Σαμοθράκη
Της Άννας Ασκαρίδου
Share |

εικόνες  ενός dance festival που έτυχε να είναι στη Σαμοθράκη 

Ας υποθέσουμε ότι κύματα δονούνται σε επίπεδα: 1ο, 2ο, 3ο, κι ενώνονται σ' ένα πελώριο σπιράλ.
Ας υποθέσουμε ότι τα σώματα εκπέμπουν κραδασμούς και συντονίζονται ανάλογα με την ένταση τους σε κάποιο επίπεδο.
Ας υποθέσουμε τέλος ότι κάποιος καταγράφει με κάμερες.
Κι ας χορέψουμε τώρα.
Οι πόροι ανοίγουν, μουσική ρέει, καρδιά κτυπάει στο ρυθμό των beat. Παλμός.
1ο επίπεδο, δίχως drugs το σώμα τσαλακωμένο κουβάρι, η μουσική σκοντάφτει στις μπλοκαρισμένες διόδους. Πηγαινοέρχεσαι άχαρα στη σκηνή.
Μετά έρχονται τα φυσικά drugs. Χόρτο, μαριχουάνα. Αρχίζεις να ξεπλέκεις το κουβάρι και να κυλάς ανάμεσα στα παλλόμενα σώματα. Η μουσική γίνεται ύδωρ. Welcome to the second level.
Αν προχωρήσεις στα χημικά drugs τότε το κουβάρι ξετυλίγεται πιο γρήγορα, το σώμα αιωρείται σχεδόν πάνω από το έδαφος. Συντονισμένος στο ίδιο επίπεδο αναγνωρίζεις τους συνταξιδιώτες. Βλέμματα, κίνηση, χειρονομίες δίχως νόημα, τα μέλη σπάνε και ακολουθούν τον ήχο που ακούγεται σαν τύμπανα από τα έγκατα της γης. Σκαρφαλώνεις στο τρίτο επίπεδο πραγματικότητας. Υπνωτισμένα ακολουθείς το ρυθμό όπως οι πιστοί το Μεσσία. Αναπνέεις μουσική, εισπνέεις κίνηση. Ήχοι διαπεραστικοί, χρώματα φωσφορίζουν, μετακινούνται, αλλάζουν σε σχήματα, απλώνονται, μαζεύονται, αποδομούνται. Ξανά από την αρχή.
Welcome to the rhythmic world.
Βλέπω τον Ομά ("τυχαία" συνάντηση στο πλοίο για Σαμοθράκη). Μ' αγκαλιάζει εγκάρδια.
"Would you like a very good grass?" προτείνει.
"Yes, yes of course! Is this your first festival?".
"I join in the festivals since 1992. I have travel all over the world but this is the best festival" ανάβει το τσιγάρο.
Φωτιά, καπνός, ζάλη.
"Let's go for a walk…"

