

Κάντε τους χώρο να περάσουν
Κάντε τους χώρο να περάσουν
Τα παιδιά που γεννήθηκαν με μια δυσανεξία στο βόλεμα, εκείνα που δυσκολεύονται να καταπιούν αμάσητο το φαγητό της οικογενειακής παράδοσης, κάνουν τα καλύτερα πάρτυ. Τα πάρτυ πέρα από τα όρια, εκείνα που δυναμιτίζονται όταν τα πράγματα πεθαίνουν από την ανία, τη νοσηρή ακινησία, το σκοτισμένο εσωτερικό τοπίο, όταν η ζωή χάνει τον ήλιο της. Η τροχιά μιας πέτρας που εκτοξεύεται είναι η έκρηξη ενός τεράστιου, ομαδικού οργασμού, ο ερωτικός σπασμός που έρχεται να ταράξει εκείνους που προσπάθησαν πολύ μέχρι να ξεχάσουν τί είναι οργασμός. Κι αν το πάρτυ φτιάχνεται με μολότοφ και μουσική από κατεβασμένες τζαμαρίες, τόσο το χειρότερο, τόσο πιο ντροπή στον κόσμο πριν από κείνα.
Η αποκαθηλωτική εικόνα των καναλιών βομβαρδίζει με ερωτήσεις της λογικής παιδιά της άγουρης εφηβείας, προσπαθώντας εναγώνια να βρει το γιατί, να διερευνήσει τα αιτήματα πίσω από το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο street party με τις κροτίδες και τα φωτεινά εφέ των καμμένων κάδων. Η άγουρη εφηβεία εμφανίζεται δυσλεξική στα όρια του μογγολισμού, χάνει τις λέξεις και τη μητρική της γλώσσα, χάνει έναν ειρμό που δεν την αφορά, χάνει το δίκιο της στα μάτια της απογευματινής ζώνης που τη ζωή την δέχεται μόνο σαν ερώτηση με οπωσδήποτε απάντηση. Βλέμματα μετέωρα και κενά, εκτοξεύουν μια νεφελώδη μονολεξική Αντίρρηση που δεν τιμά ούτε τον Αριστοτέλη ούτε τον Πλάτωνα, πίσω από μισά χαμόγελα αμηχανίας. Αντίρρηση στριμωγμένη σε καναπέδες τηλεοπτικού σκηνικού, παιδιά-ποντίκια παγιδευμένα στη φάκα της μικροαστικής λογικής, κολατσιό στο βωμό της τηλεθέασης. Η μαμά καλά το είχε δει το όνειρο της δικαίωσης: επαναστάτες χωρίς αιτία, τεμπέληδες κι αλήτες της άφορης -λόγω κρίσης- κοιλάδας, ανάλγητοι καταστροφείς της βιτρίνας του καταναλωτισμού.
Ο κόσμος της μέσης οδού πάντα έχανε το μπούσουλα σαν μύριζε το μπαρούτι της εξέγερσης. Το πλήθος στο δρόμο ανησυχούσε τον ύπνο του, την αβάδιστη χώνεψη του μεσημεριανού κοκκινιστού. Για να γίνει αποδεκτή η επανάσταση οφείλει να διαθέτει διαγωγή κοσμιοτάτη: συγκεκριμένα αιτήματα με τη βούλα αναγνωρισμένων κομμάτων, τακτικό βηματισμό, ήπια λίμπιντο, να βαδίζει περιφρουρούμενη τον τίμιο κοινωνικό της αγώνα στον ίσιο δρόμο μιας πορείας με αρχή, μέση και συγκεκριμένο τέλος. Η απόκλιση χάνει το δίκιο της, κατρακυλά στο σκοτεινό περιθώριο του αποκλεισμού, στην άβυσσο των καθωσπρέπει εγκεφάλων. Ο επαναστάτης χωρίς αιτία είναι η ταινία όπου ο ήρωας πεθαίνει στο τέλος, είναι το σκέτο ερωτηματικό μιας φράσης χωρίς υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο, είναι ο κακός λύκος που μπερδεύτηκε στο κοπάδι των αθώων αμνών, είναι ο ζοφερός μαγνήτης που τρελαίνει τα ρολόγια της τακτοποίησης.
