

Τα αερικά της πόλης
Σύμφωνα με την μυθολογία, απεχθάνονται την πολυκοσμία και τη φασαρία Κι όμως, κάποια από αυτά αντέχουν τον θόρυβο και ζουν στην καρδιά της μεγάλης πόλης. Δεν έχουν πολύχρωμα φτερά και , αντιθέτως, έχουν δυο πόδια και δυο χέρια, μάτια, μύτη και μαλλιά. Τα αερικά της Αθήνας συνεχίζουν ακάθεκτα το έργο που ξεκίνησαν οι πρόγονοι τους.
Το αεράτο
Ο Δημήτρης Δολαψάκης είναι
ένα αερικό που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Μέχρι τα 30 του έζησε σε 5 διαφορετικές χώρες
και έκανε 15 διαφορετικά επαγγέλματα. Έχει βουτήξει στα κρύα νερά της Ανταρκτικής
μόνο και μόνο για να κολυμπήσει μαζί με φάλαινες.
Αν υπήρχε ζυγαριά η οποία να ζυγίζει την οικολογική συνείδηση,
τότε θα λέγαμε με σιγουριά ότι ο Δημήτρης είναι ο πιο χοντρός άνθρωπος του
κόσμου. Είναι το αερικό που αν χρειαζόταν να το βαφτίσουμε ξανά σίγουρα θα το
λέγαμε «άνεμο». Του αρέσει να ζει στη φύση και θεωρεί τον άνεμο ζωή. Γνώρισε την
φύση κάνοντας εκατοντάδες ταξίδια και προσγειώθηκε ανώμαλα στον τόπο του όπου ο σεβασμός στο περιβάλλον
είναι «λόγια του αέρα». Για εκείνον όμως ο αέρας έχει ιδιαίτερη σημασία και αποφάσισε
ακόμα και τα λόγια του , να τα κάνει πράξεις. Τοποθέτησε στο σπίτι του ανεμογεννήτριες
και φωτοβολταϊκά ώστε να παράγει το 90% της ενέργειας που καταναλώνει. Δεν
είναι από του οικολόγους που βγαίνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα, αντιθέτως είναι
από τους οικολόγους που έχει κατασκευάσει το σπίτι του τεράστια παράθυρα ώστε ο ήλιος να του παρεχει
δωρεάν και χωρίς περιβαλλόντική επιβάρυνση το φως που σε άλλους δίνει η καύση
του λιγνίτη από το πρωί μέχρι το βράδυ. «Είναι ηδονή το να σηκώνεται
κάθε μέρα ο ήλιος και να φυσάει ο άνεμος», λέει ο Δημήτρης. «Η φύση μας στέλνει 24ώρες το 24ωρο μηνύματα
κι εμείς δεν την ακούμε καθώς έχουμε χάσει
την επικοινωνία μαζί της». Είναι από εκείνα τα αερικά που μπορεί και ακούει την
κραυγή του πλανήτη που μας λέει «σας παρέχω αυτά που χρειάζεστε για να μην με
σκοτώσετε».
Το ταξιδιάρικο
Ήρθε από πολύ πολύ μακριά.
Εκεί δεν είχε ούτε φαί να φάει ούτε νερό να πιει. Ταξίδεψε κυρίως με τα πόδια
του για να πλησιάσει όσο περισσότερο μπορούσε το «ελληνικό» όνειρο. Πέρασε
βουνά και ποτάμια, πέρασε θάλασσες ως λαθρεπιβάτης σε σαπιοκάραβα. Είδε συνανθρώπους
του δίπλα του να εγκαταλείπουν το στόχο τους από την εξάντληση, είδε μωρά
φορτωμένα στις πλάτες μανάδων να κλαίνε ασταμάτητα από την κούραση.
Δεν ξέρει αν τελικά άξιζε τον
κόπο όλη αυτή η ταλαιπωρία αφού κι εδώ η καθημερινότητα που ζει είναι εξίσου σκληρή.
