

Ο άσωτος επιστρέφει καλοκαίρι
Είναι η μοναδική παραλία που μπορεί να γίνει το μαξιλάρι σου.Πάνω της ακόμη φυλάει για σένα το αποτύπωμα του πρώτου μαγιό της ζωής σου, εκείνο με τις άγκυρες. Εδώ δεν κρίνεις τα νερά ούτε την ποιότητα του βότσαλου. Εκείνη σε κρίνει, σε μαλώνει με έναν υδάτινο άξαφνο παφλασμό για την προδοσία. Τη μάταιη αναζήτηση. Τα μαλλιά σου γεμίζουν την άμμο της. Το αφτί σου κατευθείαν πάνω της. Αφουγκράζεται τους ήχους των χρόνων.
Τις τελευταίες δεκαετίες οι διακοπές δεν είναι πια το καρπούζι με φέτα μπροστά στο εξοχικό λυόμενο της παιδικής μας ηλικίας, δεν είναι η λιτότητα του μαγιό, των αλατισμένων μαλλιών και του τίποτ’ άλλο πλάι στο κύμα. Το λάιφ στάιλ έβαλε μια ξαπλώστρα ανάμεσα σε μας και την καυτή άμμο, μια ομπρέλα ανάμεσα σε μας και τον ήλιο, ένα κοκτέιλ με ομπρελίτσες ανάμεσα σε μας και τη σάρκα του ροδάκινου-με-τη-φλούδα, ένα resort ανάμεσα σε μας και τη δροσερή αυλή της γιαγιάς, μια αστακομακαρονάδα ανάμεσα σε μας και τα γεμιστά της γιαγιάς, μια ντιζαϊνάτη ρεσεψιόν ανάμεσα σε μας και την παραλία. Η παραλία, πάλι, έγινε σταρ της πασαρέλας. Οι κυνηγοί ταξιδιωτικών ταλέντων την αναζητούν στα πέρατα του εξωτισμού, της δίνουν βραβεία λες και είναι υπερπαραγωγή του Χόλυγουντ, την φωτογραφίζουν γυμνή κάτω από τον ήλιο, την κάνουν εξώφυλλο, την κρεμούν στα περίπτερα να μας φλερτάρει ξεδιάντροπα στις δύσκολες ώρες της πόλης, την πουλάνε, την αγοράζουν, την εκμεταλλεύονται, μας την σερβίρουν σαν καταναλωτικό αγαθό μαζί με τα αντηλιακά και τα μπρατσάκια. ”τις κουβέντες των διακοπών η αφεντιά της πρωταγωνιστεί μέσα από μια ανατριχιαστική σημειολογική ανάλυση της ανατομίας της, σε ποιά παραλία πήγες, πόσο βότσαλο και πόση άμμο περιείχε, πόσα beach bars και πόσες καντίνες, ποιά μετράει πιο ψηλά στο Χρηματιστήριο με τα μακροβούτια. Η παραλία μεταμορφώθηκε σε πίστα, σε κοσμική μάζωξη, απέκτησε κοινωνικό στάτους: η λαϊκή, η νεοπλουτί, η ψαγμένη, η εναλλακτική, η γκέι, η στρέιτ, η μπαϊσέξουαλ, η κεφάτη, η "μπορώ και χωρίς το μαγιό μου". Όταν είμασταν μικροί η παραλία ήταν μία. Εκεί που είχε θάλασσα, άμμο, κουβαδάκια, μυρωδιά από Copertonne, μαμάδες να τσιρίζουν ‘Γιωργάκη μην πας στα βαθιά’ και ερωτευμένους πίσω από τα βραχάκια. Η παραλία ήταν πάντα η πιο κοντινή. Ήταν μόνο το νερό, ο ήλιος, η άμμος.