Ο Ομά ανοίγει δρόμο. Συγκοινωνούντα δοχεία. Τα σώματα φωτίζουν και δημιουργούν περάσματα. Ο Ομά αρχίζει διάλογο: σηκώνει τα χέρια, γκριμάτσες του προσώπου, των χειλιών, των ματιών. Ο άλλος κουνάει το κεφάλι, απαντά σε μια "άλλη γλώσσα". Εγώ ακίνητη χορεύω. Γίνομαι κομμάτι του τούνελ, δείχνω το δρόμο. Κάποια στιγμή με πλησιάζει ένας ξανθός μακρυμάλλης. Τον χαιρετάω με τον τρόπο του Ομά. Απαντά, λέει πως θέλει να μιλήσουμε. Αμηχανία να μιλήσω μια καινούρια για μένα γλώσσα. Διαβάζει τη σιωπή μου και απομακρύνεται. Είχε αρχίσει να φωτίζει και κάμερες εμφανίστηκαν στις εξέδρες να καταγράφουν. Το μυαλό μου φαντάζεται συνομωσίες. Matrix. Σκέψη στη σκέψη, συλλαμβάνω τις διαστάσεις της συνομωσίας και απαριθμώ "καλούς" και "κακούς" αγγέλους που με ώθησαν ή με εμπόδισαν να μπω στο trip.
Ο Τζίμης και ο Παναγιώτης (γνωριμία στην Αλεξανδρούπολη). Στην αρχή ένιωθα οικειότητα. Όταν όμως επίμονα ζητούσαν το έψιλον που με δυσκολία είχα βρει, άρχισαν να με εκνευρίζουν. Εμμονή κι εξάρτηση. Ενοχλήθηκα, δεν γούσταρα να τους το δώσω. Κι έτσι το έφαγα εγώ. Αλλά τα πράγματα πάνε παραπέρα. Συζητώντας με τον Τάσο έλεγε υποτιμώντας τα έψιλον ότι δεν είναι τίποτα το τρομερό, "ένα απλό χάπι για δίαιτα". Άκρως απενεχοποιητική ατάκα. Οι "κακοί" μου άγγελοι, γέμιζαν το παζλ με ονόματα, απενοχοποιητικές ατάκες και "τυχαίες" συναντήσεις. Κι ο Ομά, κακός Άγγελος. Με μαγνήτισε προς το μέρος του, κέρασε stuff, με μύησε στον κόσμο των παράλληλων πραγματικοτήτων. Αργότερα έμαθα πως ήταν ντίλερ LSD.
Το φως άρχισε να φωτίζει το σκοτάδι του μυαλού. Όλα φαινόντουσαν πιο καθαρά. Ανεβασμένοι στις εξέδρες οι "πράκτορες" κατέγραφαν το τελετουργικό. Η μουσική απλωνόταν και το πλήθος παραδομένο. Ένιωσα αιχμάλωτη με τη θέλησή μου. Και αυτό με σόκαρε. Ήταν μια γλυκιά αιχμαλωσία. Το σώμα κραδαίνοταν ελεύθερο, διέκρινα τις παράλληλες πραγματικότητες να μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη.
Με χορευτικά βήματα κινήθηκα προς την παραλία, εκεί που κάθονται οι αμέτοχοι θεατές όταν το παραλήρημα στο τερέν έφτανε στα όρια του. Ήμουν αποφασισμένη να ελέγξω πλήρως τις διαθέσεις μου και να αντιμετωπίσω τους πειρασμούς που ήξερα ότι θα συναντούσα φεύγοντας από το stage.
Πρώτος φάνηκε ο Ομά να κερνάει τον κόσμο μπάφους και να πουλάει LSD. Χόρευε, γελούσε και κουνούσε χαρούμενος τα χέρια προσκαλώντας εγκάρδια  στη γιορτή. "Μην κάνεις καν τον κόπο Ομά, φεύγω" σκέφτηκα. Εκείνος έπιασε το μήνυμά μου, χορεύοντας πήρε την αντίθετη πορεία.
Στιγμιαία ανακούφιση καθώς ο μεγαλύτερος πειρασμός  πλησίαζε… Ακαταμάχητη ορμή ξαφνικά να διανύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το σώμα και το μυαλό. Άρχισα να χορεύω τρελά, κουνούσα το κεφάλι, χαμογελούσα διαβολικά, τα σαγόνια τσιτώθηκαν έτοιμα για μάχη. Κόρες διασταλμένες. Το γλέντι είχε ανάψει. Ξέφρενη κατάσταση, ζώο, ένστικτο, ελευθερία, σώμα, πανηγύρι, οργιαστική ατμόσφαιρα να διαπερνά το σώμα και να φτάνει στο μεδούλι ξεσηκώνοντας κάθε χιλιοστό του. Ήθελα να ουρλιάξω σαν λύκος που αλυχτά στην Πανσέληνο. Άρχισα να χορεύω. Το πλήθος μαγνήτιζε το σώμα μου κι η μουσική την ψυχή μου. Ξελογιασμένη από τον ρυθμό έκλεισα τα μάτια να μην βλέπω την καταστροφή που άφηνα να με κυριέψει, το μένος του Διονύσου που με κατέβαλε και μου έδινε χαρά. Στο σκοτάδι σχηματίστηκαν μορφές: πλατάνια με ανθρώπινα χέρια, φύλλα να θροΐζουν απειλητικά, ήχος κύματος, φωνές ανθρώπων που καίγονται, τύψεις, βλέμματα φοβισμένα.
Στην άναρχη φρίκη του μυαλού οι εφιάλτες ξυπνούσαν δίχως να με τρομάζουν. Γεμάτη ζοφερή ικανοποίηση άνοιξα τα μάτια. Είχε φωτίσει για τα καλά κι έτσι μπορούσα να διακρίνω τα τσιτωμένα χαρακτηριστικά στα πρόσωπά. Το τρίτο επίπεδο έμοιαζε με αυταπάτη που τη διέλυσε το φως του πρωινού. Τα πάντα κινιόντουσαν μηχανικά ακολουθώντας σαν πρόβατα το ρυθμό της μουσικής, ιδρώνοντας και ξεφυσώντας σκόνη. Απέστρεψα το βλέμμα. Κοίταξα τη θάλασσα: γαλήνια. Ένας τεράστιος κόκκινος ήλιος επέπλεε στα κύματα. Στο νου μου ήρθαν τα λόγια της Φραντζέσκας στη Δονούσα "όλοι τριπαρισμένοι, ουγκ, ουγκ, να χορεύουν σαν τα ζώα και να νομίζουν ότι έτσι συντονίζονται και επικοινωνούν με το δικός τους ψαγμένο τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα είναι σαν τα πρόβατα που πάνε για σφαγή. Κι όταν τα drugsτελειώσουν τρώγονται μεταξύ τους σαν τα σκυλιά".
Σ' αυτή την κοπέλα ήθελα να ανοίξω την αγκαλιά μου Δεν αμφέβαλα στιγμή ότι ήταν ο καλύτερος καλός μου άγγελος. Φτάνοντας στην άκρη της θάλασσας με το γλυκό χαμόγελο της Φραντζέσκας ήξερα ότι είχα πάρει τον "καλό" δρόμο. Ο ήλιος ανέβαινε κι εγώ προχώραγα προς τη σκηνή μου. Στο δρόμο είδα τον Τζίμη και τον Παναγιώτη να γελάνε χαιρέκακα. Τα μάτια τους εντελώς διαβολικά. Είχαν βρει αυτό που ζητούσαν.
Λίγο πριν φύγω από το Main stage είχα την τελευταία αγγελική συνάντηση: ο άγγελος με τα λευκά. Καθισμένος οκλαδόν, η εμπροσθοφυλακή των καλών αγγέλων, ο Δημήτρης, καλωσόρισε τον άσωτο υιό. Μου χαμογέλασε, "είσαι στον καλό δρόμο" μου είπε δίχως λόγια. Του έγνεψα και συνέχισα να προχωρώ χορεύοντας πού και πού, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε. Έφτασα σαν υπάκουο παιδί στη σκηνή, ξάπλωσα, έκλεισα τα μάτια και ο ύπνος με πήρε γλυκά και αθόρυβα στην αγκαλιά του.



fashion addiction