Αμέτρητα κυνηγητά από αστυνομικούς καθώς ο δικηγόρος που θα του έβγαζε την
πράσινη κάρτα του έφαγε όλες τις οικονομίες του κι εξαφανίστηκε. Ρατσισμός από
τους Έλληνες , φτώχια και δυστυχία. Έχει όμως αυτό το αερικό ένα εκπληκτικό και
καυστικό χιούμορ όπου βάζει τα γυαλιά σε
πολλούς οικονομικούς αναλυτές αυτού του τόπου. «Πολλοί Έλληνες που τώρα τους
καθαρίζουμε τα τζάμια των αυτοκινήτων σε λίγο καιρό θα είναι εδώ μαζί μας και
θα κάνουν την ίδια δουλειά με εμάς», λέει ο Σεράχ. Στη χώρα του ήταν ξυλουργός,
αλλά στην Ελλάδα όσες φορές προσπάθησε να κάνει αυτή τη δουλειά πάντα κάτι
γινόταν και δεν στέριωνε «Εκείνοι που τώρα παρακαλούνε να πρασινίσει το φαναρι
για να φύγουν τότε θα λένε να μείνει άλλα δυο λεπτά μήπως και προλάβουμε να
καθαρίσουμε περισσότερα τζάμια».
Το ισορροπημένο
Δεν στηρίζεται στα δικά του πόδια, ωστόσο είναι πολύ ισορροπημένος. Είναι ο Κώστας Βαζαίος και είναι ζογκλέρ και ξυλοπόδαρος. Πρόκειται για ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ. Αυτή είναι και η πραγματική αιτία που τελικά ασχολήθηκε με τα ακροβατικά. Σπούδασε και εργάστηκε στο χώρο της δημοσιογραφίας ωστόσο κάτι μέσα του έβραζε κι όσο περνούσε ο καιρός φούντωνε. Ο ίδιος αιτιολογεί αυτήν την επαγγελματική του στροφή λέγοντας ότι δεν είχε κορεστεί μέσα του το παιχνίδι και ενώ απομακρυνόταν επικίνδυνα από την παιδική ηλικία η όρεξη του για παιχνίδι γινόταν όλο και πιο έντονη. Αποφάσισε να αλλάξει δουλειά. Άφησε το πληκτρολόγιο του υπολογιστή και τον καθωσπρεπισμό του επαγγέλματος, ανέβηκε στα ξυλοπόδαρα του και ξεκίνησε το δικό του ταξίδι. Έφυγε από την Ελλάδα διότι όπως εξηγεί η δουλειά αυτή στην χώρα μας είναι λιγάκι… στον αέρα. Εγκαταστάθηκε αρχικά στην Ελβετία και μετά μετακόμισε στην Ιταλία. Από εκεί πήρε ιδέες και παιχνίδια που ακόμα και τώρα δεν υπάρχουν στην Ελλάδα και γύρισε με γεμάτα χεριά και όνειρα για μεγάλους περιπάτους στα ξυλοπόδαρα. Από εκεί και πέρα όλα ήρθα μόνα τους σαν να ήταν ένα καλογραμμένο σενάριο ταινίας με τίτλο «το ισσοροπημένο αερικό». Έκανε σκληρές προπονήσεις, διοργάνωσε events και άνοιξε και μια σχολή για όλους εκείνους που θεωρούν πολύ βαρετό να περπατάνε πάνω σε μεγάλες επιφάνειες φορώντας τα κανονικά τους παπούτσια γιατί όπως λέει και ο ίδιος «με αυτή την δουλειά δεν πλήττεις ποτέ».