Όλα αυτά που θέλεις να ξεχάσεις όταν μεγαλώνεις και μπαίνεις στο τριπ του ταξιδευτή και η αναζήτηση μολύνει τα πιο πρωτόγονα ένστικτά σου. ‘ότε που αρχίζεις τα κάστινγκ για μια βουτιά, τότε που ο δρόμος και ο κόπος και το χρήμα δεν είναι ποτέ αρκετά προκειμένου να βρεις το θησαυρό, την –αραλία του Ντι άπριο ει δυνατόν και με τον ίδιο μαζί σε συσκευασία δύο σε ένα. αι τη βρίσκεις, τη θεά. ”τα πολλαπλά της αντίτυπα και σε όλο το χρωματολόγιο. ‘ιρκουάζ, γαλανή, σμαραγδένια, μαύρη, γκρίζα, καφετιά. αι πνίγεις τη βουτιά με ένα ουάου. ι ύστερα το βάζεις στα πόδια για την επόμενη. Καταπίνεις δείγματα νερού από τον υδάτινο πλούτο του πλανήτη, στα παπούτσια σου η άμμος-σπαράγματα από πολλές καλλονές που κατανάλωσες σε χιλιάδες απλωτές, ποιά ήταν η καλύτερη; Εκείνη στη σελίδα που έχεις κόψει από κάποιο έντυπο, εκείνη του επόμενου προορισμού, εκείνη που ακόμη δεν έκαψε τα πόδια σου.
Στην επιστροφή του Ασώτου, σε περιμένει η παραλία των παιδικών σου καλοκαιριών. Δεν είναι η ομορφότερη. Ούτε η Γεωργία Βασιλειάδου των ακτών. Είναι όπως όλες οι παραλίες. Με άμμο, κύμα, λιγότερο βαθιά, πιο βαθιά, νερά. Με ψάθες, σπαστές πολυθρόνες, οικογένειες με φραπέδες, αποτσίγαρα εκεί που σκάει το κύμα, ξεχασμένα χαρτιά από τυρόπιτες, πλαστικά μπουκάλια και μισογκρεμισμένα πυργάκια παιδικών φαντασιώσεων. Στο βάθος ένας μικρός πλάτανος και από πάνω τα τζιτζίκια. Και η γαλήνη. Ξαπλώνεις το πρόσωπό σου μπρούμυτα πάνω της. Μόνο αυτή η παραλία από όλες του κόσμου μπορεί να γίνει το μαξιλάρι σου. Μόνο σε κείνη μπορείς να εμπιστευτείς το κορμί σου στην πρώτη του βρεφική χαλάρωση. Την άμμο της την εμπιστεύεσαι όπως το παιδικό σου δωμάτιο. Πάνω της ακόμη φυλάει για σένα το αποτύπωμα του πρώτου μαγιό της ζωής σου, εκείνο με τις άγκυρες. Στη δική σου παραλία δεν κρίνεις τα νερά ούτε την ποιότητα του βότσαλου. Εκείνη σε κρίνει, σε μαλώνει με έναν υδάτινο άξαφνο παφλασμό για την προδοσία. Τη μάταιη αναζήτηση. Τα μαλλιά σου γεμίζουν την άμμο της. Το αφτί σου κατευθείαν πάνω της. Αφουγκράζεται τους ήχους των χρόνων. Εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να ακούει. Ξέρει απέξω το τραγούδι, με το ρεφρέν και τα λόγια. Το πέταγμα της μύγας, όταν το κύμα υψώνει τη φωνή του επειδή πέρασε καράβι και αναστάτωσε τη γαλήνη του, το μουρμουρητό του μπούμπουρα πάνω από το αντηλιακό, τον ήχο των σωμάτων στο πρώτο ψυχρό άγγιγμα του νερού. Είναι οι ήχοι του πάντα, αυτοί που επαναλαμβάνονται αναλοίωτοι σαν τραγούδι των Poll, κάθε χρόνο.
Τη δική σου παραλία την κοιτάς αλλά δεν την βλέπεις. Για την ακρίβεια την βλέπεις καλύτερα όταν κλείνεις τα μάτια στη χαύνωση της ηλιοθεραπείας. Βλέπεις τις πατητές, τα μακροβούτια από τον ψηλότερο βράχο, τότε που παραλίγο να σε πνίξει ένα κύμα, τη μαμά να κυνηγάει σαν εφιάλτης με κεφτεδάκια τις μεσημεριανές ανορεξίες σου, τις νυχτερινές φωτιές της εφηβείας, το πρώτο φιλί κάτω από την πανσέληνο, το πρώτο αντίο κάτω από τον κάθετο ήλιο του Αυγούστου, συντρίμια από μπάλες, βατραχοπέδιλα, μάσκες και σωσύβια, πατημένες σαγιονάρες με μαδημένες μαργαρίτες, τους φίλους που μεγάλωσαν μαζί σου, το θρίαμβο στο πρώτο μακροβούτι, κανό και θαλάσσια ποδήλατα που ξεχαρβαλώθηκαν εδώ και χρόνια. Αυτή την παραλία δεν μπορείς να την περιγράψεις. Δεν μπορείς να την προτείνεις. Δεν μπορείς να την δανείσεις. Όπως θα ντρεπόσουν να δανείσεις στον ξένο το ξεχειλωμένο, ξεπλυμένο μακό ενός τόσο μακρινού παρελθόντος.