Αυτό, όμως, που δεν κατάλαβε η παρουσιάστρια της απογευματινής ζώνης είναι πως μια πέτρα που εκτοξεύεται δεν κρύβει πίσω της κανένα αίτημα, γιατί πολύ απλά κρύβει όλα τα αιτήματα. Γιατί βάζοντας αιτήματα χωρίς να ζητάς τα πάντα, το μόνο που καταφέρνεις είναι να χρυσώνεις τις αλυσίδες σου. Κι αυτό που δεν κατάλαβε ο ανη-συχασμένος αστός τηλεθεατής είναι πως η τροχιά μιας πέτρας που εκτοξεύεται είναι η έκρηξη ενός τεράστιου, ομαδικού οργασμού, ο ερωτικός σπασμός που έρχεται να ταράξει εκείνους που προσπάθησαν πολύ μέχρι να ξεχάσουν τί είναι οργασμός. Τα παιδιά που γεννήθηκαν με μια δυσανεξία στο βόλεμα, εκείνα που δυσκολεύονται να καταπιούν αμάσητο το φαγητό της οικογενειακής παράδοσης, κάνουν τα καλύτερα πάρτυ. Εκείνα που δεν περιμένουν γενέθλια και ονομαστικές εορτές. Τα πάρτι πέρα από τα όρια, εκείνα που δυναμιτίζονται όταν τα πράγματα πεθαίνουν από την ανία, τη νοσηρή ακινησία, το σκοτισμένο εσωτερικό τοπίο, όταν η ζωή χάνει τον ήλιο της. Κι αν το πάρτυ φτιάχνεται με μολότοφ και μουσική από κατεβασμένες τζαμαρίες, τόσο το χειρότερο, τόσο πιο ντροπή στον κόσμο πριν από κείνα. Που θέλουν τον κόσμο και τον θέλουν τώρα. Που από το σχολείο τους ενοχλεί το σχολείο. Που από την οικογένεια τους ενοχλεί η οικογένεια. Που από το μέλλον τους ενοχλεί το μη-μέλλον.
Νο fun, my baby, no fun τραγουδούσε κάποτε ο Ίγκυ, κι αυτό το no fun είναι από μόνο του το πρώτης θέσης εισιτήριο για τη μεγάλη γιορτή που θα σπάσει τα πεζοδρόμια, μόνο και μόνο για ν’ ακουστεί ένας ήχος, μια κραυγή στο σιωπηλό τοπίο της βολεμένης σύμβασης, στη σκιά του πλαστικού χρήματος, του εορτοδάνειου και της μεζονέτας με θυροτηλεόραση. Κι ας ψάχνει μάταια ο πολιτικός αναλυτής στο δελτίο των 8 τους παραλληλισμούς, τη φύτρα του Μάη του ’68 και τους επίγονους της Μπάαντερ Μάινχοφ στη γωνία Πανεπιστημίου με Ιπποκράτους. Οι μικροί Ρεμπό μέσα στις δολοφονικές Charleville της χώρας δεν νοιάζονται να τον ακούσουν. Εκεί έξω, κάτω από τον ήλιο του χειμώνα (τους), συλλαβίζουν το αλφάβητο της φυλακισμένης ζωής τους, σπάνε για να μην σπάσουν, τραγουδάνε το πιο πικρό δράμα του κόσμου, το δράμα της ζωής των παιδιών που γεννήθηκαν στην ατέρμονη νύχτα του Μόρισον. Στη σκοτεινή πλευρά μιας απαγορευμένης ευαισθησίας που αρνείται να μυηθεί στα μυστικά της λαμογιάς, της μαγκιάς, της κουτοπονηριάς, των φιμωμένων συναισθημάτων και της καριέρας via reality show.
Κανένα πάρτυ δεν μοιάζει με το άλλο. Κι η κάθε γενιά δικαιούται το δικό της. Η μοναξιά αυτής εδώ, τσουλάει πάνω στην άσφαλτο, μαυρίζει τις φωτεινές επιγραφές του υλισμού. Και δεν της φταίει ο πολιτικός αρχηγός με ό,τι χρώμα κι αν εμφανίζεται. Της φταίμε όλοι. Της φταίει ένα συγκεχυμένο τίποτα. Της φταίει, κυρίως, που η γη συνεχίζει να γυρίζει χωρίς χαρά. Στην τροχιά της εξέγερσης βαδίζει στα σκοτεινά, στο ρεφρέν της ίδιας αναπάντητης ερώτησης των Poll: πέστε μου τί θέλω, τί γυρεύω, τί ζητώ. Πέστε μου ποιά είμαι, πού πιστεύω, πού πατώ. Κάντε τους χώρο να περάσουν.
