

Λιποτάκτες της ημέρας
Είναι ώρες που ξέρεις ότι τα πάντα λείπουν, έχουν πάει κάπου, βρίσκονται στο κάπου που πάντα βρίσκονταν, στο κάπου που είναι µακριά από σένα. Όχι εκεί που θα ήθελες να είναι. Μια πόλη άδεια πίσω από την πλάτη σου. Περπατάς στους βρεγµένους δρόµους, χωρίς να ξέρεις αν πίσω σου θα ξεφυτρώσουν χρωµατιστοί ρινόκεροι, κλέφτες, καταιγίδες, κλώνοι ή αν απλώς περπατάς µόνος. Δεν κοιτάς, δεν µπορείς να δεις. Aλλά το πίσω είναι εκεί.
Βγαίνει στο δρόμο. Φαντάζεται να κατεβαίνει τη λεωφόρο γρήγορα, με ανάκατα ξανθά μαλλιά. Μαύρο ανοιχτό παλτό, δύο νούμερα μεγαλύτερο. Οι τσέπες του γεμάτες αλατισμένα φιστίκια, να της γδέρνουν τα δάχτυλα. Marlboro καρφωμένο στα χείλη. Χρωματισμένο από κατακόκκινο κραγιόν. Είναι νύχτα, έχει το δικαίωμα να παίζει όποιον ρόλο θέλει.
Αρχίζει το παιχνίδι με τις μουσικές πόρτες. Ανοίγει, κλείνει. Δεν κάθεται πουθενά. Κοντοστέκεται μόνο μπροστά απ’ τις παρέες των άστεγων. «Εμείς, όμως, είμαστε ντυμένοι καλά» ακούει καθώς απομακρύνεται…
Τελικά, αποφασίζει να μπει. «How does it feel. To be without a home. Like a complete unknown. Like a rolling stone?» ακούγεται από μέσα… Είναι κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Τζιν με σπράιτ και λίγο στυμμένο λεμόνι. Κάτω από τη «φορτωμένη» οροφή (από μπαμπού) του 7 jockers, συναπαντώνται δεκάδες θαμώνες, κι ας είναι καθημερινή – περασμένα μεσάνυχτα. Οι περισσότεροι γύρω στα τριάντα. Τζιν παντελόνια και επιμελημένα ατημέλητα μαλλιά. Στέκονται ή λικνίζονται, πάντα διακριτικά – μέσα σ’ ένα «παλαβούτσικο» σκηνικό, απαρτισμένο από φωτογραφίες, πορτρέτα των Stones, λαμπιόνια και τοτέμ. «Καρφώνει» το χέρι που της έφερε το ποτό. Τον παρακολουθεί διακριτικά να κάνει επιδέξιες κινήσεις πίσω απ’ το μπαρ. Παλιομοδίτικο σικάτο γιλέκο, σκουλαρίκι, καθηλωτικό βλέμμα, τελείως άτριχο κεφάλι. «Μην το ψάχνεις, η Αθήνα τη νύχτα μοιάζει με μπλέντερ» της λέει. «Μέσα του αναδεύονται γρήγορα: αλκοόλ, καπνός, μαγεία, θαμπά φώτα, μιζέρια, ντράγκια, ερωτικά χάδια και απόγνωση». Συνειρμικά, της έρχονται στο νου ιστορίες για παράξενα όντα που ζουν μέσα και ανάμεσά μας. «It makes me feel so sad to see young people dance. They could burn the discotheque down, they’ve got every chance. Then they’d get themselves into the news. Fire! Fire!» ακούγονται οι Tiger Lilly’s – κι όλα δείχνουν να έχουν κάποιο κρυφό νόημα (;) μέσα σ’ αυτό το τσίρκο της πόλης.
Κοιτάει στα μάτια τούς ελάχιστους περαστικούς, ιδιαίτερα όσους τρεκλίζουν. Νιώθει να ανήκουν στην ίδια συνομοταξία: δραπέτες της νύχτας, λιποτάκτες της ημέρας. Κλείνει τα μάτια ελπίζοντας να τηλεμεταφερθεί στο σπίτι.
Ο δρόμος είναι για να τον περπατήσω μέχρι να φτάσω σπίτι. Το σπίτι είναι για να κλείνομαι μέσα, να κοιτάζω απ’ το παράθυρο. Το παράθυρο είναι για να μπορώ να βλέπω το τρένο. Το τρένο είναι για να φεύγει μακριά απ’ το παράθυρο, απ’ το δρόμο, απ’ το σπίτι.
