ήμασταν στα σύνορα
με Ελβετία αραγμένοι μαζί με καμιά δεκαριά άλλα φορτηγά, όλα ελληνικά. Τα
σύνορα θα έμεναν κλειστά για δύο μέρες. Στη μεριά της Ελβετίας υπήρχε ένα
εξευρωπαϊσμένο motel Λεβέντη. Ευκαιρία για μπάνιο, καφέ δίπλα στην πισίνα και
καμιά βόλτα. Το καλύτερο όμως του διημέρου ήταν το βραδινό φαγητό μπροστά στα
φορτηγά με τους άλλους οδηγούς. Τσακώνονταν για το ποιος έχει κάνει τη
μεγαλύτερη αλητεία.
-Έχει κάνει κανείς σας στην ψειρού
στη Τζέντα;
-Εμένα ρε με έχει
πυροβολήσει το ιταλικό ναυτικό.
Φυσικά η συζήτηση επεκτάθηκε
και στις σεξουαλικές αναζητήσεις του καθενός. Κοινώς είχαν πηδήξει τη μίση
Ευρώπη ανεξάρτητα από ηλικία ή φύλο.
Μετά από δύο μέρες
διασχίζαμε την Ελβετία. Το βορειοϊταλικό σκηνικό συνεχίζονταν μόνο που τώρα
μεσολαβούσαν μικρές λίμνες, σαν οάσεις στο σχιζοφρενικά ατελείωτο πράσινο. Το
απόγευμα ήμασταν στο Βassel, συνοριακό φυλάκιο Γερμανίας-Ελβετίας. Καμιά φορά οι
τελωνειακοί ψάχνουν ελληνικά φορτηγά για τσιγάρα, ούζο ή ναρκωτικά. Δυστυχώς
αποφάσισαν να ψάξουν και εμάς. Βρήκαν δύο κούτες παραπάνω από το επιτρεπτό
τσιγάρα. Κάτι τα κεράσματα του οδηγού ,κάτι οι δικαιολογίες ότι δεν είναι για
μας, μας άφησαν να κρατήσουμε τα <<λαθραία>>(και αυτά που δεν
βρήκαν)στη λογική τιμή 80 μάρκων. Φύγαμε από το πάρκινγκ του τελωνείου
αφήνοντας πίσω τον κυρ-Γιάννη, ένα άλλο ελληνικό φορτηγό, να μονολογεί -γάμησέ
τα- επειδή θα τον έψαχναν και τον Γερμανό τελωνειακό να κάνει μάλλον το ίδιο,
μπροστά στον όγκο της παλιατζούρας που υπήρχε στην καμπίνα του φορτηγού που
έπρεπε να ψάξει.
Πάντως ξαναβγαίναμε στο
δρόμο μετά από δύο μέρες ακινησίας κι αυτό έφτανε. Ταξιδεύαμε συνεχώς με μικρά
διαλείμματα για ύπνο, αλλάζοντας τακογράφους για να μην έχουμε προβλήματα με τη
γερμανική τροχαία. Στον αυτοκινητόδρομο έξω από το Μόναχο δύο μηχανόβιοι έπαιζαν
κρυφτό με τους τροχαίους (μπορεί να έπαιζαν και κλέφτες και αστυνόμους). Το
περιπολικό πήγαινε μπροστά δεξιά κι αργά περιμένοντας να το
προσπεράσουμε και οι μηχανόβιοι πίσω αριστερά περιμένοντας να προσπεράσουν εμάς
όταν θα προσπερνούσαμε το περιπoλικό. Με τα πολλά σταμάτησαν τον έναν από τους
δύο και ευτυχώς όχι εμάς.
Το βράδυ ξεμείναμε σε ένα
χωριό στη μέση του πουθενά, στη μέση της απόστασης Μονάχου-Ανοβέρου.
Στο μέσο του χωριού υπήρχε
ένα κτίριο που φαίνονταν μόνο τα φώτα του, έμοιαζε λίγο με το παιχνίδι ενώστε
τις τελείες. Αργότερα έμαθα ότι ήταν εργοστάσιο και το χωριό ήταν φτιαγμένο από
και για τους εργάτες. Πλήρης εκβιομηχάνιση και πλήρης ησυχία, αλλά τι να
περιμένει κανείς από κάτι που αδυνατούσε να φτάσει στα άκρα ακόμα και του πουθενά.
Τελοσπάντων, μετά από τρεις
μέρες ήμασταν στον προορισμό μας. Φτάσαμε κατά τις εφτά το πρωί και δεν είχαμε
ιδέα που είναι η φίρμα. Το Ανόβερο είναι μια αρκετά όμορφη πόλη, όχι πολύ
μεγάλη ούτε πολύ μικρή και αυτό το διαπίστωσα όταν μετά από ώρες περιπλάνησης
και λεπτά απελπισίας μία ποδηλάτισσα προθυμοποιήθηκε να μας πάει στη φίρμα, αφού
πρώτα μας έκανε μια ξενάγηση στην πόλη.
Η νύχτα, ήταν η πρώτη και η
μοναδική που μπορέσαμε να χαλαρώσουμε. Έξοδος, νυχτοπερπάτημα και διαγωνισμός
μεταξύ του αλκοόλ και της εξασθενημένης μνήμης για το ποιό θα σε στείλει πιο
μακριά από εκεί που έχεις παρκάρει. Ευτυχώς ο Αλλάχ είναι και αυτός θεός και
έτσι καταφέραμε και κοιμηθήκαμε χάρη σε δύο τουρκάλες.
Πολύ πρωινό ξύπνημα, πολύ βαρύς καφές, πολύ
βαριά βλέφαρα και η επιστροφή ξεκίνησε. Αλλάζοντας τακογράφους, δωροδοκώντας
και ταξιδεύοντας, σχεδόν, ακατάπαυστα σε δύο μέρες ήμασταν στα σύνορα με Αυστρία.
Φτάσαμε μεσάνυχτα. Παρκάραμε στο συνοριακό φυλάκιο, που άνοιγε το πρωί ,ανάμεσα
σε ένα κοπάδι φορτηγών και πέσαμε για ύπνο.
Άλλοι χάνουν χρόνο, άλλοι χάνουν χρήμα, άλλοι
χάνουν τα ραντεβού τους, άλλοι χάνουν τον καιρό τους, εγώ έχασα μια χώρα Δεν
είδα καθόλου την Αυστρία. Ξύπνησα μεσημέρι και βρισκόμασταν ήδη στη βόρεια
Ιταλία. Βενετία-Ανκόνα-Πάτρα και καλώς ήλθατε στη χώρα που τα όρια ταχύτητας
είναι υποκειμενικά. Ξημερώματα ήμασταν Ασπρόπυργο και στο τέλος της διαδρομής
για μένα.
-Πάω Θεσσαλονίκη να ξεφορτώσω τα υπόλοιπα, δεν
έρχεσαι; Καλά θα περάσουμε.
Τελικά το ταξίδι μου τελείωσε μετά από τρεις
μέρες σε ένα πανηγύρι σε κάποιο χωριό της Κοζάνης.
Ο Άρης, ο οδηγός, μετά από ένα χρόνο αποφάσισε
ότι ήθελε κάτι πιο σταθερό και άνοιξε περίπτερο...