Τα παιδιά που γεννήθηκαν με μια δυσανεξία στο βόλεμα, εκείνα που δυσκολεύονται να καταπιούν αμάσητο το φαγητό της οικογενειακής παράδοσης, κάνουν τα καλύτερα πάρτυ. Τα πάρτυ πέρα από τα όρια, εκείνα που δυναμιτίζονται όταν τα πράγματα πεθαίνουν από την ανία, τη νοσηρή ακινησία, το σκοτισμένο εσωτερικό τοπίο, όταν η ζωή χάνει τον ήλιο της. Η τροχιά μιας πέτρας που εκτοξεύεται είναι η έκρηξη ενός τεράστιου, ομαδικού οργασμού, ο ερωτικός σπασμός που έρχεται να ταράξει εκείνους που προσπάθησαν πολύ μέχρι να ξεχάσουν τί είναι οργασμός. Κι αν το πάρτυ φτιάχνεται με μολότοφ και μουσική από κατεβασμένες τζαμαρίες, τόσο το χειρότερο, τόσο πιο ντροπή στον κόσμο πριν από κείνα.
Η αποκαθηλωτική εικόνα των καναλιών βομβαρδίζει με ερωτήσεις της λογικής παιδιά της άγουρης εφηβείας, προσπαθώντας εναγώνια να βρει το γιατί, να διερευνήσει τα αιτήματα πίσω από το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο street party με τις κροτίδες και τα φωτεινά εφέ των καμμένων κάδων. Η άγουρη εφηβεία εμφανίζεται δυσλεξική στα όρια του μογγολισμού, χάνει τις λέξεις και τη μητρική της γλώσσα, χάνει έναν ειρμό που δεν την αφορά, χάνει το δίκιο της στα μάτια της απογευματινής ζώνης που τη ζωή την δέχεται μόνο σαν ερώτηση με οπωσδήποτε απάντηση. Βλέμματα μετέωρα και κενά, εκτοξεύουν μια νεφελώδη μονολεξική Αντίρρηση που δεν τιμά ούτε τον Αριστοτέλη ούτε τον Πλάτωνα, πίσω από μισά χαμόγελα αμηχανίας. Αντίρρηση στριμωγμένη σε καναπέδες τηλεοπτικού σκηνικού, παιδιά-ποντίκια παγιδευμένα στη φάκα της μικροαστικής λογικής, κολατσιό στο βωμό της τηλεθέασης. Η μαμά καλά το είχε δει το όνειρο της δικαίωσης: επαναστάτες χωρίς αιτία, τεμπέληδες κι αλήτες της άφορης -λόγω κρίσης- κοιλάδας, ανάλγητοι καταστροφείς της βιτρίνας του καταναλωτισμού.
Ο κόσμος της μέσης οδού πάντα έχανε το μπούσουλα σαν μύριζε το μπαρούτι της εξέγερσης. Το πλήθος στο δρόμο ανησυχούσε τον ύπνο του, την αβάδιστη χώνεψη του μεσημεριανού κοκκινιστού. Για να γίνει αποδεκτή η επανάσταση οφείλει να διαθέτει διαγωγή κοσμιοτάτη: συγκεκριμένα αιτήματα με τη βούλα αναγνωρισμένων κομμάτων, τακτικό βηματισμό, ήπια λίμπιντο, να βαδίζει περιφρουρούμενη τον τίμιο κοινωνικό της αγώνα στον ίσιο δρόμο μιας πορείας με αρχή, μέση και συγκεκριμένο τέλος. Η απόκλιση χάνει το δίκιο της, κατρακυλά στο σκοτεινό περιθώριο του αποκλεισμού, στην άβυσσο των καθωσπρέπει εγκεφάλων. Ο επαναστάτης χωρίς αιτία είναι η ταινία όπου ο ήρωας πεθαίνει στο τέλος, είναι το σκέτο ερωτηματικό μιας φράσης χωρίς υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο, είναι ο κακός λύκος που μπερδεύτηκε στο κοπάδι των αθώων αμνών, είναι ο ζοφερός μαγνήτης που τρελαίνει τα ρολόγια της τακτοποίησης.