Είναι ξημερώματα και της έρχεται στο νου συνεχώς η τελευταία εικόνα: άδειο και εξουθενωμένο, σκοτεινό υπόγειο, τοίχοι ποτισμένοι, στο πάτωμα πλαστικά ποτήρια - απομεινάρια της νύχτας και σιωπή που σπάει απ’ όσους πεισματικά έχουν παραμείνει. Είναι μερικοί άνθρωποι που αρνούνται να φύγουν. Ακόμη κι όταν η νύχτα πέρασε ανεπιστρεπτί…
Προχωράει μόνη στο δρόμο. Γεύση από τσιγάρα. Ζαλάδα και βουητό στ’ αφτιά. Η συναυλία ήταν σούπερ. Συγκροτήματα στοιβαγμένα στη σκηνή του «An club», να τα δίνουν όλα, κι από κάτω ο κόσμος να μανιάζει. Στριμωξίδι και ένταση, όλα για τη στιγμή. Μάλλον έχει μεγαλώσει…
Και πού να πήγε αυτός ο αλλοπρόσαλλος άντρας; Χάθηκε όπως εμφανίστηκε. Χαβανέζικο πουκάμισο, σκαρπίνι παπούτσι, γύρω στα 40, σκαμμένο πρόσωπο. Της πέρασε τον μπάφο κι άρχισε να της λέει για τη μάνα του, λες και την ήξερε χρόνια. Πού να τον ακούσει... Στην αλλαγή τής τα εξήγησε όλα. Την είχε βρει (τη μάνα του) στο πάτωμα του μπάνιου. Ήταν πεσμένη ώρες. Φορώντας πάντα τα πράσινα Dior παπούτσια της, παρά τα 70 και βάλε χρόνια και κιλά της. Είχε θυμώσει μαζί της διότι του έκανε υποδείξεις για το πώς να φέρεται στον γκόμενο του! Τη βρήκε έτσι πεσμένη, να προσπαθεί να τον πείσει ότι όλα οφείλονταν στο μεθύσι κι όχι στα γηρατειά…
Το θρυλικό –και cult πλέον– θρίλερ «Ιnvasion of the body snatchers» είχε φτάσει στο τρομακτικό του τέλος. Περπατάμε 2 τη νύχτα από Πετράλωνα – Εξάρχεια. Ζούμε το στόρι της ταινίας λίγο παραλλαγμένο:
Όλοι έχουμε καταληφθεί από έναν ιό, που όταν κοιμόμαστε επωάζεται στο σώμα μας. Το πρωί έχουν γεννηθεί οι κλώνοι μας. Άχρωμοι, άοσμοι, χωρίς εντάσεις και συναισθήματα. Πηγαίνουμε στη δουλειά, εκτελούμε μονότονες εντολές, επιστρέφουμε. Ζούμε σε ένα κόσμο γεμάτο τσιμεντένιες καλημέρες και γκρίζα χαμόγελα. Όταν η νύχτα πέφτει στην Αθήνα, οικειοποιούμαστε ξανά τα σώματά μας. Μπορούμε να γελάσουμε και να δακρύσουμε. Να πονέσουμε και να ουρλιάξουμε. Μόνο για μερικές ώρες.
Ξεκινάμε ένα ανελέητο (κυρίως για το στομάχι μας) πινγκ πονγκ στα μπαρ του κέντρου. Η Καρύτση είναι τίγκα. Κόσμος ακούνητος. «Μα γιατί κανείς δεν χορεύει στην Αθήνα;» θυμάμαι να λέει η Γιώτα, ενώ κυλιέται –δήθεν χορεύοντας– στο πάτωμα ενός μπαρ, «έτσι, για να γελάσουμε». Εμείς γελάμε, οι άλλοι την κοιτούν στραβωμένοι.
Ούτε κανείς φλερτάρει. Τελικά, ορισμένοι κλώνοι πρέπει να κυκλοφορούν και το βράδυ. Ίσως μας κατασκοπεύουν. Κλείνω βιαστικά το μάτι στον πρώτο τυχόντα για να κόψω αντίδραση. Μου χαμογελάει. Πάλι καλά.
Η νύχτα επιμηκύνεται. Η νύστα αναβάλλεται. «Το πολύ αλκοόλ δημιουργεί προσδοκίες» μου σφυρίζει ο dj στο «Καφετί», ενώ ετοιμαζόμαστε για φευγιό. Έξι το πρωί και αρνούμαστε να κοιμηθούμε και να γίνουμε οι αγέλαστοι κλώνοι μας.
Τέτοιες ώρες μόνο ένα μπαρ είναι ανοιχτό στην περιοχή. Ο τετράγωνος κύριος ανοίγει τη βαριά σιδερένια πόρτα του «Ρουά Ματ». Γίνεται χαμός. «Είναι αφτεράδικο, γι’ αυτό» μου λέει η Δήμητρα. Είναι ωραία. Σκοτεινά. Μαυροκόκκινα. Με έναν τεράστιο πίνακα απ’ το «Κουρδιστό πορτοκάλι» πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Τα λεπτά περνούν. Οι βότκες κυλάνε στο αίμα. Κιθαριές και άγρια φωνητικά. Το μαύρο ντύσιμο των κοριτσιών γεμίζει το χώρο. Η Δήμητρα ανθίζει κάθε φορά που πατάει τα τακούνια της εδώ μέσα… Και τα φιλιά σου από δυόσμο, που τόσο άργησες να μου δώσεις.
ΥΓ.: Ευχαριστώ τους Χαρά Γιαννακοπούλου - Βασίλη Τζαβάρα με τους υπέροχος στίχους απ’ το «Πόλη νύχτα»… τους φίλους που (για ακατανόητους λόγους) με σέρνουν σε μπαρ… τη νύχτα... την Αθήνα… και όλους τους λιποτάκτες της ημέρας.






