Β ρόλοι
Μάτα Καστρίσιου
Share |
Κάνουν πάντα στην άκρη, για ν’ αφήσουν ελεύθερη τη σκηνή στους πρώτους ρόλους. Κι όμως, χωρίς αυτούς οι κεντρικοί ήρωες θα μένανε μισοφωτισμένοι και μελαγχολικοί. Μόνοι στις ιστορίες τους και παγωμένοι στην τελειότητά τους. Ο Σάντσο, ο Γουάτσον, ο Ιούδας, ο Ρόμπιν, η Ισμήνη, ο Ραν Τα Πλαν, ο Ρον και η Ερμιόνη, η Σαπφώ Νοταρά κυκλοφορούν στα παρασκήνια και ρυθμίζουν τα φώτα. Έπειτα παίρνουν το παλτό τους κι αποχωρούν διακριτικά από την έξοδο κινδύνου. Φωνάξτε τους πίσω. Προλαβαίνετε.

Αν χρειαζόταν να συναντηθούν κάποτε σε μια φανταστική λογοτεχνική βόλτα, το πιθανότερο είναι πως δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν. Διαφορετικοί σε όλα, ερμηνεύουν τις αντινομίες της καθημερινότητάς τους με μια οπτική καθ’ όλα αντίθετη.

Ωστόσο, ο πραγματιστής Σάντσο και ο συναισθηματικός Γουάτσον έχουν μια μοναδική ευκαιρία να τα βρούνε και έναν ιδιαίτερο λόγο να τους ενώνει: τους «αφέντες» τους. Κυνηγοί και οι δύο της ιδανικής συνθήκης ζωής, ο Δον Κιχώτης ψάχνει μια περιπέτεια για να χαθεί μέσα σ’ αυτήν – κι ο Σέρλοκ Χολμς την έχει, αλλά αναζητά τον πλέον ευφυή τρόπο για να την αποκωδικοποιήσει. Στην προσπάθειά τους αυτήν, οι δυο ακόλουθοί τους βρίσκονται δίπλα τους. Άλλες φορές τούς αφήνουν το χώρο για μια σόλο εμφάνιση αυτόφωτη και απολαυστική και άλλοτε διαφωνούν μαζί τους και μπλέκονται φασαριόζικα στα πόδια τους, δίνοντας στην ιστορία μιαν ανέλπιστη τροπή.

Ο Πάντσο και ο Γουάτσον ελέγχουν τις δικλείδες ασφαλείας και τις ενεργοποιούν, τη στιγμή που οι αυταπάτες και τα όνειρα των συντρόφων τους ξεγυμνώνονται στο σκληρό φως μιας αδιαμφισβήτητης πραγματικότητας, σώζοντάς τους έτσι από μια πικρή και αταίριαστη στο χαρακτήρα τους μοναχική ήττα.

<<Υπηρέτης: ο πιο σίγουρος από τότε που υπήρξαν ιπποκόμοι>>
Αν ο Δον Κιχώτης δεν του είχε υποσχεθεί πως θα τον κάνει κυβερνήτη κάποιου μακρινού νησιού, ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά να μην είχε συμβεί. Πάνω στον γέρικο γάιδαρό του γίνεται η σκιά του αφέντη του, μια σκιά κοντόχοντρη και νωθρή και σίγουρα όχι και τόσο ιπποτική κι αέρινη. Σύμβολο της πιο ωμής πραγματικότητας που «δεν καταλαβαίνει άλλη γλώσσα απ’ τη δική της», ο Πάντσο συντροφεύει τον Δον Κιχώτη μέχρι το τέλος, υπενθυμίζοντάς του το αναίτιο της κάθε μάχης. Για τον Πάντσο ο πύργος είναι χάνι, οι γίγαντες ανεμόμυλοι, τα άλογα πρόβατα. Και όχι το αντίθετο. Τυπικό δείγμα του μέσου ανθρώπου της εποχής του, για τον οποίο η σκέψη και η αναζήτηση αποτελούν αμαρτία, αναλώνει τη ζωή του ανούσια, ενδιαφερόμενος μονάχα για την επιβίωση. Ο Σάντσο αποτελεί μια γκροτέσκα φιγούρα που χασμουριέται, πεινάει και γκρινιάζει – τη στιγμή που δίπλα ο αφέντης του αγωνίζεται να ζήσει μέσα στην ονειροφαντασία του, συσσωρεύοντας στην κάθε μάχη βαθιά τραυματικές απώλειες. Προσπαθώντας να δώσει ένα τέλος στην ανούσια αυτή περιπέτεια και να κερδίσει τον τίτλο του κυβερνήτη, επαναφέρει συνεχώς τον Δον Κιχώτη σε μια πραγματικότητα τυπικών συνδιαλλαγών, κυνικών αποχωρισμών και βιαστικών απαντήσεων.
Ωστόσο, η επιμονή του Δον Κιχώτη για μια ζωή που δεν ξοδεύεται σε στενά προκαθορισμένες δομές, δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον Σάντσο. Στο τέλος της ζωής του ιππότη, όταν αυτός πεθαίνει από τη μελαγχολία, συνειδητοποιώντας τη ματαιότητα όλων των προσπαθειών του, ο Σάντσο είναι δίπλα του και τον προστάζει να ξεκινήσουν για καινούργιες περιπέτειες. Οι ρόλοι μεταστρέφονται. Μας είναι αδιευκρίνιστο αν ο Σάντσο έχει όντως αλλάξει ή αν ενεργεί έτσι για το καλό του αφέντη του. Αυτό που έχει αξία είναι πως συνειδητοποιεί, έστω και στο τέλος, ότι για κάποιους τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας μπορεί να είναι μεταβλητά. Και ότι, στο κάτω κάτω, αυτό δεν είναι και τόσο παράλογο.