Τις τελευταίες δεκαετίες οι διακοπές δεν είναι πια το καρπούζι με φέτα μπροστά στο εξοχικό λυόμενο της παιδικής μας ηλικίας, δεν είναι η λιτότητα του μαγιό, των αλατισμένων μαλλιών και του τίποτ’ άλλο πλάι στο κύμα. Το λάιφ στάιλ έβαλε μια ξαπλώστρα ανάμεσα σε μας και την καυτή άμμο, μια ομπρέλα ανάμεσα σε μας και τον ήλιο, ένα κοκτέιλ με ομπρελίτσες ανάμεσα σε μας και τη σάρκα του ροδάκινου-με-τη-φλούδα, ένα resort ανάμεσα σε μας και τη δροσερή αυλή της γιαγιάς, μια αστακομακαρονάδα ανάμεσα σε μας και τα γεμιστά της γιαγιάς, μια ντιζαϊνάτη ρεσεψιόν ανάμεσα σε μας και την παραλία. Η παραλία, πάλι, έγινε σταρ της πασαρέλας. Οι κυνηγοί ταξιδιωτικών ταλέντων την αναζητούν στα πέρατα του εξωτισμού, της δίνουν βραβεία λες και είναι υπερπαραγωγή του Χόλυγουντ, την φωτογραφίζουν γυμνή κάτω από τον ήλιο, την κάνουν εξώφυλλο, την κρεμούν στα περίπτερα να μας φλερτάρει ξεδιάντροπα στις δύσκολες ώρες της πόλης, την πουλάνε, την αγοράζουν, την εκμεταλλεύονται, μας την σερβίρουν σαν καταναλωτικό αγαθό μαζί με τα αντηλιακά και τα μπρατσάκια. ”τις κουβέντες των διακοπών η αφεντιά της πρωταγωνιστεί μέσα από μια ανατριχιαστική σημειολογική ανάλυση της ανατομίας της, σε ποιά παραλία πήγες, πόσο βότσαλο και πόση άμμο περιείχε, πόσα beach bars και πόσες καντίνες, ποιά μετράει πιο ψηλά στο Χρηματιστήριο με τα μακροβούτια. Η παραλία μεταμορφώθηκε σε πίστα, σε κοσμική μάζωξη, απέκτησε κοινωνικό στάτους: η λαϊκή, η νεοπλουτί, η ψαγμένη, η εναλλακτική, η γκέι, η στρέιτ, η μπαϊσέξουαλ, η κεφάτη, η "μπορώ και χωρίς το μαγιό μου". Όταν είμασταν μικροί η παραλία ήταν μία. Εκεί που είχε θάλασσα, άμμο, κουβαδάκια, μυρωδιά από Copertonne, μαμάδες να τσιρίζουν ‘Γιωργάκη μην πας στα βαθιά’ και ερωτευμένους πίσω από τα βραχάκια. Η παραλία ήταν πάντα η πιο κοντινή. Ήταν μόνο το νερό, ο ήλιος, η άμμος.
Όλα αυτά που θέλεις να ξεχάσεις όταν μεγαλώνεις και μπαίνεις στο τριπ του ταξιδευτή και η αναζήτηση μολύνει τα πιο πρωτόγονα ένστικτά σου. ‘ότε που αρχίζεις τα κάστινγκ για μια βουτιά, τότε που ο δρόμος και ο κόπος και το χρήμα δεν είναι ποτέ αρκετά προκειμένου να βρεις το θησαυρό, την –αραλία του Ντι άπριο ει δυνατόν και με τον ίδιο μαζί σε συσκευασία δύο σε ένα. αι τη βρίσκεις, τη θεά. ”τα πολλαπλά της αντίτυπα και σε όλο το χρωματολόγιο. ‘ιρκουάζ, γαλανή, σμαραγδένια, μαύρη, γκρίζα, καφετιά. αι πνίγεις τη βουτιά με ένα ουάου. ι ύστερα το βάζεις στα πόδια για την επόμενη. Καταπίνεις δείγματα νερού από τον υδάτινο πλούτο του πλανήτη, στα παπούτσια σου η άμμος-σπαράγματα από πολλές καλλονές που κατανάλωσες σε χιλιάδες απλωτές, ποιά ήταν η καλύτερη; Εκείνη στη σελίδα που έχεις κόψει από κάποιο έντυπο, εκείνη του επόμενου προορισμού, εκείνη που ακόμη δεν έκαψε τα πόδια σου.