Το μελωδικό
Το μυαλό του μοιάζει με βινύλιο που το έχεις τοποθετήσει σε πικ καπ. Τρέχει με χιλιάδες στροφές και απαντάει πολύ εύστοχα σε όλες τις ερωτήσεις, σαν να είχε κάνει και ο ίδιος στον εαυτό του τις ίδιες ερωτήσεις 2 λεπτά πριν μιλήσουμε. Είναι djκαι ονομάζεται Γιώργος Φακίνος. Το πρώτο του βινύλιο το απέκτησε το 1983 με το χαρτζιλίκι του. Από πολύ μικρός είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν του αρκεί να ακούει μουσική στο παιδικό του δωμάτιο αλλά ότι θέλει να μοιραστεί την μουσική και με άλλο κόσμο. Έτσι έπαιξε για πρώτη φορά μουσική σε μαγαζί το 1993 και εκεί αποφάσισε ότι αυτή είναι η δουλειά που θέλει να ακολουθήσει. Είναι η προσωποποίηση του εκσυγχρονισμένου αερικού καθώς του αρέσει ο θόρυβος και η βαβούρα ενω απεχθάνεται τη συμβατική ζωή και μια θέση στον δημόσιο τομέα. Παρόλο που πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να μπορέσει να ζήσει από αυτή την δουλειά, το πείσμα του αλλά και η αγάπη του για τη μουσική τον ώθησαν ώστε να είναι από του λίγους ανθρώπους που μπορούν να ζουν κάνοντας αυτό που γουστάρουν. Ταξίδεψε στο Λονδίνο όπου ολοκλήρωσε τις γνώσεις του στο αντικείμενο που επέλεξε. Ένα επιβλητικό ΠΟΤΕ, μου έσβησε όλες τις υποψίες που μπορεί να είχα για το αν σκέφτηκε ποτέ να αφήσει στην μέση την προσπάθεια του. «Εκστασιάζομαι όταν ο κόσμος χορεύει με την μουσική που παίζω. «Μας έκανες να χορέψουμε για πρώτη φορά», αυτό είναι το ωραιότερο κοπλιμέντο που έχω ακούσει», λέει ο Γιώργος.
Το πολύχρωμο
Είναι μόλις 25 Μαϊων και όμως γνωρίζει ότι όταν ο τρόπος έκφρασης γίνεται δουλειά σταματάει να σε εκφράζει. Το πρώτο του έργο σε νηπιακή ηλικία είχε τραβήξει τα βλέμματα όλων κι έτσι οι γονείς του τον οδήγησαν σε μια ζωγραφο η οποία τους είπε ότι το παιδί τους εχει μεγάλο ταλέντο. Τα χρόνια πέρασαν κι ο έφηβος πια Στέλιος Βρακάς πήρε τα σπρέι στα χέρια και αποφάσισε να ομορφύνει τον κόσμο. Έχει ζωγραφίσει εκατοντάδες τοίχους, τραίνα, αλλά και το δωμάτιο του. «Όταν ήμουν 15 χρονων υπήρχε έξαρση στα γκραφιτι τώρα πλέον τα παιδιά δεν ασχολούνται», λέει απογοητευμένος. «Οι παλαιότερες γενιές ήταν πιο έντονες και πιο επαναστατικές, τώρα οι νέοι είναι βολεμένοι. Δεν μπορώ να το εξηγήσω». Το ψευδώνυμο του είναι Pupet και ανήκει στην ομάδα hiros. «Με την ομάδα έχουμε ζήσει πολύ έντονες στιγμές, μας έχουν κυνηγήσει πολλές φορές. Αν το γκράφιτι ήταν νόμιμο δεν θα είχε καμιά ουσία», λέει το αερικό και συνεχίζει «άλλωστε δεν θέλει πολύ μυαλό για να καταλάβεις οτι το γκράφιτι σε μια φτωχογειτονιά έχει λόγο ύπαρξης ενώ στο Ολυμπιακό Στάδιο δεν ταιριάζει καθόλου». Αυτό το αερικό κοιμάται και ξυπνάει με εικόνες στο μυαλό και ονειρεύεται την στιγμή που θα αποκτήσει ένα μεγάλο σπίτι με τεράστιους καμβάδες ώστε να μπορεί να κάνει όσα δεν τον άφησαν να κάνει οι «εξολοθρευτές του».
Το αερικό της πλατείας
Την αποκάλεσαν "Μαγιακόφσκι των Εξαρχείων",
"αιώνια έφηβο", "ραγισμένη ψυχή", "οργισμένη φωνή"...
"Η Κατερίνα ήταν μια ταραγμένη ψυχή. Ένιωθε σαν αγρίμι
παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Μια λέξη μπορούσε να την πληγώσει, μια
κίνηση να την ταπεινώσει. Η Κατερίνα πέθανε αγρίμι, όπως έζησε και σαν
αγρίμι", λέει για την Κατερίνα Γώγου ο Νίκος Κούνδουρος.