«Ίσως βρούμε σε καμιά λόχμη την κυρα-Δουλτσινέα ξεμαγεμένη, και τότε δεν θα θέλουμε πια τίποτ’ άλλο» είναι τα τελευταία λόγια του Πάντσο προς τον Δον Κιχώτη, κι αφήνεται σ’ εμάς να φανταστούμε αν ο χοντρός και φιλήδονος υπηρέτης ακολούθησε τελικά τον παιδικά ζωγραφισμένο με μπογιές δρόμο που χάραξε ο αφέντης του, επινοώντας τα δικά του σύμβολα οριοθέτησης του παραμυθιού.

«Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουάτσον. Στοιχειώδες»
Η εικόνα του στα κόμικς παρερμηνεύτηκε. Ο ίδιος έγινε ένας στρουμπουλός ανθρωπάκος, φιλάσθενος και φοβητσιάρης. Ένα πρόσωπο στα όρια της καρικατούρας. Στην πραγματικότητα, ο δρ Γουάτσον είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό. Θυσιασμένος στην ανάγκη του κόμικς να προξενήσει γέλιο, σχεδιάστηκε ως το απόλυτο αντίθετο του Σέρλοκ Χολμς – που πρέπει να παρουσιαστεί κατώτερο, για να αφήσει τον ήρωα να λάμψει. Η αλήθεια είναι ότι ο Γουάτσον στη λογική του συγγραφέα του (Κόναν Ντόιλ) αποτελούσε την ευαίσθητη και ανθρώπινη πλευρά του Χολμς, η οποία δεν αντιτίθεται στον νευρωτικό και συναισθηματικά ανεπαρκή χαρακτήρα του – αλλά, αφ’ ενός, τον συμπληρώνει και συνυπάρχει μαζί του και, αφ’ ετέρου, βοηθά στην επίλυση του μυστηρίου.

Ο δρ Γουάτσον, στρατιωτικός γιατρός που επέστρεψε από το Αφγανιστάν, αναζητά μια ήρεμη, χωρίς εκπλήξεις ζωή. Ωστόσο, η συγκατοίκησή του με τον Σέρλοκ Χολμς τού αναζωπυρώνει τη διάθεση για περιπέτεια και του θέτει νέες προκλήσεις που τον δραστηριοποιούν. Κοντά στον Χολμς ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα αρχίζει να αλλάζει και να γίνεται περισσότερο εγκεφαλικός και ευέλικτος, χωρίς όμως να χάνει ποτέ την ευαισθησία του. Ο πιο σημαντικός ρόλος του Γουάτσον στη σχέση του με τον Χολμς είναι αυτός του χρονικογράφου. Με μια γραφή που εστιάζει τόσο στις ενέργειες του ντετέκτιβ όσο και στην εκάστοτε ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει, εξιστορεί τα γεγονότα και αποκωδικοποιεί τις ιδιαίτερες πτυχές τους, δίνοντάς μας παράλληλα την κρυφή και πιο ανθρώπινη πλευρά του Χολμς. Πάνω στον Γουάτσον προβάλλονται τα αινίγματα και ο ίδιος συχνά αποτελεί κίνητρο για τον Χολμς, που εξηγώντας στο βοηθό του τη λύση του μυστηρίου επιβεβαιώνει συνεχώς τις ικανότητές του.

Με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού που θέλει να μάθει όσο πιο πολλά μπορεί μέσα σε μια μονάχα μέρα, ο Γουάτσον παρατηρεί τον Χολμς και είναι αυτός που τον ξέρει πιο καλά απ’ όλους. Συχνά βοηθά στην επίλυση του μυστηρίου, αλλά η ουσία δεν κρύβεται εκεί. Το σημαντικό είναι ότι ο Χολμς έχει κάποιον να μιλάει, να αναρωτιέται και να τσακώνεται. Ίσως αυτό να είναι και που τον συντηρεί μέσα στο ψύχος της βρετανικής καταγωγής του.

Το μυστήριο λύνεται για μια φορά ακόμα με τρόπο μοναδικό κι ο Γουάτσον ενθουσιασμένος φωνάζει στον Χολμς: «Ευφυέστατο!» Κι εκείνος, ατάραχος, τον κοιτάζει, και με το χαρακτηριστικά ήρεμο και ελαφρά υπεροπτικό ύφος του του ψιθυρίζει: «Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουάτσον. Στοιχειώδες».



fashion addiction