Αυτό, όμως, που δεν κατάλαβε η παρουσιάστρια της απογευματινής ζώνης είναι πως μια πέτρα που εκτοξεύεται δεν κρύβει πίσω της κανένα αίτημα, γιατί πολύ απλά κρύβει όλα τα αιτήματα. Γιατί βάζοντας αιτήματα χωρίς να ζητάς τα πάντα, το μόνο που καταφέρνεις είναι να χρυσώνεις τις αλυσίδες σου. Κι αυτό που δεν κατάλαβε ο ανη-συχασμένος αστός τηλεθεατής είναι πως η τροχιά μιας πέτρας που εκτοξεύεται είναι η έκρηξη ενός τεράστιου, ομαδικού οργασμού, ο ερωτικός σπασμός που έρχεται να ταράξει εκείνους που προσπάθησαν πολύ μέχρι να ξεχάσουν τί είναι οργασμός. Τα παιδιά που γεννήθηκαν με μια δυσανεξία στο βόλεμα, εκείνα που δυσκολεύονται να καταπιούν αμάσητο το φαγητό της οικογενειακής παράδοσης, κάνουν τα καλύτερα πάρτυ. Εκείνα που δεν περιμένουν γενέθλια και ονομαστικές εορτές. Τα πάρτι πέρα από τα όρια, εκείνα που δυναμιτίζονται όταν τα πράγματα πεθαίνουν από την ανία, τη νοσηρή ακινησία, το σκοτισμένο εσωτερικό τοπίο, όταν η ζωή χάνει τον ήλιο της. Κι αν το πάρτυ φτιάχνεται με μολότοφ και μουσική από κατεβασμένες τζαμαρίες, τόσο το χειρότερο, τόσο πιο ντροπή στον κόσμο πριν από κείνα. Που θέλουν τον κόσμο και τον θέλουν τώρα. Που από το σχολείο τους ενοχλεί το σχολείο. Που από την οικογένεια τους ενοχλεί η οικογένεια. Που από το μέλλον τους ενοχλεί το μη-μέλλον.
Νο fun, my baby, no fun τραγουδούσε κάποτε ο Ίγκυ, κι αυτό το no fun είναι από μόνο του το πρώτης θέσης εισιτήριο για τη μεγάλη γιορτή που θα σπάσει τα πεζοδρόμια, μόνο και μόνο για ν’ ακουστεί ένας ήχος, μια κραυγή στο σιωπηλό τοπίο της βολεμένης σύμβασης, στη σκιά του πλαστικού χρήματος, του εορτοδάνειου και της μεζονέτας με θυροτηλεόραση. Κι ας ψάχνει μάταια ο πολιτικός αναλυτής στο δελτίο των 8 τους παραλληλισμούς, τη φύτρα του Μάη του ’68 και τους επίγονους της Μπάαντερ Μάινχοφ στη γωνία Πανεπιστημίου με Ιπποκράτους. Οι μικροί Ρεμπό μέσα στις δολοφονικές Charleville της χώρας δεν νοιάζονται να τον ακούσουν. Εκεί έξω, κάτω από τον ήλιο του χειμώνα (τους), συλλαβίζουν το αλφάβητο της φυλακισμένης ζωής τους, σπάνε για να μην σπάσουν, τραγουδάνε το πιο πικρό δράμα του κόσμου, το δράμα της ζωής των παιδιών που γεννήθηκαν στην ατέρμονη νύχτα του Μόρισον. Στη σκοτεινή πλευρά μιας απαγορευμένης ευαισθησίας που αρνείται να μυηθεί στα μυστικά της λαμογιάς, της μαγκιάς, της κουτοπονηριάς, των φιμωμένων συναισθημάτων και της καριέρας via reality show.
Κανένα πάρτυ δεν μοιάζει με το άλλο. Κι η κάθε γενιά δικαιούται το δικό της. Η μοναξιά αυτής εδώ, τσουλάει πάνω στην άσφαλτο, μαυρίζει τις φωτεινές επιγραφές του υλισμού. Και δεν της φταίει ο πολιτικός αρχηγός με ό,τι χρώμα κι αν εμφανίζεται. Της φταίμε όλοι. Της φταίει ένα συγκεχυμένο τίποτα. Της φταίει, κυρίως, που η γη συνεχίζει να γυρίζει χωρίς χαρά. Στην τροχιά της εξέγερσης βαδίζει στα σκοτεινά, στο ρεφρέν της ίδιας αναπάντητης ερώτησης των Poll: πέστε μου τί θέλω, τί γυρεύω, τί ζητώ. Πέστε μου ποιά είμαι, πού πιστεύω, πού πατώ. Κάντε τους χώρο να περάσουν.