Αγρίμι ή αερικό, όπως προτιμούμε εμείς να την σκεφτόμαστε, η
Κατερίνα Γώγου, γεννημένη το 1940, υπήρξε το τσαμπουκαλεμένο, χαριτωμένο
αγοροκόριτσο των ελληνικών ταινιών του '60 και του '70. Κάποια στιγμή
απελευθέρωσε την οργισμένη φωνή μέσα της και βρήκε έκφρασε σε μια γραφή που
λίγο πολύ κινήθηκε στο ύφος της μπιτ λογοτεχνίας
Η Λαζάρου από το "Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο", η Σίσυ Από το "Μια τρελή, τρελή οικογένεια", η Κατερίνα του "Ιδιώνυμου" και των "Τριών κλικ αριστερά" ήταν ασυμβίβαστη, ευαίσθητη, γενναία όσο και εύθραυστη. Έβλεπε τον εαυτό της έξω από κλίκες και κυκλώματα. Η φωνή της όμως άγγιξε πολλούς. Ο εκδότης Θανάσης Καστανιώτης θυμάται ότι τα βιβλία της είχαν φτάσει να πουλούν 40.000 αντίτυπα, αριθμό που είχαν αγγίξει μεταπολιτευτικά μόνο ο Ελύτης και ο Ρίτσος.
"Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς
Κάνουν ότι λάχει",
έγραφε σ' ένα από τα ποιήματα της και λίγο αργότερα σε μία από τις τελευταίες εξομολογήσεις της: "Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά …Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ…”. Δεν της χαρίστηκε η ζωή. Κι όταν γύρναγε ως πανκ με τα πορτοκαλί μαλλιά και τον κρίκο στο ένα αυτί ήταν απλώς για άλλη μια φορά θεατρίνα. Μόνο που σ' αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Το 1993 αυτοκτόνησε με χάπια. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος.
Το ροκ αερικό
Από πού να ξεκινήσει κανείς για τον "πρίγκηπα", το
"αερικό" της ελληνικής ροκ σκηνής που ξεσήκωνε τους νέους επί
σκηνής...
Δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανηψιός της Έλλης Αλεξίου, στις
φλέβες του ασυμβίβαστου Παύλου κυλούσε ο ρόκερ αλλά και ο ποιητής. "Έτσι
αισθάνομαι και αλήτης και διανοούμενος", συνήθιζε να λέει ο ίδιος. "Ο Παύλος, ήταν ένας κακομαθημένος έφηβος, που ήθελε να γίνει
συγγραφέας ή ποιητής" είχε πει κάποτε ο Βαγγέλης Γερμανός, συμφοιτητής και
συγκάτοικός του στη δεκαετία του 60, όταν και οι δύο φοιτούσαν στο Μαθηματικό
Θεσασλονίκης. Ξεκίνησε την καριέρα του με τον Παντελή Δεληγιαννίδη το 1970 στο συγκρότημα
"Δάμων και Φειδίας", ενώ το 1976 δημιούργησε τη
"Σπυριδούλα" και τον σημαντικότερο - ίσως- δίσκο στην ιστορία της
ελληνικής ροκ, το "Φλου". Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στις ταινίες
"Ο Ασυμβίβαστος" και “Αldevaran". Ο "απόβλητος"
σύμφωνα με το καθεστώς της χούντας Σιδηρόπουλος λάτρευε το ροκ εντ ρολ και τη
στιχουργική του επειδή όπως έλεγε "αναφέρεται στον άνθρωπο, στα πάθη του,
στο συναίσθημά του και όχι στην ψυχρή λογική". Το 1980 δημιούργησε τους "Απροσάρμοστους" και δύο χρόνια
μετά κυκλοφόρησαν το "Εν Λευκώ" με αρκετές αναφορές στην ηρωίνη και
αντίπαλο την λογοκρισία. Ακολούθησαν οι δίσκοι " Zorba the freak" και "Χωρίς μακιγιαζ" τα τραγούδια του οποίου
το συγκρότημα τα έπαιζε τα στις ζωντανές του εμφανίσεις, κυρίως στο
"Αν" στα Εξάρχεια, μόνιμο στέκι των τελευταίων χρόνων. Το καλοκαίρι του 1990 αρχίζει να παραλύει το δεξί του χέρι.
Ακριβής διάγνωση δεν έγινε ποτέ. Ο Παύλος εμφανίζεται στη σκηνή με δεμένο χέρι.
Ήταν η αρχή του τέλους Το απόγευμα της 6ης Δεκεμβρίου ο Παύλος Σιδηρόπουλος
βρίσκεται νεκρός στο πατρικό του σπίτι από υπερβολική δόση...