Στην επιστροφή του Ασώτου, σε περιμένει η παραλία των παιδικών σου καλοκαιριών. Δεν είναι η ομορφότερη. Ούτε η Γεωργία Βασιλειάδου των ακτών. Είναι όπως όλες οι παραλίες. Με άμμο, κύμα, λιγότερο βαθιά, πιο βαθιά, νερά. Με ψάθες, σπαστές πολυθρόνες, οικογένειες με φραπέδες, αποτσίγαρα εκεί που σκάει το κύμα, ξεχασμένα χαρτιά από τυρόπιτες, πλαστικά μπουκάλια και μισογκρεμισμένα πυργάκια παιδικών φαντασιώσεων. Στο βάθος ένας μικρός πλάτανος και από πάνω τα τζιτζίκια. Και η γαλήνη. Ξαπλώνεις το πρόσωπό σου μπρούμυτα πάνω της. Μόνο αυτή η παραλία από όλες του κόσμου μπορεί να γίνει το μαξιλάρι σου. Μόνο σε κείνη μπορείς να εμπιστευτείς το κορμί σου στην πρώτη του βρεφική χαλάρωση. Την άμμο της την εμπιστεύεσαι όπως το παιδικό σου δωμάτιο. Πάνω της ακόμη φυλάει για σένα το αποτύπωμα του πρώτου μαγιό της ζωής σου, εκείνο με τις άγκυρες. Στη δική σου παραλία δεν κρίνεις τα νερά ούτε την ποιότητα του βότσαλου. Εκείνη σε κρίνει, σε μαλώνει με έναν υδάτινο άξαφνο παφλασμό για την προδοσία. Τη μάταιη αναζήτηση. Τα μαλλιά σου γεμίζουν την άμμο της. Το αφτί σου κατευθείαν πάνω της. Αφουγκράζεται τους ήχους των χρόνων. Εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να ακούει. Ξέρει απέξω το τραγούδι, με το ρεφρέν και τα λόγια. Το πέταγμα της μύγας, όταν το κύμα υψώνει τη φωνή του επειδή πέρασε καράβι και αναστάτωσε τη γαλήνη του, το μουρμουρητό του μπούμπουρα πάνω από το αντηλιακό, τον ήχο των σωμάτων στο πρώτο ψυχρό άγγιγμα του νερού. Είναι οι ήχοι του πάντα, αυτοί που επαναλαμβάνονται αναλοίωτοι σαν τραγούδι των Poll, κάθε χρόνο.
Τη δική σου παραλία την κοιτάς αλλά δεν την βλέπεις. Για την ακρίβεια την βλέπεις καλύτερα όταν κλείνεις τα μάτια στη χαύνωση της ηλιοθεραπείας. Βλέπεις τις πατητές, τα μακροβούτια από τον ψηλότερο βράχο, τότε που παραλίγο να σε πνίξει ένα κύμα, τη μαμά να κυνηγάει σαν εφιάλτης με κεφτεδάκια τις μεσημεριανές ανορεξίες σου, τις νυχτερινές φωτιές της εφηβείας, το πρώτο φιλί κάτω από την πανσέληνο, το πρώτο αντίο κάτω από τον κάθετο ήλιο του Αυγούστου, συντρίμια από μπάλες, βατραχοπέδιλα, μάσκες και σωσύβια, πατημένες σαγιονάρες με μαδημένες μαργαρίτες, τους φίλους που μεγάλωσαν μαζί σου, το θρίαμβο στο πρώτο μακροβούτι, κανό και θαλάσσια ποδήλατα που ξεχαρβαλώθηκαν εδώ και χρόνια. Αυτή την παραλία δεν μπορείς να την περιγράψεις. Δεν μπορείς να την προτείνεις. Δεν μπορείς να την δανείσεις. Όπως θα ντρεπόσουν να δανείσεις στον ξένο το ξεχειλωμένο, ξεπλυμένο μακό ενός τόσο μακρινού παρελθόντος.






